Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Άβρα Αυδή: ένα αφήγημα

Εκδρομή στον Αχέροντα

Κολυμπώ στον όρμο της Αμμουδιάς. Τα νερά αστράφτουν στον αυγουστιάτικο ήλιο.  Κάπου εδώ στον κόλπο εκβάλλει ο Αχέροντας που κατεβαίνει από τις Πηγές και δροσίζει τη θάλασσα. Γοφάρια και λαβράκια σχίζουν τα διάφανα νερά. Κάνω αργές κινήσεις μην τα τρομάξω. «Μπας και ήσουν ψάρι στην προηγούμενη ζωή σου; όπου βρεις νερό πέφτεις μέσα», έλεγε ο φίλος μου ο Γιάννης. Ξαπλώνω, κλείνω τα μάτια και αφήνομαι στο νερό. «Ανάσκελη χαίρομαι την αυγή των  πραγμάτων».

Ο Γιάννης; Πού τον θυμήθηκα; Ανοίγω τα μάτια και τον βλέπω. Αναδύεται από τη θάλασσα και μου γνέφει από μακριά. Αναδύονται κι άλλοι πεθαμένοι φίλοι. Ανοιγοκλείνουν το στόμα, μιλούν χωρίς ήχο. Οι φιγούρες τους σχηματίζουν πομπή πάνω στα ήρεμα νερά. Χάνονται με κατεύθυνση τον Αχέροντα.   

Οι νεκροί φίλοι μου με καλούν. Ξεκινώ για τις Πηγές. Σύντομη στάση στη Γλυκή. Ένα κριάρι και μια μαύρη προβατίνα με οδηγούν στον χωματόδρομο για το φαράγγι. Το ποτάμι κυλάει παιχνιδιάρικο. Στα κρυστάλλινα νερά του καθρεφτίζεται η πυκνή παρόχθια βλάστηση. Θάμνοι με πουρνάρια και κουμαριές, συστάδες από ιτιές, σκλήθρα και δυνατά πλατάνια.

Παίρνω το μονοπάτι κατά μήκος του ποταμού. Βάρκες και καγιάκ σεργιανούν τους τουρίστες που χαζεύουν τους παράξενους σχηματισμούς των βράχων, τις κρεμαστές αηδονοφωλιές και τις νεροχελώνες. Οι πιο τολμηροί μπαίνουν στο ποτάμι και πλατσουρίζουν στα διάφανα νερά. Ενδίδω στον πειρασμό. Τα πόδια μου παγώνουν. Ευτυχώς είναι ρηχά-το νερό μου φτάνει ως τις γάμπες. Ακολουθώ αυτούς που βαδίζουν με κατεύθυνση τις πηγές. Όσο προχωρούμε το φαράγγι στενεύει και το ποτάμι βαθαίνει- το νερό μας φτάνει πάνω από τη μέση. Απότομοι βράχοι υψώνονται δεξιά και αριστερά.« Έχω ξυλιάσει», φωνάζει μια γυναίκα. «Μαμά, πάμε πίσω, λέει κλαίγοντας ένα παιδί». Αναρωτιέμαι γιατί βρισκόμαστε εδώ, γιατί συνεχίζουμε τη δύσκολη πορεία. Ένας άντρας πιάνει το τραγούδι«Στον άλλο κόσμο που θα πας, κοίτα μη γίνεις σύννεφο…». Παίρνω κουράγιο και αρχίζω να κολυμπώ.

Ο γυρισμός είναι πιο δύσκολος. Πόδια και χέρια έχουν μουδιάσει απ’ το κρύο. Βγαίνω στην δεξιά όχθη και κουλουριάζομαι. Οι ακτίνες του ήλιου με χαϊδεύουν παρηγορητικά και απλώνουν ζεστασιά στο σώμα μου. Το μπάνιο στα καθαρτήρια νερά του ποταμού είναι αναζωογονητικό. Πίσω μου και λίγο πιο ψηλά ένας βράχος σχηματίζει μια κοιλότητα σαν μια μικρή σπηλιά. Σκαρφαλώνω και μπαίνω μέσα. Κάθομαι σε μια μεριά και παρακολουθώ το νερό που αναβλύζει από μια ρωγμή του βράχου. Νιώθω ένα τσούξιμο στη δεξιά φτέρνα και βλέπω να τρέχει λίγο αίμα. Μια αμυχή καθώς σκαρφάλωνα στον βράχο. Σκύβω και την ξεπλένω με το νερό της κρυσταλλοπηγής. Καθώς σηκώνω το κεφάλι μου τους βλέπω. Ο Γιάννης, η Νιόβη, ο Άλκης, η Αθανασία, η Αφροδίτη, ο Γιώργος. Ο ένας μετά τον άλλον με χαιρετάνε και τους μιλώ.

-Γιάννη, κρατώ ενθύμιο τις φωτογραφίες που έβγαλαν οι μαθητές σου. Αυτή με τη μικρή Ρομά που χορεύει ξυπόλητη είναι συγκινητική. Τα παιδιά του Δενδροπόταμου δεν θα ξεχάσουν ποτέ τα μαθήματα φωτογραφίας που τους έκανες. Έναν τέτοιο δάσκαλο θα τον θυμούνται σε όλη τους τη ζωή.

-Νιόβη, φοράς έναν κοντό λευκό χιτώνα και λευκά σανδάλια, όπως άλλοτε. Τα μαύρα μακριά μαλλιά σου ανεμίζουν και γράφουν ποιήματα στον αέρα. Έφυγες νέα. Απέδρασες από την οδύνη, τη λύπη και τον στεναγμό της «επίγειας κόλασης». 

-Άλκη, λυπάμαι την τρέλα σου. Να τη γλυτώσεις στη μετωπική σύγκρουση με τη μοτοσυκλέτα, να τη σκαπουλάρεις με σπασμένα πλευρά στην πτώση με το αλεξίπτωτο, να σωθείς από το ατύχημα στην κατάδυση και τελικά να πεθάνεις από κορωνοϊό. Τι ειρωνεία, φίλε μου!  

-Αθανασία, παιχνιδιάρα μου, με ποιον θα παίζω σκραμπλ; Με ποιον θα περπατώ στο δάσος και θα κολυμπώ στον αφρό των κυμάτων; Μου έμεινε το μεταξωτό πορτοκαλί μαντίλι που φορούσες στον λαιμό για να ξορκίσεις την αρρώστια.

-Αφροδίτη μου, δεν πρόλαβες να κεντήσεις όλους τους πόνους και τους καϋμούς της άχαρης ζωής σου. Κρέμασα το μισοτελειωμένο εργόχειρό σου στον τοίχο. Αφιέρωμα στους ανεκπλήρωτους έρωτες.   

-Γιώργο, κάθε καλοκαίρι που κολυμπώ στη Χαλκιδική χαζεύω «τους λόφους που σχηματίζουν το κεφάλι του Δία». Το βραδάκι ακούω το κελάηδημα των αηδονιών μες το φαράγγι και μυρίζω τη γλάστρα με τον μικρό κόκκινο Έρωτα που μου χάρισες. Στην υγειά σου, μεγάλε! Το τσίπουρο πράγματι είναι πανάκεια.

Περαστικοί ήταν. Μου χαμογέλασαν και διαλύθηκαν σαν σύννεφο. Χαίρομαι που τους είδα έστω για λίγο.Σκύβω να περιποιηθώτην πληγή μου που στάζει ακόμη αίμα.

-Τι έπαθες, παιδάκι μου; 

Μια ανθρώπινη φιγούρα διαγράφεται στην είσοδο της σπηλιάς. Το φως διαχέεται και μου θαμπώνει τα μάτια. Ο πατέρας μου! Βαρύς, με αργά βήματα με πλησιάζει. 

-Μην ανησυχείς, μπαμπά. Δεν είναι τίποτα, ένα γδάρσιμο στον βράχο.

– Να φροντίζεις, μικρή μου, τις πληγές σου. Να τις φροντίζεις. Σίγουρα θα γιάνουν.

Τρέμω από συγκίνηση. Το σώμα μου πονάει από τη λαχτάρα να τον αγκαλιάσω. Ορμώ τρεις φορές με τα χέρια ανοιχτά να τον σφίξω απάνω μου και τρείς φορές γλιστράει σαν τη σκιά, σαν τ’ όνειρο.

-Αλίμονο, παιδί μου, αυτή είν’ η μοίρα των ανθρώπων.

-Το χέρι σου, μπαμπά, δώσ’ μου το χέρι σου.

Κάτι ψιθύρισε και διαλύθηκε στο φως.

Με την πίκρα της απώλειας πήγα για ύπνο το βράδυ. Ξύπνησα γαληνεμένη. Ένιωθα στην παλάμη μου μια έντονη αίσθηση αφής. Την άφησε το μεγάλο ζεστό χέρι του πατέρα μου σαν το άρωμα που αφήνει κάποιος φεύγοντας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.