Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Άννα Κουστινούδη: Αρχοντούλας Διαβάτη, Κινητή γιορτή, εκδ. Νησίδες 2018


Στην πρόσφατη συλλογή της πεζών αφηγήσεων με τίτλο Κινητή Γιορτή, η Αρχοντούλα Διαβάτη συνθέτει εκ νέου τον «φυλλοβόλο εαυτό μας» – ο τίτλος ανήκει στο ομώνυμο κείμενο της σελίδας 23 – με όλα του τα θαύματα, αλλά κυρίως τα τραύματα. Οι απώλειες και οι ματαιώσεις χρόνων απογυμνώνουν σταθερά το συναισθηματικό και βιολογικό δέντρο του ανθρώπινου βίου, όπως τα φυλλοβόλα δέντρα απογυμνώνονται περιοδικά από το φύλλωμά τους. Ωστόσο, ως φυλλοβόλα που ονομάζονται και είναι, σύντομα επανακτούν τα φύλλα τους, αφού παρέλθει ο προκαθορισμένος τους χρόνος της ζωογόνου επώασης. Γιατί οι χυμοί της ζωής εξακολουθούν να υφίστανται
εντός τους και απλώς λανθάνουν ανασυγκροτούμενοι, έτοιμοι να
επαναφέρουν το νέο φύλλωμα εν καιρώ. Κάτι το αντίστοιχο με την ανθρώπινη επιθυμία, δηλαδή, που είναι μετωνυμική και αενάως μετατοπιζόμενη στον συνταγματικό και στον παραδειγματικό άξονα του συμβολικού, αλλά και του βιολογικού πεδίου αυτού που αποκαλούμε ύπαρξη. Ματαιώνεται διαρκώς, αλλά επανέρχεται ως νέο φύλλωμα, βρίσκοντας την προσωρινή της, αλίμονο, εκπλήρωση σε πάσης φύσεως πολιτισμικά ( και όχι μόνο) υποκατάστατα, οbjects of desire (αντικείμενα πόθου) πάντα υπό την απειλή του χρόνου και τη
ηδονικά επώδυνη βάσανο της μνήμης και της νοσταλγίας. Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, διαρκώς μας ψιθυρίζει η επιθυμία, για να θυμηθούμε τον τίτλο της προηγούμενης συλλογής της Διαβάτη, για να σας κάνω και μια σύνδεση με τα προηγούμενα και ίσως και με τα επόμενα μελλοντικά γραφτά της φίλης μου.
Δηλαδή, παλίνδρομες διαδρομές – κάθε λογής ψυχικές επενδύσεις, αφίξεις, αναχωρήσεις, υποχωρήσεις, και επιστροφές, ενίοτε και φυσικές καταστροφές (σεισμός 1978) μέσα στην επανάληψη και στα «πρέπει» της τετριμμένης καθημερινότητας.
«Δόξα τω Θεώ». «Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα», αναφωνεί καρτερικά
η ηρωίδα του κειμένου με τίτλο «ΑΣΠΙΔΑ ή ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΙΖΑΒΕΛΑ ΜΟΛΙΝΑΡ», όταν οι ελπίδες της για βραβεία και πολιτισμική καταξίωση καταρρέουν, και ευτυχώς που την ξεστομίζει, διότι η συγκεκριμένη φράση έχει παρηγορήσει γενιές και γενιές. Αφού, ως γνωστόν, έτσι πορεύονται οι άνθρωποι, καρτερικά, δονκιχωτικά. Σχεδιάζουν νοερά και επί χάρτου, αναμένουν, φαντάζονται,
ονειροπολούν και ονειρεύονται, προσδοκούν, απογοητεύονται, πέφτουν, σηκώνονται. Κι αν η αυταπάτη είναι αυτό που τους παρακινεί, είναι γιατί πρέπει να κατασκευάζουν ελπίδα, μέχρι τελικής πτώσεως. Οι ιδέες, οι ελπίδες και τα όνειρα (προσωπικά, συλλογικά, πολιτικά) ματαιώνονται διαρκώς, αλλά πάντα θα υπάρχει μια Lucy van Pelt που διαρκώς θα τους πείθει, όπως τον Charlie Brown, ότι τούτη τη φορά δεν θα τους τραβήξει την μπάλα κάτω από τα πόδια λίγο πριν την κλωτσήσουν και φάνε τα μούτρα τους. Και φυσικά τα τρώνε εκ νέου. Εχθρός του καλού το καλύτερο, The sky is
the limit και πάει λέγοντας, αλλά «είμαστε ακόμα στη σκηνή» όπως η διπλά ανάπηρη Αργυρώ, η ηρωίδα της αφήγησης με τίτλο Γυάλινος κώδων που παρά την κωφάλαλη ύπαρξή της και το ακρωτηριασμένο της διαβητικό πόδι που την κρατά μόνιμα καθηλωμένη σε μία πολυθρόνα, «εννοεί να μαθαίνει όλα τα νέα της γειτονιάς, κι από κει, από το στρατηγείο της πολυθρόνας της, να μιλάει με τη διάλεκτο της κωφάλαλης, να διασταυρώνει πληροφορίες, να ολοκληρώνει σχέδια, να ανακεφαλαιώνει, και με τις άναθρες κραυγές της να αρθρώνει την ανθρώπινη αγωνία σε όλο της το μεγαλείο, να αφηγείται, να πολεμάει την αφωνία, αναζητώντας νόημα, ακινητοποιημένη να κερδίζει μέρα
τη μέρα τη ζωή της σαν τη Σεχραζάτ» (σελ. 73).

Το ανθρώπινο υποκείμενο, το οποίο εμφορείται από την πρωταρχική εκείνη κινητήριο και πάντα ζωογόνο δύναμη της επιθυμίας για την έστω και στιγμιαία ανάκτηση της προ πολλού χαμένης εκείνης μακάριας πληρότητας, δεν παραιτείται, αρνούμενο να εγκαταλείψει την ελπίδα του. Η ανθρώπινη κατάσταση, που αναζητά να λύσει
το αίνιγμα της ίδιας της ύπαρξης και της βιωμένης της εμπειρίας, αν και συχνά παραιτείται από αυτήν την προσπάθεια, καίτοι συναισθανόμενη τη ματαίωση και το ακατανόητο των πραγμάτων, πάντα θα υποκύπτει στη σαγήνη της ρομαντικής ελπίδας,  αφού τα μοναδικά σημεία αναφοράς, και οι μοναδικοί της σηματωροί κατά κάποιον τρόπο, είναι αυτοί του χωροχρόνου και της ύλης.
H νέα συλλογή χρονογραφικών κυρίως κειμένων της Αρχοντούλας Διαβάτη αποτελεί, τρόπον τινά, μια κάποια συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου της, του «Φεύγω, αλλά θα ξανάρθω». Με νέες φέτες ζωής από το καρβέλι της ύπαρξης, διακειμενικές αναφορές και συνομιλίες με κείμενα ελλήνων και ξένων συγγραφέων επανέρχεται λοιπόν, εκ νέου, και δριμύτερη, η Θεσσαλονικιά συγγραφέας με μια σειρά από νέες διαδρομές, καταγραφές, και, στοχασμούς στην εποχή των εικονικών και των πραγματικών διαδρομών μας, της ψηφιακής, αλλά και της διά ζώσης συνύπαρξης μας με τους άλλους και της πολύ οικείας μας διαδικτυακής φιλίας και σχέσεων. Η τελευταία πολύ
συχνά σε παραπλανεί, αφού τα ψηφιακά συμβάντα, οι προσωπικές
αναρτήσεις και τα «λάικ» συχνά απέχουν σημαντικά από εκείνα μιας
διαφορετικής καθημερινότητας: Fake news, fake likes και χιλιάδες
καλοστημένες και επεξεργασμένες εφήμερες σέλφι κανοναρχούν βίους αλλοτριωμένους και θα σας αναφέρω και το χαριτωμένο που διάβασα τις προάλλες στον κυκεώνα των φεισμπουκικών αναρτήσεων: Αν σε ρωτάει κάθε τόσο τι σκέφτεσαι, αν κρατάει όλες σου τις φωτογραφίες κι όλα σου τα μηνύματα κι αν θυμάται με ακρίβεια τα πάντα για σένα, δεν είναι ο έρωτας της ζωής σου, αλλά είναι ο Ζούκερμαν ή με τα λόγια της Αρχοντούλας Δ./αφηγήτριας «τώρα το φβ μόνο σου λέει – εν τη μεγαθυμία του – τι έκανες, τι σκεφτόσουν, τι διάβαζες, τι φωτογράφιζες πέρσι και πρόπερσι. Κι είναι ίσως
από τις λίγες φορές που σε ρωτούν τι σκέφτεσαι, σαν να ‘σαστε
ερωτευμένοι.» (εσείς καλά; Σελ.29)
Η διαμεσολαβημένη πραγματικότητα από πάσης φύσεως σμαρτ
συσκευές, αφηγήματα και ιδεολογίες των ανθρώπινων εποχών, εντείνει την ούτως ή άλλως κατακερματισμένη εμπειρία του ανθρώπινου υποκειμένου, που από τη φύση του αναζητά την πολυπόθητη αίσθηση πληρότητας την κάθε στιγμή της ζωής του, παραδομένο στο κυνήγι μιας κάποιας ολοκλήρωσης που οδηγεί στην ευτυχία. Όμως αυτή αργεί, και όταν προκύπτει, συχνά  ετεροχρονισμένα, σου αποκαλύπτεται ως ένα εντελώς εφήμερο και γεμάτο ελλείψεις συναίσθημα, που όμως εξακολουθεί να στέκει εκεί λίγο παραπέρα πέρα γεμάτο υποσχέσεις. Σε κοιτά λοξά, υπενθυμίζοντάς σου, όπως και ο θείος Φρόυντ, ότι εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε, παρά όντα της αγάπης (we are beings of love). «Η επιθυμία δεν πρέπει να είναι ετεροπροσδιορισμένη βέβαια κι ούτε έχει να κάνει η αγάπη με κανένα do ut des, σαν να ήταν ισολογισμός επιχείρησης» μας λέει το αφηγηματικό υποκείμενο του κειμένου
με τίτλο Αγάπη για ποιόν, ωστόσο η πραγματικότητα του ανθρώπου αλλιώς προστάζει, αφού χωρίς αγάπη, φροντίδα βιολογική και πνευματική αποδοχή δεν υφίσταται ζωή άξια να βιωθεί, ακόμα κι όταν αυτή συχνά καθίσταται αγάπης αγώνας άγονος.
Τόποι θερινών διακοπών κι ειδυλλιακά τοπία ενσωματώνονται στον
αφηγηματικό καμβά αρκετών από τις αφηγήσεων της συλλογής και
δημιουργούν ανάμικτα συναισθήματα στους εμπλεκόμενους χαρακτήρες, όπως βέβαια και στον αναγνώστη και την αναγνώστρια, μια και σχεδόν πάντα οι προσμονές και οι αναζητήσεις του φαντασιακού αποδεικνύονται κατώτερες των πραγματικών περιστάσεων. «Της είχαν πει ότι θα έβρισκαν εκεί ένα μοναδικό ορεινό χωριό με οικολογική συνείδηση – να φανταστείς δεν είχαν
ούτε φως ούτε νερό. Ε, και είχαν φτάσει ασθμαίνοντες,  κατασκονισμένοι από το χωματόδρομο και βρήκαν απλώς έναν πλήρως εξοπλισμένο τουριστικό οικισμό» μας λέει το αφηγηματικό υποκείμενο της ιστορίας με τίτλο «σέλφι»

Η Θεσσαλονίκη του παρόντος και του παρελθόντος μας, ωστόσο,
αποτελεί, για άλλη μια φορά το τοπιογραφικό φόντο των περισσότερων αφηγήσεων της Αρχοντούλας Δ. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη στην οποία γεννήθηκε, μεγάλωσε, ζει και δημιουργεί η συγγραφέας. Και όσοι/ες από εμάς γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και εξακολουθούμε να ζούμε στην πόλη αυτή μπορούμε να δούμε με μια ιδιαίτερη ματιά το τώρα και το άλλοτέ της, όπως αυτό καταγράφεται ή υπονοείται στον αφηγηματικό πεδίο της γραφής της. Νέες μετονομασμένες οδοί, νέες πρωτοποριακές διαγνωστικές μέθοδοι
στα θλιβερά νοσοκομεία της πόλης με τις ατέλειωτες, όμως λίστες αναμονής για τους μη έχοντες. Αλλά και Νέα ήθη, στο ομότιτλο κείμενο της συλλογής, εν είδει στιγμιότυπων στα πολύπαθα αστικά της λεωφορεία με τα νέα παιδιά, «τις νέες κοπέλες» γράφει η Αρχοντούλα Δ. «με σακίδιο, τζην και αθλητικά παπούτσια να παίρνουν στα χέρια τους μόλις βρουν θέση, καθιστές ή όρθιες, το κινητό τους, σαν το μωρό τους που πρέπει να το φροντίσουν, να το θηλάσουν, όταν δεν δίνουν καλωδιωμένη αναφορά, φωναχτά για το πού πήγαν, πού θα πάνε και τι σκέφτονται. Κοπέλες, νέες γυναίκες, αλλά και αγόρια και νέοι άνδρες με τα κινητά τους να πληκτρολογούν γκρίκλις απαντήσεις και να φυλλομετρούν με το δάχτυλο στις σύγχρονες οθόνες και
μόνον οι μεγαλύτεροι… δεν αγαπούν τα κοινωνικά δίκτυα, προτιμούν τις σχέσεις πρόσωπο με πρόσωπο».
Μέσω της θεραπευτικής γραφής εν είδει παυσίπονου ή παυσίλυπου,
επιχειρείται πάντα η άμεση ανάρρωση, αφού στη λογοτεχνία όλα είναι δυνατά μέχρι και θαύματα συντελούνται, ενώ στη ζωή άλλο είναι ο νόμος και άλλο το δίκαιο και η ηθική της κάστας και του ισχυροτέρου. «Με μόνο ανάχωμα τον εαυτό μας», όπως λέει η Αρχοντούλα Δ., «τα διαβάσματά μας και τις φιλίες μας», συμπληρώνω εγώ, «καλωσορίζουμε», λέει και πάλι η Αρχοντούλα Δ., «τις νέες προκλήσεις του βίου, καθώς προχωράμε, όσο κρατάει η γιορτή της ζωής». Δε βαριέσαι, σίκατα – σίκατα, όπως έλεγε στον αστυνόμο -χάριν ευπρεπείας – η Λιονήδενα, στο Το Σπίτι μου, της Μέλπως
Αξιώτη.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.