Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Έμη Βαϊκούση ένα διήγημα

ΥΙΟΣ – ΙΟΣ

Αναστάσιος, πρωτότοκος. Ο πατέρας, μυαλωμένος άνθρωπος, διέκρινε από νωρίς πως η επιχείρηση δεν θα ευτυχούσε στα χέρια του μεγάλου του γιου. Αποφάσισε λοιπόν να σπάσει την παράδοση της εποχής, διακριτικά προετοίμασε τον δευτερότοκό του, τον Αντώνη, για τη δουλειά αυτή, με αξιοσημείωτη ευελιξία προετοίμασε και τον Τάσο να αποδεχτεί ομαλά την πατρική απόφαση. Πανευτυχής ο Τασούλης, που ο πατέρας τον είχε για πιο μεγάλα –επιχείρηση ξυλείας τώρα, στην Ελλαδίτσα, χαρά σ’ το πράγμα!–, έβαλε πλώρη για Γερμανία. Χρόνια έμεινε εκεί, φιλόδοξα επιχειρηματικά σχέδια στο Βερολίνο του Μεσοπολέμου. Με παρέα εντιμότατων φίλων και φιλενάδας ξεκοκκάλισε μισή περιουσία, τον μάζεψαν πίσω στην Αθήνα. Σήμα κατατεθέν τoυ γερμανικού θριάμβου, ένα «Σόφη-λάϊν» –Σοφάκι ας πούμε–, που κόλλησε στην ανιψιά του. Το είχε ζαλίσει το κοριτσάκι μ’ αυτό το «Σόφη-λάϊν», απόσταγμα γνώσης βαθιάς της γερμανικής γλώσσας.
Χρόνια αργότερα, αποφάσισε να αβγατίσει στη μεταπολεμική Ελλάδα το λιγοστό κεφάλαιο που του είχε μείνει. Επιτυχής αγορά αγροτεμαχίων σε συνεταιρισμό αετονύχηδων της Αίγινας. Έτερον, στη Τζιά, ένα στρέμμα περιστοιχισμένο από άλλα, μεγαλύτερα, θέση σπουδαία σε κατσάβραχα, θέα στη θάλασσα από 70 μέτρα γκρεμό, ιδεώδες για υποψήφιους αυτόχειρες. Αγνώμονες κληρονόμοι, αγνόησαν και τα δύο.
Μεσόκοπος πια, έμενε μόνος στο σπίτι της Αλκαμένους, που είχε πια ρημάξει. Πουλί χωρίς φτερούγες, κούκος – ή μάλλον μπούφος. Ακόμα κι η μεγάλη, γαμψή μύτη, κάποτε στιβαρή πινελιά στη μαλθακότητα του προσώπου, πλαδάρεψε κι αυτή με τα χρόνια. Ένα τεράστιο δρύινο τραπέζι, μασίφ, στρωμένο με πλαστικό τραπεζομάντηλο, δέσποζε στην τραπεζαρία. Εκεί γευμάτιζε, άρχοντας. Το ταβάνι όμως έσταζε, τα λεφτά είχαν σωθεί, κοιμόταν σε ράντζο.
Ένα βράδυ πάει σε δεξίωση στου αδερφού του, του Αντώνη. Κρυφά τρυπώνει απ’ την πόρτα υπηρεσίας, ζητάει να μαζέψουν στάχτη απ’ τα σταχτοδοχεία, να καθαρίσει τη φαλάκρα απ’ τη μαύρη μπογιά που έσταξε απ’ το πινέλο. Πέφτει πάνω στον μαύρο υπηρέτη, τρέχει αυτός να φέρει τασάκια, έντρομος, ασπρόμαυρο κρανίο δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Τί δόξες γένους θηλυκού ονειρευόταν ο Τασούλης  μ’ αυτή τη μαύρη τούφα στη βάση της κεφάλας του, μόνο εκείνος ήξερε. Και βέβαια, καμιά Έλενα-λάϊν, Κατερίνα- λάϊν, ούτε καν Μαρία-λάϊν ενδιαφέρθηκε να μάθει, το βράδυ εκείνο.

     Αν δεν ήταν η Δέσποινα, παντρεμένη τότε, να τον φροντίζει και να τον χαρτζιλικώνει, κρυφά απ’ τον άνδρα της, θα ΄χε φύγει νωρίτερα κατά πάνω, τρεχάτος να βρει τα όνειρά του. Ομοίους του συνομιλητές θα έβρισκε εκεί μπόλικους, ανθρώπους του επιπέδου του, να τον καταλαβαίνουν. Και ανταγωνισμό θα είχε, βέβαια, αερομαχίες πολλές. Μονοπαλαίων ο Τασούλης, αόρατοι αντίπαλοι για κάτι ξανθούλες Έλενα-λάϊν, Κατερίνα- λάϊν, ας ήταν και Μαρία- λάϊν,  μ’ αυτόν νικητή. Πάντα νικητή. Η  Δέσποινα όμως υπήρχε, φρουρός τού στάθηκε στη δυστυχία του.  Κι όχι πως ήταν μικρόψυχη, ούτε χαιρέκακη, όμως να, μια ικανοποίηση για τον εαυτό της την έπαιρνε από την κατάντια του σπιτιού που είχε υπηρετήσει. Αντιστροφή ρόλων.

Προς τί τέτοιος σαδιστικός οίστρος; Σάμπως πείραξε κανέναν ο ανθρωπάκος; Άσε που μας χάρισε απλόχερα το γέλιο. Κωμικός καρατερίστας της οικογένειας. Τζουτζές. Κι όμως, στους απογόνους τέτοια πλάσματα γεννούν φόβο. Συνειδητά ή όχι, ξέρουμε πως είμαστε όλοι φορείς του οικογενειακού ιού. Θα υπάρξουν ασυμπτωματικοί φορείς, φορείς με ήπια συμπτώματα, βαρέως νοσούντες, νεκροί. Και θαυμασμό γεννούν πάντως, απ’ την ανάποδη, τέτοια τέκνα-ιοί, για το ανθρώπινο υλικό της οικογένειας, για έναν πλούτο με χαρακτήρα ιδιαίτερο, ειδοποιό, μοναδικό, που καμιά άλλη, τάχα, δεν διαθέτει. Freud και πάλι, οικογενειακό ρομάντζο, μυθιστόρημα, Familienroman.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.