Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Έρικ Σμυρναίος: Η Σοφία και οι εννιά νάνοι (μέρος τρίτο και τελευταίο)

—————

Μια ώρα αργότερα οι νάνοι ήταν ακόμα μαζεμένοι γύρω της. Της έπλυναν το πρόσωπο, της χάιδεψαν τα μαλλιά, της έδωσαν να πιεί νερό και γενικά έκαναν ότι μπορούσαν για να τη βοηθήσουν να συνέλθει, κάτι που δεν ήταν και τόσο εύκολο γιατί το σώμα της πονούσε σε χίλια διαφορετικά σημεία.

Αφέθηκε εντούτοις στις φροντίδες τους παθητικά, νιώθοντας το μυαλό της άδειο και τις δυνάμεις της στραγγισμένες.

Το πρώτο γκρίζο φως της αυγής μπήκε κλεφτά στο σπίτι μέσα απ’ την κομματιασμένη μπαλκονόπορτα.

Την είχαν ξαπλώσει στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Ό Άρης κάθονταν στα πόδια της και οι νάνοι ήταν μαζεμένοι γύρω της και την κοιτούσαν με ανήσυχο βλέμμα.  Φαίνονταν όλοι τους σώοι και αβλαβείς. Το σαλόνι από την άλλη έμοιαζε να έχει λεηλατηθεί. Όπου και να κοιτούσε, έβλεπε διαλυμένα έπιπλα, σκισμένες κουρτίνες και κουρελιασμένες κουβέρτες. Αν της έλεγε κάποιος πως μέσα απ’ το σπίτι είχε περάσει ένας τυφώνας, θα τον πίστευε. -«Μα τι συνέβη εδώ μέσα;» ρώτησε τελικά τους μικρόσωμους φίλους της που ήταν μαζεμένοι γύρω απ’ τον καναπέ.

-«Τον σκότωσες, τον μαχαίρωσες με ασημένιο μαχαίρι! Είναι νεκρός!» την πληροφόρησε κάποιος απ’ αυτούς, ανεμίζοντας τα χέρια του με χαρά.

Η Σοφία τον κοίταξε διστακτικά, δίχως να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του:

-«Νομίζω ότι μου χρωστάτε όλοι σας μια εξήγηση για όλα αυτά που συνέβησαν απόψε!» δήλωσε.

-«Εξήγηση; Τι εξήγηση;» τη ρώτησαν εκείνοι με απορημένο ύφος.

-«Αυτό το τέρας έψαχνε να βρει εσάς έτσι δεν είναι; Και καταρχήν, ποιοι είστε  πραγματικά και από πού έρχεστε;»

Μια μικρή σιωπή διαδέχτηκε την ερώτηση της. Τελικά όμως, ένα μέλος της ομάδας, ένας καστανομάλλης ανθρωπάκος που φορούσε έναν σκουροπράσινο σκούφο που έμοιαζε με τεράστιο μπιζέλι, ανέλαβε να της απαντήσει:

-«Ήρθαμε απ’ το λόφο. Εκεί πέρα βρίσκεται η χώρα μας.»

-«Ποιόν λόφο, αυτόν εκεί;» Ανασηκώθηκε και κοίταξε το λόφο που υψώνονταν πέρα απ’ την ορθάνοιχτη εξώπορτα του σπιτιού.

-«Ναι, από ‘κεί.»

-«Μα δεν υπάρχει τίποτα εκεί πάνω» δήλωσε η Σοφία.

-«Υπάρχει μέσα όμως. Ή μάλλον από κάτω!».
-«Τι υπάρχει από κάτω;»

-«Ένα υπόγειο βασίλειο», της εξήγησε εκείνος. «Μέσα στη γη υπάρχουν τεράστιες υπόγειες κοιλότητες που επικοινωνούν μεταξύ τους. Εκεί ζει ο λαός μας.»

-«Και γιατί ήρθατε στο σπίτι μου;»

-«Όπως σας είπαμε  και χθες που μας ξαναρωτήσατε, ψάχναμε να βρούμε ένα σύντροφό μας, ο οποίος χάθηκε. Είχε ανέβει στον πάνω κόσμο γιατί του άρεσε να παρατηρεί τους ανθρώπους. Πρέπει να τον έφαγε ο σκυλάνθρωπος.»

-«Σκυλάνθρωπο το λέτε αυτό το τέρας;»

-«Ναι, το’ σκασε και αυτός απ’ τον μέσα-κόσμο, από ένα άλλο σπήλαιο, μακρυά μας. Πριν από πολλά-πολλά χρόνια τον φυλάκισαν εκεί πέρα οι πρόγονοί μας και γιαυτό ζητούσε εκδίκηση!»

-«Κατάλαβα…» μουρμούρισε εκείνη. Άκουγε όλες τις απίστευτες αυτές εξηγήσεις με μια εξωπραγματική αδιαφορία, όμως μετά την τρομερή της περιπέτεια στο λόφο τίποτα δεν της φαίνονταν παράξενο πια.

-«Φαντάζομαι πως τώρα θα πρέπει να επιστρέψετε στην πατρίδα σας έτσι;». ρώτησε τον πρασινοσκούφη συνομιλητή της.

-«Ναι. Στο σπίτι μας, στη χώρα όπου μεγαλώσαμε.» της απάντησε εκείνος.

-«Μα δεν είναι σκοτεινά και υγρά εκεί μέσα; Σας αρέσει να περνάτε τη ζωή σας σε μια σπηλιά;»

-«Δεν είναι σαν τις σπηλιές που ξέρεις εσύ! Στην πατρίδα μας φυτρώνουν δέντρα γρασίδι και λουλούδια που όμοιά τους δεν έχεις ξαναδεί! Τα φύλλα τους φεγγοβολούν σαν αστέρια! Οι ουρανοί μας μπορεί να είναι πέτρινοι αλλά φωτίζονται από μικρούς ήλιους που σκορπίζουν παντού φως και ζεστασιά. Έχουμε και εμείς σπίτια, πύργους και παλάτια! Έχουμε και πελώριους κήπους με λίμνες καταρράκτες και ποτάμια όπου ο αέρας μοσχομυρίζει ενώ παντού πετούν πολύχρωμες πεταλούδες και μελωδικά πουλιά!» την πληροφόρησε μ΄ενθουσιαμό ένα τρίτο μέλος της παρέας, ένας νάνος που ο σκούφος του είχε το κόκκινο χρώμα της φωτιάς.

-«Αυτό ακούγεται υπέροχο, σαν παραμύθι» μουρμουρισε η Σοφία συγκινημένη από την ολοζώντανη εκείνη περιγραφή.

-«Θα ήθελες να έρθεις να ζήσεις και εσύ εκεί κάτω, μαζί μας;» τη ρώτησε ο κοκκινοσκούφης νάνος.

Η Σοφία τον κοίταξε χωρίς να του απαντήσει.

-«Έτσι απλά;» τον ρώτησε τελικά.

-«Έτσι!» της απάντησε εκείνος, «Εξάλλου χρειαζόμαστε μια καινούργια βασίλισσα. Σύμφωνα με τα έθιμα των προγόνων μας, πρέπει να έχουμε μια βασίλισσα από τον πάνω κόσμο για να μας κυβερνάει. Η προηγούμενη πέθανε πριν από πολλά-πολλά χρόνια από βαθιά γεράματα και από τότε, αν και ψάχνουμε μέρα και νύχτα να βρούμε κάποια που να επιθυμεί ν’ αναλάβει αυτό το καθήκον, δεν έχουμε εντοπίσει καμία που να έχει τα κατάλληλα προσόντα. Εσύ όμως, μας φιλοξένησες με γενναιοδωρία και διακινδύνευσες απόψε τη ζωή σου για να μας προστατεύσεις. Νομίζω λοιπόν πως είσαι η πιο κατάλληλη υποψήφια!»

Αγνοώντας τα ροδαλά χεράκια που απλώθηκαν προς το μέρος της για να τη βοηθήσουν, σηκώθηκε όρθια και περπάτησε κουτσαίνοντας μέχρι το μπάνιο. Όταν έκλεισε πίσω της την πόρτα, κοίταξε καλά-καλά τον εαυτό της στον μεγάλο καθρέφτη που κρέμονταν πάνω απ΄το νιπτήρα.

Αντίκρυσε μια μεσόκοπη γυναίκα με μακρυά ασημένια μαλλιά και φωτεινά γκρίζα μάτια. Μια γυναίκα που ζούσε μόνη στον κόσμο, χωρίς συγγενείς και χωρίς στενούς φίλους, με μόνη της συντροφιά τον πιστό της σκύλο.

-«Θα έρθει και ο Άρης μαζί μας; Δεν πάω πουθενά χωρίς αυτόν!» δήλωσε.

-«Φυσικά!» της απάντησαν εν χορώ οι νάνοι.

 

Λίγο αργότερα, καθώς ο χρυσαφένιος δίσκος του ήλιου ξεμύτιζε πίσω απ΄τον ορίζοντα και ένα ρόδινο και γαλάζιο φως απλώνονταν στον πεντακάθαρο ουρανό, η Σοφία, φορτωμένη μ΄ένα σακίδιο, με τον Άρη να περπατάει περήφανα στο πλευρό της και τους καινούργιους της φίλους να φλυαρούν γύρω της χαρούμενα, βγήκε απ’ το διαλυμένο σπίτι και άρχισε να σκαρφαλώνει στην πλαγιά του  λόφου.

 

Έρικ Σμυρναίος: Η Σοφία και οι εννιά νάνοι (μέρος πρώτο)

Έρικ Σμυρναίος: Η Σοφία και οι εννιά νάνοι (μέρος δεύτερο)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.