Loading...
ViewmasterΕικαστικάΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Έφη Φρυδά: Yayoi Kusama. Καθρέφτες αιωνιότητας και τραύμα

Η Yayoi Kusama γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου του 1929 στην πόλη Ματσουμότο της Ιαπωνίας. Ήταν το τέταρτο και μικρότερο παιδί μιας εύπορης και άκρως συντηρητικής οικογένειας. Οι γονείς της είχαν βρεθεί εγκλωβισμένοι σε ένα γάμο από προξενιό, σε μια ένωση χωρίς αγάπη. Η μητέρα της μια αυταρχική, στεγνή γυναίκα, ο πατέρας ένας άνθρωπος αποδυναμωμένος και από το γεγονός ότι είχε αναγκαστεί να πάρει το επώνυμο της συζύγου του λόγω του ότι παντρεύτηκε μια κοπέλα από ανώτερη κοινωνική και οικονομική τάξη (αυτά γίνονταν την εποχή εκείνη στην Ιαπωνία). Ένας πατέρας που κατέφευγε συστηματικά σε άλλες γυναίκες για να αναπληρώσει το συναισθηματικό του κενό και την έλλειψη ερωτικού ενδιαφέροντος από την πλευρά της συζύγου του. Η μητέρα θυμωμένη και διαρκώς ανικανοποίητη κακοποιούσε σωματικά και συναισθηματικά το μικρότερο παιδί της. Συχνά έστελνε  τη  Γιαγιόι να κατασκοπεύσει τον πατέρα στα ξεπορτίσματά του. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό για το μικρό κορίτσι.

(η Yayoi Kusama σε ηλικία 10 ετών)

Το παιδικό τραύμα σε συνδυασμό με μια αυστηρή ανατροφή, που απαγόρευε την επαφή με το αντίθετο φύλο, δημιούργησαν στην μικρή Γιαγιόι έντονη αποστροφή για το σεξ. Στο τραυματικό αυτό οικογενειακό περιβάλλον ήρθε να προστεθεί ο πόλεμος και οι καταθλιπτικές συνθήκες ζωής στη μεταπολεμική Ιαπωνία.

Σε ηλικία δέκα περίπου ετών η Γιαγιόι αρχίζει να έχει παραισθήσεις. Λουλούδια γέρνουν το κεφάλι και της γνέφουν, της μιλούν, σχήματα φαλλικά ορμούν κατά πάνω της απειλητικά. Ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα τυλίγει, καταπίνει τα πάντα στο ορατό της πεδίο.

(πορτρέτο της μητέρας της. 1939)

Για τον πίνακα της Flower (D.S.P.S) που δημιούργησε το 1954 η Κουσάμα μας λέει: «Μια μέρα κοιτούσα τα κόκκινα λουλούδια στο εμπριμέ τραπεζομάντηλο της κουζίνας μας· όταν σήκωσα τα μάτια είδα το ίδιο σχήμα να καλύπτει ολόκληρο το ταβάνι, τα παράθυρα και τους τοίχους, και τελικά το σχήμα αυτό σκέπασε ολόκληρο το δωμάτιο, ύστερα το σώμα μου, κι ύστερα σκέπασε το σύμπαν. Ένιωσα σαν να είχα αρχίσει να αυτό-αφανίζομαι, στροβιλιζόμουν στο άπειρο του αέναου χρόνου, στο απέραντο διάστημα· δεν ήμουν πλέον τίποτα. Όταν συνειδητοποίησα ότι αυτό συνέβαινε και δεν ήταν απλώς αποκύημα της φαντασίας μου, τρόμαξα. Έπρεπε να δραπετεύσω αλλιώς τα μάγια των κόκκινων λουλουδιών θα μου έπαιρναν τη ζωή. Ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες. Τα σκαλιά πίσω μου άρχισαν να καταρρέουν, να διαλύονται. Έπεσα και στραμπούληξα τον αστράγαλό μου».  

 

Η τέχνη για την Γιαγιόι Κουσάμα μοιάζει να είναι μονόδρομος. «Η τέχνη μου αποτελεί έκφραση της ζωής μου, της ψυχικής μου ασθένειας», μας εξομολογείται.

Το εικαστικό της έργο είναι γεμάτο επαναλαμβανόμενα σύμβολα. Μακρόστενα κοτσάνια/φαλλοί, σχήματα που μοιάζουν με αμοιβάδες, κυτταροειδείς κατασκευές – ο νους της συνειδητά ή ασυνείδητα πλημμυρίζει με σύμβολα που μοιάζουν βιολογική ύλη. Αυτά, μαζί με κηλίδες, πουά που παραπέμπουν σε κύτταρα και αντηχούν τη βασική μας βιολογική κατασκευή και την αναπαραγωγή του είδους, είναι ο τρόπος που η Κουσάμα εξορκίζει τις παραισθήσεις που τη βασανίζουν από παιδί και πηγάζουν από τις εμμονές και τις φοβίες της. Μέχρι τις μέρες μας εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τα στοιχεία αυτά τα οποία ασφαλώς δεν μπορούσε να αποκωδικοποιήσει ως παιδί.

Σε μια συνέντευξη που έδωσε το 2005 στο Into Performance μας εκμυστηρεύεται: «Ανατράφηκα ακούγοντας καθημερινά διαλέξεις ως προς τους κινδύνους που ενέχουν οι φιλίες και το ακάθαρτο αντίθετο φύλο. Έτσι, όταν έφθασα στην εφηβική ηλικία όπου τα περισσότερα κορίτσια ενδιαφέρονται για τα αγόρια, εγώ βρέθηκα καθηλωμένη από τη φοβία μου για τους άνδρες. Με τα χρόνια οι εμμονές και οι φοβίες μου κορυφώθηκαν. Οτιδήποτε είχε φαλλικό σχήμα μετατράπηκε σε κάτι απόλυτα τρομακτικό για μένα».

Το 1948 η Γιαγιόι Κουσάμα, παρά τις αντιρρήσεις της οικογένειάς της, γράφεται στο Kyoto Municipal School of Arts and Crafts για να σπουδάσει Nihonga, μια παραδοσιακή ιαπωνική τεχνική στη ζωγραφική. Δεν αργεί όμως να κουραστεί από το περιοριστικό για αυτήν είδος και, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, στρέφεται στην ευρωπαϊκή και αμερικανική avant garde, διοργανώνοντας ατομικές εκθέσεις των έργων της στη γενέτειρά της, το Ματσουμότο, και στο Τόκυο.

Ζει για ένα διάστημα στο Τόκυο και στη Γαλλία και, σε ηλικία των 27 ετών, φεύγει από την Ιαπωνία για να εγκατασταθεί μόνιμα στη Νέα Υόρκη, αν και δεν έχει την παραμικρή γνωριμία εκεί. Όμως δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Η ιαπωνική κοινωνία είναι για αυτήν «Πολύ μικρή, πολύ υποτακτική, πολύ φεουδαρχική, πολύ περιφρονητική απέναντι στις γυναίκες». Και, πριν εγκαταλείψει την Ιαπωνία, καταστρέφει πολλά από τα πρώιμα έργα της.

Στη Νέα Υόρκη αρχίζει να αλληλογραφεί με την Τζώρτζια Ο’ Κιφ η οποία δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για τα έργα της και την ενθαρρύνει να προχωρήσει. Η Κουσάμα, άγνωστη μεταξύ αγνώστων στην τρομακτική μεγαλούπολη, δεν αργεί να γίνει αποδεκτή από την καλλιτεχνική κοινότητα της Νέας Υόρκης. Κάνει φιλίες με εξέχουσες προσωπικότητες της εικαστικής σκηνής της εποχής, όπως ο Ντόναλντ Τζαντ και η γλύπτρια Έβα Χες. Με τον Τζαντ έχει μια σύντομη ερωτική σχέση και, αφού  το κεφάλαιο αυτό κλείσει, η φιλία τους θα κρατήσει χρόνια. Αργότερα σχετίζεται με τον κατά 26 χρόνια μεγαλύτερό της εικαστικό Τζότζεφ Κορνέλ. Αν και πλατωνική η σχέση τους είναι παθιασμένη· τηλεφωνιούνται καθημερινά και ο Κορνέλ της στέλνει κολάζ που φτιάχνει και αφιερώνει ειδικά σε εκείνην. Μένουν μαζί ως το θάνατό του, το 1972.

(με τον Τζότζεφ Κορνέλ)

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Κουσάμα αρχίζει να δημιουργεί έργα όπου καλύπτει αντικείμενα όπως σκάλες, παπούτσια, καρέκλες με λευκά φαλλικά σχήματα. Παρά τα μικροσκοπικά σχήματα που ζωγραφίζει, παράγει τεράστιες ποσότητες έργου, δουλεύοντας ώρες ατελείωτες και καθιερώνοντας ένα ρυθμό παραγωγής τον οποίο ακόμα διατηρεί.

Το θέμα του αυτό-αφανισμού και της απεικόνισης του άπειρου γίνεται εμμονή για την Κουσάμα. Μέσω αυτού παρουσιάζει μια εναλλακτική πραγματικότητα. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό μοτίβο είναι οι κηλίδες, τα πουά που επαναλαμβάνονται παντού, καλύπτουν τα πάντα στο διηνεκές και θεωρούνται πλέον η υπογραφή της δουλειάς της.

Η ίδια λέει, «Με ένα μόνο πουά δεν πετυχαίνουμε τίποτα. Στο σύμπαν υπάρχει ο ήλιος, το φεγγάρι, η γη και εκατοντάδες εκατομμύρια άστρα. Ζούμε όλοι μες στο ασύλληπτο μυστήριο της απεραντοσύνης του σύμπαντος. Η φιλοσοφία του σύμπαντος μέσω της τέχνης με οδηγεί σε αυτό που εγώ ονομάζω στερεοτυπική επανάληψη». Και σε μια άλλη συνέντευξη συμπληρώνει, «Η κηλίδα έχει το σχήμα του ήλιου, σύμβολο ενέργειας του κόσμου ολόκληρου και της ζωής μας. Έχει επίσης το σχήμα του φεγγαριού, το οποίο ενέχει τη γαλήνη. Στρογγυλό, απαλό, έγχρωμο, απαθές, αδαές. Οι κηλίδες μετατρέπονται σε κίνηση… Οι κηλίδες είναι ένας δρόμος προς την αιωνιότητα». Και κάπου αλλού, «Επιθυμία μου ήταν να προβλέψω και να μετρήσω το άπειρο του απέραντου σύμπαντος από τη δική μου θέση εντός του, και μέσα από τις κηλίδες».

 

(Infinity Net)

Με τη σειρά έργων με την ονομασία Δίκτυα Αιωνιότητας  (Infinity Net)  το έργο της περνάει από τα μοναχικά αφηρημένα, βιομορφικά σχήματα που ζωγράφιζε στη νεανική της ηλικία με γκουάς σε χαρτί και καμβά, σε πιο εμμονικές κατασκευές όπου τα σχήματα επαναλαμβάνονται. Στοιχείο που ακόμα καθορίζει την τέχνη της. «Χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς κέντρο. Όλος ο καμβάς καλύπτεται από ένα μονοχρωματικό δίκτυο. Αυτή η ατελείωτη επανάληψη δημιουργεί έναν ίλιγγο, ένα κενό, έχει μια επίδραση υπνωτιστική». Έτσι περιγράφει η ίδια το έργο της. Και η υπνωτιστική αυτή επίδραση μεταφέρεται στον θεατή, αφού η ίδια η καλλιτέχνης τον προσκαλεί να δει μέσα στο νου της.

Ένα ακόμα μοτίβο στην τέχνη της είναι η κολοκύθα. Τεράστια γλυπτά από κίτρινες κολοκύθες που καλύπτονται με μαύρες κηλίδες – ακόμα ένα σήμα κατατεθέν της Γιαγιόι Κουσάμα.

Όταν η Γιαγιόι Κουσάμα βρίσκεται στη Νέα Υόρκη ο μινιμαλισμός είναι ακόμα σε σπαργανική μορφή. Έτσι  τα Δίκτυα Απείρου θεωρούνται avant-garde. Είναι εξπρεσιονιστικά και μινιμαλιστικά, γεφυρώνουν δύο αντιθετικά κινήματα.

Πολύ νωρίς η Κουσάμα καθιερώνεται ως ηγετική φιγούρα της avant-garde και της ποπ κουλτούρας. Είναι η εποχή που γίνεται εξαιρετικά δημοφιλής με τη σειρά έργων Καθρέφτες/Δωμάτια αιωνιότητας (Mirror/Infinity rooms). Πρόκειται για περίπλοκες συνθέσεις, installations, δωμάτια κατασκευασμένα με αλλεπάλληλους καθρέφτες, όπου αντανακλώνται χρωματιστές και σφαιρικές λάμπες από νέον και λεντ που κρέμονται σε διαφορετικό ύψος πάνω από τον θεατή ο οποίος, καθώς στέκεται σε μια μικρή πλατφόρμα, βλέπει το φως να αντανακλάται στην επιφάνεια των κατόπτρων, δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση ενός χώρου που επεκτείνεται στο άπειρο.

Η Κουσάμα είναι πλέον διάσημη· όμως δεν κερδίζει σχεδόν τίποτα από τη δουλειά της. Νοσηλεύεται συχνά λόγω υπερκόπωσης και απογοήτευσης. Διότι την εποχή αυτή πολλοί είναι οι άντρες εικαστικοί που αντιγράφουν τη δουλειά της και γίνονται διάσημοι. Σε μια συνέντευξη αφήνει να εννοηθεί ότι ανάμεσά τους είναι ονόματα όπως του Άντι Ουόρχολ και του Κλάους Όλντεμπουργκ. Ταλαιπωρείται επίσης από την απόρριψη της οικογένειάς της που, όπως προαναφέραμε, δεν εγκρίνει ούτε τις επιλογές, ούτε τον τρόπο έκφρασής της.

Κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Η Τζόρτζια Ο’ Κιφ πείθει τον δικό της έμπορο τέχνης να αγοράσει μερικά έργα της Κουσάμα για να την βγάλει από το οικονομικό και ψυχικό αδιέξοδο.

Η Κουσάμα επανέρχεται και διοργανώνει happenings σε κεντρικά σημεία της Νέας Υόρκης. Στο Χάιντ Παρκ, στη Γέφυρα του Μπρούκλιν και αργότερα στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης όπου, ζωγραφίζοντας με πουά τα γυμνά σώματα των μοντέλων της αλλά και των θεατών, διαδηλώνει υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης και κατά του πολέμου του Βιετνάμ.

Η ανεξάρτητη φύση της, η αγωνιστικότητά της και η ενσυναίσθηση για τον συνάνθρωπο την εντάσσουν στα κινήματα της εποχής – στους χίππις, στο φεμινισμό, στο αντιπολεμικό κίνημα.

Το 1967 ο Τζαντ Γιαλκούτ κάνει μια ταινία για την Κουσάμα με τίτλο Ο αυτό-αφανισμός της Κουσάμα (Kusamas SelfObliteration).

Το 1973, μετά το θάνατο του Τζότζεφ Κορνέλ, η Γιαγιόι Κουσάμα επιστρέφει στο Τόκυο, και το 1977 μπαίνει οικειοθελώς στο ψυχιατρείο όπου κατοικεί ως τώρα. Διατηρεί ένα στούντιο εκεί κοντά και συνεχίζει να εργάζεται και να δημιουργεί με τους ίδιους ρυθμούς: 50 συνεχόμενες, κάποιες φορές ακόμα και 60 ώρες, όπου εισέρχεται σε μια κατάσταση καταληψίας θα έλεγε κανείς και που η ίδια ονομάζει «άφατη έκσταση».

Συχνά στις συνεντεύξεις της ομολογεί, «Αν δεν είχα την τέχνη, θα είχα από καιρό αυτοκτονήσει».

Μην ξεγελιέστε όμως, πρόκειται για μια γυναίκα ατρόμητη. «Φέρτε μου τον Πικάσσο, τον Ματίς, φέρτε μου όποιον θέλετε. Θα τους εξουδετερώσω όλους με μια κηλίδα», γράφει το 2012 στην αυτοβιογραφία της. Πρόκειται ασφαλώς για μια δήλωση κατά της πατριαρχικής δομής της κοινωνίας και του καλλιτεχνικού κόσμου, όπου όμως στην επιμονή, στην αποφασιστικότητα και στην αντοχή της διακρίνουμε κάτι περισσότερο: την προσωπική αγωνία της να αντιμετωπίσει τους βαθύτερους, τους σκοτεινότερους φόβους της. Φόβους που βέβαια η ίδια ποτέ δεν έκρυψε ούτε από τον εαυτό της, ούτε από το κοινό της.

Η ζωή και η καλλιτεχνική πορεία της Γιαγιόι Κουσάμα είναι μια σπαρακτική κατάθεση/απόδειξη της θεραπευτικής δύναμης της τέχνης, μια μελέτη της ανθρώπινης αντοχής. Η τέχνη για την 92χρονή σήμερα Γιαγιόι (είχε τα γενέθλιά της μόλις πριν μερικές ημέρες) είναι ένας αμυντικός μηχανισμός, ένας μηχανισμός επιβίωσης, που μετουσιώνει το τραύμα, τις παραισθήσεις, τις εμμονές, σε υλικό που τροφοδοτεί την 65χρονη εκπληκτική καριέρα της σε διάφορα πεδία. Ζωγραφική, γλυπτική, installations, μόδα, μουσική, συγγραφή, ποίηση. Μια εκπληκτική καριέρα, μια βασανισμένη ζωή που λυτρώνεται μέσα από τη δημιουργία μεταπλάθοντας κόσμους αισθητικής εκρηκτικότητας.

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.