Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Αγάθη Γεωργιάδου: Δημήτρης Αλεξίου, Τα πρόσωπα της Εκάτης, εκδ. Διάττων

Από την αρχαία μυθολογία εμπνευσμένη η νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Αλεξίου «Τα πρόσωπα της Εκάτης». Ο ποιητής επιλέγει ως τίτλο μια ενδιαφέρουσα αρχαία θεότητα, σκοτεινή, χθόνια και υποχθόνια, μια παρθένα κόρη με τρία πρόσωπα, που σύμφωνα με τον Ησίοδο εξουσίαζε τρία μέρη του κόσμου: τον Ουρανό, τη Θάλασσα και τη Γη· γι’ αυτό και ονομαζόταν Ουρανία, Χθονία, Ειναλία. Στον Ομηρικό Ύμνο στη Δήμητρα είχε σχέση με τον κάτω κόσμο και τους νεκρούς, καθώς και με τα Ελευσίνια μυστήρια. Στον ίδιο ύμνο συνδέεται και με τον άλλο χαρακτήρα της, τον «φωτεινό». Είναι η δαδοφόρος θεά που οδηγεί την Περσεφόνη στον πάνω κόσμο.

Με όλες αυτές τις αλλοτροπικές μορφές της διαχέεται η Εκάτη στα δώδεκα ποιήματα της συλλογής του Δημήτρη Αλεξίου αλλά και στην εκφραστικότατη προμετωπίδα του Γιώργου Λαζόγκα. Σταθερά στον κάτω κόσμο, με τη χθόνια υπόστασή της, μια γυναίκα με πολλά πρόσωπα και όχι μόνο με τρία, εμφανίζεται πότε ως Ιώ, Δήμητρα ή Περσεφόνη, πότε ως παρουσία ή κυρίως απουσία, πότε ως ύλη, σώμα, πραγματικότητα, παρόν και πότε ως άυλη μορφή του παρελθόντος.

Η Εκάτη, λοιπόν, με όλα αυτά τα προσωπεία, μας προσφέρει ένα μίτο στον «λαβύρινθο» των ποιητικών «μονολόγων» του Αλεξίου, εκφράζοντας ουσιαστικά και τις πολλαπλές όψεις της Γυναίκας που δεσπόζει στην ποιητική συλλογή. Ήδη στο εναρκτήριο ποίημα με τον τίτλο «Φωνή και ηχώ» συνομιλούν δύο από τις όψεις της: η υλική, η φωνή, και η άλλη, η άυλη, η ηχώ. Η φωνή ζει, περιπλανιέται στον τόπο και στον χρόνο, ερωτεύεται, προσβλέπει στο μέλλον και στο όραμα. Η ηχώ δεν φεύγει, δε θέλει να γυρίσει στο «τίποτα», φοβάται το φως, το παρελθόν και το μέλλον. Φωνή και ηχώ αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, την ύπαρξη και το αντίρροπό της, αυτό που θα χαθεί και θα γίνει «τίποτα», αυτό που έρχεται ή ίσως πηγαίνει μακριά αλλά θα ‘θελε να μείνει εδώ, σ’ αυτή τη ζωή. Το τίποτα και το κάτι, το παρελθόν και το παρόν, η λύπη και η χαρά, η ζωή και ο θάνατος, ο έρωτας και η απουσία, οι σχέσεις και ο χωρισμός, η επιστροφή και το μη αναστρέψιμο, αποτελούν αντιθέσεις που συνυφαίνουν ολόκληρο τον καμβά της ποιητικής αφήγησης. Κι ανάμεσά τους, κορυφαίο θέμα ο θάνατος, αφού και τα υπόλοιπα, ο έρωτας, η απομάκρυνση, η απουσία, συνιστούν μικρούς θανάτους.

Η θεματική του θανάτου είναι η εμφανέστερη στη συλλογή: την βρίσκουμε στους αρχαίους τόπους που ανακαλούν τον κάτω κόσμο (Στύγα, Σούνιο, Ασίνη, Κεραμεικός). Βρίσκεται ακόμα στα μυθολογικά πρόσωπα των οποίων η μοίρα είναι συνυφασμένη με τον Άδη (Δήμητρα, Περσεφόνη, Αιγέας, Προμηθέας, Πλούτωνας, Άρτεμη, Ύπνος, Νάρκισσος). Συναντάται επίσης στην αγαπημένη ώρα της ημέρας του ποιητή, τα μεσάνυχτα ιδίως με πανσέληνο, μια μεταιχμιακή ώρα μεταξύ θανάτου και ζωής, και ακόμα σε τόπους που συνειρμικά παραπέμπουν στον θάνατο, όπως «Πέρα από τον ίσκιο των κυπαρισσιών»», γκρεμούς, κρατήρες ηφαιστείων, απόκρημνες ακτές.

Συχνότερος είναι ο θάνατος από ταχύτητα. Ο ποιητής δανείζεται ένα φουτουριστικό μοτίβο, τον πόθο της ταχύτητας, και πλάθει με αυτό μικρές αφηγήσεις για πρόσωπα, που, αφού περιπλανηθούν «στη μαύρη ταινία της ασφάλτου», επιλέγουν τον ανοδικό «περίπατο» με θέα από ψηλά, αυτόν που τελικά οδηγεί στην «πτώση» και τη συντριβή. Σε κάθε τέτοιο τέλος αναδύονται τα τρία πρόσωπα της Εκάτης, η γη, ο ουρανός κι η θάλασσα: η γη με την έλξη προς τα κάτω, ο ουρανός που καλεί για ανέβασμα και πιο κάτω η θάλασσα που δέχεται το σώμα, το «άνθος της πτώσης»:

 

Αυθάδης ο θάνατος

με λέξεις κοφτές

σε στρέφει προς την κοιτίδα («Δήμητρα και Περσεφόνη»)

 

Και αλλού:

 

 Μοβ ρούχα

είχες ντυθεί.

 

Οδηγούσες.

 

Ανέβαιναν και κατέβαιναν

ανυφάντρας σε αργαλειό

τα πόδια σου.

[…]

Μόνη.

 

Ποιον έψαχνες να βρεις

με τέτοια ταχύτητα

στις ακτές του Σουνίου;

 

Το πέρασμα

του ελικοειδούς δρόμου

ευθυγραμμίστηκε

με την κατακόρυφη πτώση.

 

Εξακοντίστηκες

στο μη αναστρέψιμο.

 

Περιττεύουν οι λεπτομέρειες.

 

Κανείς δεν σε είδε στο βάραθρο.

 

Ούτε ένας μάρτυρας.

 

Κοντά στον βράχο

σύρριζα στον στρόβιλο

στη δίνη των κυμάτων.

[…] (Πτώση)

 

Αντίρροπο στον θάνατο, όπως πάντοτε, ο έρωτας. Κυριαρχεί στη συλλογή, συμπλέει, είτε ως δίδυμο του θανάτου είτε και ως πράξη και ενέργεια per se: ο έρωτας ως κάλεσμα ηδονής και πάθος αλλά και ο ανεκπλήρωτος πικρός έρωτας, ο τρελός και μονομανής, σαν του Βιζυηνού. Ακόμα ο έρωτας-τραύμα, ο επώδυνος, που συνεπάγεται διπλή στέρηση του αγαπημένου προσώπου, χωρισμό και θάνατο:

[…]

Το αριστερό σου χέρι

μετατόπιζε τον λεπτοδείκτη

κερδίζοντας λεπτό λεπτό

στην ιστόρηση-ανάδυση

της κοινής μας ζωής.

 

«Είναι και δική μου ανάγκη»

-είπες-

«να μεταθέτω τον τριγμό της ελπίδας

στο λευκό πέπλο της στέρησης».

[…]

Για μια στιγμή

νόμιζα πως βρήκα την ευκαιρία

για μόνωση και ανάπαυση.

 

Άλλαξα τα δεδομένα

όταν είδα τις φωτογραφίες

να βγαίνουν φλουταρισμένες

και χωρίς το περίγραμμά σου.

 

Στη γιορτή μου

έστελνες πάντα λουλούδια.

 

Στο ανταπέδωσα μια και καλή

με στεφάνι-βρόχο στη θανή σου.

 

Αυτούς που αγάπησα

τους πένθησα μια φορά

για τον χαμό τους.

 

Εσένα πόσες φορές θα σε πενθήσω; (Ταξίδι)

[…]

 

Σημαντικός στην ποιητική συλλογή είναι και ο έρωτας των λέξεων, η επιθυμία του ποιητή να τους δώσει πνοή, να τις κάνει εμπειρία ποιητική επιλέγοντάς τις μία προς μία. Του αρέσουν οι σπάνιες, ξεχωριστές λέξεις και φράσεις, όπως: αρμονία φολιδωτή, ηδονοδρόμιο, αλισάχνη κ.ά.:

 

Τη λέξη αλισάχνη
δεν την μάθαμε από τα λεξικά

Από αλμυρισμένα χείλη
την νιώσαμε,
από χαίνουσες πληγές
την καταλάβαμε.
(«Αλισάχνη ή ο Βιζυηνός στην Κυνόσουρα»)

Στο ποίημα “Σινε-Τριανόν” οι λέξεις ζωντανεύουν σ’ ένα προαιώνιο παιχνίδι ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, το οποίο καταλήγει σε κρεμάλα επτά γραμμάτων, αφού όλα –και οι έρωτες- έχουν ένα τέλος, έστω κι αν δυσκολευόμαστε να το αποδεχτούμε:

 

[…]

Αναπάντεχα

πρότεινες να παίξουμε κρεμάλα.

 

Επτά γράμματα σου έβαλα

και κρεμάστηκες.

 

Ρίγη παλαιών συγκινήσεων

στο μέλος φάντασμα.

 

Δίσταζα να δεχτώ

ότι άδειασε η δεξαμενή με τις λέξεις.

 

«Οι λέξεις»

-είπα-

«ζωντανεύουν

μόνον όταν τις βγάζουμε από τα λεξικά».

[…]

 

Εμφανή στην ποιητική συλλογή και τα διακείμενα, οι ενδοαναφορές του ποιητή στις οφειλές του, σ’ αυτούς που άφησαν τα ίχνη τους στο έργο του:  στον Όμηρο, τον Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη. Στον Σεφέρη ιδίως αφιερώνει ολόκληρο ποίημα, το «Ασίνη ή Το δαχτυλίδι». Ο χώρος της Ασίνης γίνεται αφετηρία προβληματισμού και για τον Αλεξίου, όπως και  για τον Σεφέρη. Στον χώρο αυτό ανακαλεί τον «βασιλιά της Ασίνης», όπου ο Σεφέρης συνειρμικά από την απουσία της ζωής πίσω από «την εντάφια χρυσή προσωπίδα» του βασιλιά μεταβαίνει στο υπαρξιακό πρόβλημα διαπιστώνοντας το κενό πίσω από το «μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας» και το προσωπικό ή ποιητικό κενό «παντού μαζί μας» («Ο ποιητής ένα κενό….»). Ο Δημήτρης Αλεξίου ασχολείται περισσότερο με «τη σύγχρονη θλίψη» διαπιστώνοντας πως το παρελθόν έχει μετατραπεί σε «σκιά του παρόντος», σε «άχαρο παρόν». Στο ποίημα αναδεικνύεται και το αίσθημα του έπηλυ που αισθάνεται ο Έλληνας στον αρχαίο χώρο. Συνειρμικά, όπως ο Σεφέρης, το ποιητικό υποκείμενο αναζητεί τις γέφυρες για να συνδέσει το τότε με το τώρα. Στον ίδιο χώρο παρούσα και η γυναίκα, που, καθώς απαγγέλλει το σεφερικό ποίημα, οδηγείται σε λυγμούς, αφού συνειδητοποιεί, σε μια κρίση αυτογνωσίας, το μεταξύ τους κενό, που συμβολοποιείται με την απώλεια του δαχτυλιδιού της μητέρας:

[…]

Φεύγοντας

αγγίξαμε τις παγωμένες πέτρες

και το ζεστό χέρι του φύλακα.

 

Από τη σιωπή του κάστρου

στην τύρβη του κόσμου.

 

Οι άνθρωποι

φορούσαν ξανά τα γιορτινά τους

και πήγαιναν στην εκκλησία.

 

Η ζωή συνεχιζόταν

αλλά όχι για μας.

 

Μια πραγματικά εύγλωττη απεικόνιση του εσωτερικού κενού που κρύβουμε μέσα μας ως αποτέλεσμα της φθοράς των σχέσεων.

Συνολικά θεωρημένα τα δώδεκα ποιήματα της συλλογής ακινητοποιούν στον χρόνο πικρές στιγμές της ανθρώπινης ζωής όχι μόνο της ατομικής, αλλά και όλων μας. Αποτελούν μνήμες που ανασύρει ο ποιητής από τα συρτάρια του παρελθόντος του ή και στιγμές του παρόντος που στοιχειώνουν το μυαλό του ή και λόγια που ειπώθηκαν ή άλλα που έμειναν εκκρεμή, επειδή κάποιο τέλος ήρθε να τα φιμώσει. Κάθε ποίημα αποτυπώνει μέσα στην αφηγηματικότητά του λυρικές εικόνες που δραματοποιούνται τοποθετημένες θεατρικά σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Κάθε ποίημα μοιάζει έτσι με μια μικρή θεατρική πράξη ή και με ένα μουσικό ιντερμέδιο, ένα ρέκβιεμ που αφηγείται λυρικά έναν καινούριο καημό:

 

Ξαπλωμένη

η  τέταρτη ταχύτητα

 μπαγκέτα

 διευθύνει την ορχήστρα.

 

Ρέκβιεμ

 στο χωρισμό μας.

 

Στον ανοικτίρμονα καθρέφτη σου

πάντα εγώ

χωρίς καν να το υποψιάζεσαι

φύλακας άγγελος

και μοναδικός αποδέκτης

των σκέψεών σου.

 

Το τασάκι

γεμάτο αποτσίγαρα.

 

Και παρελθόν.

 

Όρθρου βαθέος

άνοιγες την καγκελόπορτα

των μνημάτων. […] («Δήμητρα και Περσεφόνη»)

 

Τα ποιήματα της συλλογής είναι εκτενή. Μοιάζουν με κομμούς που έχουν συντεθεί με δίστιχες ή πολύστιχες εναλλασσόμενες στροφές και αντιστροφές και ψηλαφούν το αίνιγμα της ζωής και του θανάτου. Νέο το ένδυμα, παλιό το πάθος. Η νέα ποιητική συλλογή του Αλεξίου μας δείχνει πως η ποίηση μπορεί να μιλάει για τα ίδια προβλήματα που ταλανίζουν τον άνθρωπο από την εποχή του Ομήρου, όμως με τον ξεχωριστό τρόπο του κάθε ποιητή, με τις ρωγμές που επίτηδες επιλέγει να αφήσει για τον αναγνώστη μεταξύ των στίχων του ή με τις σιωπές του ή ακόμα με την ανανοηματοδότηση πανάρχαιων ή και σύγχρονων συμβόλων.

Διακριτικά ο ποιητής, αφήνοντας αυτές τις μικρές φωτεινές χαραματιές, μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε στον μυστικό του κόσμο και να μοιραστούμε μαζί του κάποιες προσωπικές στιγμές του που μπορεί ωστόσο να αφορούν και όλους μας. Ίσως να αναγνωρίζουμε σ’ αυτές και δικούς μας πόθους, καημούς και απουσίες. Ίδιες θλίψεις, πανάρχαια προβλήματα, αφού πράγματι: η Εκάτη έχει τόσα πρόσωπα και προσωπεία όσα και ο εαυτός μας.

 

Η Αγάθη Γεωργιάδου είναι φιλόλογος και κριτικός

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.