Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Αγάθη Γεωργιάδου: Ο Νικηφόρος Βρεττάκος και η οπτική ποίηση  

 Το 1961 ο Νικηφόρος Βρεττάκος δημοσιεύει την ποιητική συλλογή Το βάθος του κόσμου, η οποία περιλάμβανε ποιήματα του 1958-1959. Στη συλλογή αυτή ο Βρεττάκος φαίνεται να πειραματίζεται με μια νέα ποιητική φόρμα που στηρίζεται στη λεγόμενη σχηματική ή εικονιστική ή οπτική ποίηση (pattern ή figure poetry). Η ποίηση αυτή δημιουργείται για να βλέπεται και όχι μόνο να διαβάζεται όπως η παραδοσιακή ποίηση. Στηρίζεται σε μια διάταξη των στίχων που μετατρέπουν το γλωσσικό μήνυμα σε οπτικό. Η διαδοχή στίχων διαφορετικού μήκους δίνει στο περίγραμμα του ποιήματος τη μορφή ενός συγκεκριμένου αντικειμένου.

Η «σχηματική» ποίηση έχει πανάρχαιες ρίζες. Γνωστά είναι στην ελληνιστική εποχή (3ος-2ος π.Χ. αιώνας) τα λεγόμενα «τεχνοπαίγνια», όπως τα τρία επιγράμματα του Σιμ(μ)ίου του Ροδίου που άκμασε γύρω στο 300 π.Χ. (XV 22, 24, 27): Πέλεκυς, Πτέρυγες Έρωτος, Ωόν που σώζονται στην Παλατινή Ανθολογία και των οποίων οι στίχοι εικονίζουν το σχήμα του αντικειμένου για το οποίο μιλούν.

Η εικονιστική ποίηση αναβίωσε με τους Γάλλους συμβολιστές, συγκεκριμένα με τον Στεφάν Μαλλαρμέ, που πρώτος γράφει το ποίημά του «Μια ζαριά ποτέ δεν θα καταργήσει το τυχαίο» (1897) διάσπαρτο στο χαρτί, με τρόπο να θυμίζει παρτιτούρα[1]. Στις αρχές του 20υ αιώνα στο Μιλάνο ο Μαρινέττι εκδίδει το «Μανιφέστο της Τεχνικής της φουτουριστικής λογοτεχνίας» και υποστηρίζει πως πρέπει να κόψουμε τα δεσμά της σύνταξης και της στίξης. Τις αρχές του Μαλλαρμέ και του Μαρινέττι ακολούθησαν πολλοί και κυρίως ο Ρώσος φουτουριστής ποιητής Μαγιακόφσκι, του οποίου οι στίχοι φαίνονται διασκορπισμένοι στο χαρτί.

Από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της εικονογραφικής ποίησης είναι ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ. Στα «Καλλιγραφήματά» του (1918) περιλαμβάνει πολλά σχηματικά ποιήματα, όπου ο λόγος – γραφή λειτουργεί και ως μήνυμα και ως εικόνα.

 Ανάλογα και ο Αμερικανός ποιητής και ζωγράφος ΕΕ Κάμμινγκς αναθεωρεί τους περισσότερους κανόνες ποιητικής των ημερών του με την απελευθέρωση της τυπογραφικής μορφής των ποιημάτων του. Αγαπά, όπως ο Μαγιακόφσκι, το σύστημα των βαθμίδων και κάνει κλίμακες με γράμματα.

Σε ότι αφορά την ελληνική λογοτεχνία καλλιγραφήματα έχει γράψει ο Γιώργος Σεφέρης. Συγκεκριμένα, στην ποιητική του συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄ υπάρχει το ποίημα που τιτλοφορείται «Καλλιγράφημα», του οποίου οι στίχοι σχηματίζουν τις σιλουέτες τριών ιστιοφόρων του Νείλου.

Κατά τη δεκαετία του 1950 η εικονιστική ποίηση ανανεώθηκε και ονομάστηκε «Συγκεκριμένη ποίηση» (Concrete poetry). Η ποίηση αυτή χρησιμοποίησε τα τυπογραφικά στοιχεία με τέτοιο τρόπο ώστε οι συλλαβές ή οι λέξεις να σχηματίζουν μια υποβλητική εικόνα. Ο εμπνευστής της Ελβετός Eugen Gomringer (Ούγκεν Γκόμρινγκερ ) έλεγε ότι με μία λέξη μπορούσε να λέει πολλά, όπως με τη λέξη wind στο ακόλουθο εικονο-ποίημα:

Πάντως, το κύριο χαρακτηριστικό της οπτικής ποίησης είναι η ελευθερία του ποιητή να διατάσσει τις λέξεις του ποιήματός του με τέτοιο τρόπο ώστε να αποδίδουν ένα συγκεκριμένο συναισθηματικό περιεχόμενο.

Επηρεασμένος πιθανότατα ο Νικηφόρος Βρεττάκος από όλες αυτές τις ανανεωτικές τάσεις στην ποίηση και τους πειραματισμούς με τη μορφή του ποιήματος και λάτρης της εικόνας, εισάγει στην ποίησή του στοιχεία της οπτικής ποίησης. Στη συλλογή του Το βάθος του κόσμου έχουμε δέκα τουλάχιστον ποιήματα στα οποία το γλωσσικό μήνυμα συνδυάζεται και με την οπτική διάταξη των λέξεων και των στίχων. Βέβαια ο Βρεττάκος δεν προτιμά ποιήματα εξ ολοκλήρου εικαστικά, όπως το «Λαβωμένο περιστέρι» του Απολλιναίρ, αλλά αξιοποιεί σε μεγάλο βαθμό το σχήμα της κλιμάκωσης και την κατά βαθμίδες διάταξη των στίχων. Η γλώσσα του αποκτά έτσι μια επιπλέον σημασιολογική διάσταση με την εικονική χρήση. Εξαίρεση αποτελεί το εικονοποιημένο ποίημα η «Ανταρσία των πουλιών», στο οποίο θα εστιάσω στη συνέχεια.

Τα σχηματικά ποιήματα του Βρεττάκου παίρνουν τις εξής μορφές:

Οι στίχοι τους ενίοτε σπάνε σε δύο μέρη, σχηματίζοντας κλίμακες ημιστιχίων. Στο ποίημα «Η ανοιγμένη φλέβα» τα ημιστίχια μοιάζουν με παραπόταμους ανάμεσα σε βουνά και δείχνουν την επιθυμία του ποιητή να απεικονίσει το γλωσσικό μήνυμα:

 

Η ανοιγμένη φλέβα

 

Δέσε απόψε τη σπασμένη μου φλέβα.

Ο σφυγμός μου αδυνάτισε. Προσπαθείς να την κλείσεις

μ’ ένα άσπρο τριαντάφυλλο. Έγινε κόκκινο.

Όλα κοκκίνισαν.

                        Τα σεντόνια μου έγιναν

παραπόταμοι ανάμεσα

       στα βουνά. Παραπόταμοι

κόκκινοι

ανάμεσα

στ’ άστρα.

 

Αλλού, χρησιμοποιεί το κλιμακωτό σχήμα. Συνήθως το ποίημα αρχίζει «κανονικά» και στη συνέχεια το μήνυμα οπτικοποιείται με το σύστημα των βαθμίδων. Είναι σαν να διαιρείται ο στίχος σε τρία μικρότερα τμήματα, τα οποία δημιουργούν τρία επάλληλα επίπεδα που τοποθετούνται συνήθως στο μέσο του ποιήματος.

Στο ποίημα «Αντιπαράσταση» ο ποιητής αποτυπώνει τον κόσμο του και της αγαπημένης του σαν μια κατάβαση άστρων στα βάθη του είναι τους, δύο «αντιμέτωπα», απαστράπτοντα και ατελεύτητα σύμπαντα με ήλιους κι αστέρια:

 

Αντιπαράσταση

 

Με ανακαλύπτεις και σε ανακαλύπτω.

Δυο κόσμοι ατελεύτητοι: Ουρανοί που διαδέχονται

ο ένας τον άλλο. Τοπία που κρύβουν πίσω τους

άλλα τοπία. Ήλιοι κι’ αστέρια σε σχήματα

ποταμιών, που διαγράφοντας λάμπουσες

μεγάλες

στροφές

κατεβαίνουν

στα βάθη μας –

Ας μας άφηνε ο Θεός

δέκα αιώνες φωτός αντιμέτωπους!

Δεν τελειώνει ο άνθρωπος

   όπως κι ο κόσμος. 

 

 

Σε άλλη περίπτωση, επιλεγμένες λέξεις αυτονομούνται για να πάρουν περίοπτη θέση στο ποίημα:

 

Ο λόγος των χεριών

 

Μιάν ώρα σχεδόν, μου μιλούσαν τα χέρια σου.

Είχα ακούσει τραγούδια ποταμιών και δασών,

αλλ’ αυτό το τραγούδι, πρώτη φορά –

Το αναδίναν τα χέρια σου.

Ο τζίτζικας πάνω

στο πεύκο σταμάτησε. Πέρα στη δύση,

πέφτοντας κάθετα, μοιάζαν οι αχτίδες

σαν ίχνη που αφήσαν τα φτερά των αγγέλων

μες στον ορίζοντα.

Μέσα

σ’ όλου του κόσμου το σούρουπο ακούγονταν

μόνο τα χέρια σου.

 

Δέκα γρύλλοι μαζί τα δέκα σου δάχτυλα,

κοιτώντας ψηλά στον ορίζοντα, σ’ έκσταση,

τραγουδούσαν –

θαρρείς

και τα ίχνη που αφήσαν τα φτερά των αγγέλων

       είχαν γίνει πεντάγραμμα.

 

Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι ο ποιητής δίνει συχνά στο ποίημά του το σχήμα του ανεστραμμένου κόλουρου κώνου. Ο τελευταίος στίχος ή οι δύο τελευταίοι αφήνουν εσοχές δεξιά και αριστερά και είναι μικρότεροι από τους άλλους. Αυτό το σχήμα απαντάται στην πλειονότητα των ποιημάτων της συλλογής.

Σε μερικά ποιήματά του οι κλιμακωτές βαθμίδες σχηματίζονται με όμοιες λέξεις που μπορεί να επαναλαμβάνονται μέχρι και τέσσερις φορές για ν’ αποδώσουν ένα συγκεκριμένο αίσθημα:

 

Πολλές φορές

 

Πολλές φορές μου έτυχε ν’ ανακαλύψω,

περιδιαβάζοντας τον κόσμο, πως μου λείπουνε λέξεις. Έτυχε να ιδώ

τοπία ωραία ή πρόσωπα. Έτυχε απ’ την άλλη

να ιδώ αγωνίες, τραύματα, φόβους, αλλά δεν μπόρεσα.

Δεν είχα τ’ απαιτούμενα να τ’ αναπαραστήσω.

 

Υπήρχαν πράγματα χωρίς λέξεις. Έτσι κατάλαβα

πως είναι η γλώσσα μου γυμνή. Πως στέκομαι όπως ένας

ψευδός μπρος σε μια θάλασσα ανέκφραστη που βουίζει,

βουίζει,

βουίζει,

βουίζει,

ατελεύτητη.

 

Κι αλλού:

 

Μια ερμηνεία της μοναξιάς

 

Αναρωτιέται πως μπόρεσε κ’ έμεινε
τόσο μόνος στον κόσμο. Σηκώνεται έπειτα
κι ανοίγει ένα – ένα τα παράθυρα. (Βλέπει
προς όλα τα σημεία το σπίτι):
Σύννεφα
Σύννεφα
Σύννεφα –
Ίσως, λέει, να κατάλαβα τι θα ειπεί
μόνος. Σε μια γης που είναι όλη,
απ’ τη μι’ άκρη, ως την άλλη της
λασπωμένη, εσύ να διστάζεις
να ενδώσεις. Να μη θέλεις εσύ
να λερώσεις την Ύπαρξη.

 

Ξεχωριστό ανάμεσα στα οπτικά ποιήματα του Βρεττάκου είναι το ποίημα «Η Ανταρσία των πουλιών», αφού αποτελεί σχεδόν ένα καλλιγράφημα. Οι λέξεις του στο χαρτί μοιάζουν με πουλιά που σκόρπισαν στον ουρανό.  Αυτή η οπτική εικόνα οφείλεται στην κατά βαθμίδες διάταξη των στίχων. Οι 38 στίχοι του, μονοσύλλαβοι στην πλειονότητά τους, τοποθετούνται σε κατιούσα κλίμακα ανά τρεις. Ο σχηματισμός αυτός ανατρέπεται σε δύο σημεία, δημιουργώντας μια «αναστάτωση», ένα είδος ανταρσίας στην τάξη του σύμπαντος και στη μορφή του ποιήματος. Είναι η ανταρσία των πουλιών.

 

Η ανταρσία των πουλιών

 

Ύστερα από

       τόσον πόνο

ο Θεός

το γνώριζε

      πως

θα γινόμουν

αηδόνι –

 Δεν βλέπεις

        λοιπόν

άνοιξή μου;

      Το χέρι σου

άνθισε –

Σήμερα

γύρω

       στα πέντε σου

 

δάχτυλα

πέντε φωλιές

με γαλάζια

      πουλιά

   αναστάτωσαν

 

την

    επουράνια

      τάξη –

Δε βγαίνεις;

       Δε βγαίνεις

 να τα

μαλώσεις

    και λίγο

     λοιπόν

άνοιξή μου;

       Οι φωνές τους

σκορπίσαν

     τα χρώματα

                        έχουν

κάνει

         άνω κάτω

 του ήλιου

     το φως[2].

 

Τι όμως επιδιώκει ο ποιητής με το ποίημα αυτό;

Ας δούμε το περιεχόμενό του. Στο ποίημα ο ποιητής μιλάει σε α΄ πρόσωπο και διαπιστώνει πως ο πόνος τον έκανε ποιητή – αηδόνι. Και καθώς τραγουδά, το χέρι της άνοιξης ανθίζει και στα δάκτυλά της εμφανίζονται πέντε φωλιές πουλιών που αναστατώνουν την επουράνια τάξη. Ο ποιητής απευθύνεται στην άνοιξη σαν να είναι φίλη του και την προκαλεί να βγει και να μαλώσει τα πουλιά που «χάλασαν» την ηρεμία του ουρανού με τις φωνές τους και τα χρώματά τους, αναστατώνοντας και το φως του ήλιου. Ο ποιητής φαίνεται να πιστεύει πως η ποίηση φέρνει την ομορφιά και τη χαρά στον κόσμο.

Ποια είναι όμως η ανταρσία των πουλιών; Είναι το τραγούδι και τα χρώματά τους. ‘Όπως αυτά, έτσι κι ο ποιητής με την τέχνη του «αναστατώνει» τον κόσμο, φέρνει την ομορφιά.

Η μικρή επανάσταση των πουλιών αποδίδεται σχηματικά με τις κλίμακες και τα διάκενα. Οι λέξεις αραιά αφημένες στο χαρτί μοιάζουν με πουλιά που φτερουγίζουν στον ουρανό.

Η μορφή του ποιήματος ανακαλεί στο νου μας την ποίηση του Μαγιακόφσκι, ιδίως το ποίημα «Ξελασπώστε το μέλλον»:

 

Το μέλλον δε θα ‘ρθει

                                από μονάχο του, έτσι νέτο σκέτο,

αν δεν πάρουμε μέτρα

                                 κι εμείς.

Από τα βράγχια, κομσομόλε, άρπαξε το!

Απ’ την ουρά του, πιονιέροι, εσείς.

Η κομμούνα

                  δεν είναι μια βασιλοπούλα του παραμυθιού, που λές,

για να την ονειρεύεσαι

                                τις νυχτιές.

Μέτρησε,

                  καλοσκέψου,

                                        σημάδεψε –

και τράβα, βήματα τα βήματα,

                                            έστω και πάνω σε μικροζητήματα.

Δεν είναι μόνον

                       ο κομμουνισμός

στη γη,

         στα κάθιδρα εργοστάσια εκείνα.

Είναι και μέσ’ στο σπίτι,

                               στο τραπεζάκι μπρος,

στις σχέσεις,

             στη φαμίλια,

                         στην καθημερινή ρουτίνα.

Εκείνος κει,

               που ολημερίς

τριζοβολάει βλαστήμιες

                                     σαν κάρο κακογρασωμένο

εκείνος που,

                  σαν ολολύζει η μπαλαλάικα,

                                                                χλωμιάζει ευθύς,

αυτός

          το μπόι του μέλλοντος

                                           δεν το ‘χει φτασμένο. […]

                                                (Μτφρ. Γ. Ρίτσος)

  Όπως η μορφή των ποιημάτων του Μαγιακόφσκι με τη χρήση των βαθμίδων και των διάκενων μεταξύ των λέξεων αποτελεί την επαναστατική πράξη του ποιητή ενάντια στην παράδοση, έτσι και του Βρεττάκου, η ανατροπή της παραδοσιακής γραφής και η σύζευξη της αισθητικής με την πρωτοπορία, αποτελεί ίσως τη δική του αντίδραση στο τέλος της δύσκολης πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας. Ανατρέποντας τη μορφική κανονικότητα του στίχου, δείχνει πως η ποίηση μπορεί να αντισταθεί σε ό,τι είναι συμβατικό και διατρανώνει πως η αγάπη και η ειρήνη ομορφαίνουν τον κόσμο.

 

 Σημειώσεις

[1]. Είναι ένα μεγάλο «τυπογραφικό ποίημα» όπως χαρακτηρίστηκε, ή όπως έγραψε ο Βαλερύ, ο Μαλλαρμέ προσπάθησε «να προσδώσει σε μια σελίδα τη δύναμη του έναστρου ουρανού».

[2] Οι υπογραμμίσεις δικές μου.

Βιβλιογραφία-Δικτυογραφία
Αγραφιώτης Δ. (2003). «Οπτική ποίηση: Μικρός Οδηγός Πλοήγησης. http://dagrafiotis.com/?p=481
Αργυρίου Α. (1979). «Νικηφόρος Βρεττάκος», Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου, σ.162-167 (της εισαγωγής) και 186-187. Αθήνα: Σοκόλης, 1979.
Αρχείο Νικηφόρου Βρεττάκου, http://nikiforosvrettakos.gr/lst/categorie/70
Καραντώνης Α. (1976). «Νικηφόρος Βρεττάκος», Η ποίησή μας μετά τον Σεφέρη, σ.60-89. Αθήνα: Δωδώνη.
Βρεττάκος Ν. (1976). Μελέτες για το έργο του. Αθήνα: Διογένης.
Βρεττάκος Ν. (χ.χ.). Αφιέρωμα. Αθήνα, Βιβλιοθήκη της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων.
Βρεττάκος Ν. (1999). Ποιήματα, 2ος τόμος, Αθήνα: Τρία φύλλα.
Κούρτοβικ Δ. (1995). «Νικηφόρος Βρεττάκος», Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς· Ένας οδηγός, σ.47-48. Αθήνα: Πατάκης.
Μνήμη του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου, 1912-1991 (1993). Επιμ. Π.Δ. Μαστροδημήτρης. Αθήνα: Δόμος.
Στεφανίδης Μ. (2016). «Μικρή μελέτη για την οπτική ποίηση. Εικονο-γραφίες. Πάρε τη λέξη μου. Δώσε μου την εικόνα σου». http://manosstefanidis.blogspot.gr/2016/03/blog-post_10.html

Βιογραφικό σημείωμα

Η Αγάθη Γεωργιάδου είναι φιλόλογος και συγγραφέας εκπαιδευτικών και επιστημονικών βιβλίων. Εργάστηκε στο τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, ως μέλος της Ομάδας Λογοτεχνίας του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας και του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και ως Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων. Στην εκπαιδευτική της δραστηριότητα περιλαμβάνονται πλήθος σεμιναρίων και εργαστηρίων με θέμα τη διδασκαλία και την αξιολόγηση της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Στο συγγραφικό της έργο περιλαμβάνονται άρθρα, δοκίμια, κριτικές και βιβλία στην αρχαία, νεοελληνική και ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Ενδεικτικά: Προτάσεις Ερμηνείας στη Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία (1999), Διαβάζοντας Κική Δημουλά (2001), Λογοτεχνικές Διαδρομές (2005), Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες, 3 τόμοι (2006), Η Ποιητική Περιπέτεια (2006), Διδακτική της Λογοτεχνίας (επιμ. 2017), Διδακτική της Νεοελληνικής Γλώσσας (επιμ.  2017), Ηλίας Γκρής (2019), Προσεγγίζοντας το αδίδακτο λογοτεχνικό κείμενο (2020) κ.ά.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.