Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Αγγελική Σκάρα: Ο Φώτο – Μπράχος

«Φώτο-Μπράχος ‘πο το Σούλι, τα σιουλβάρια σα σακούλι,
Φώτο-Μπράχος ‘πο το Σούλι, τα σιουλβάρια σα σακούλι…»

Οι παιδικές φωνές ακολουθούσαν τον σκυφτό γέρο σαν αχός. Κι εκείνος χαμογελούσε με το κουτσοδόντικο στόμα του και περίμενε πότε θα ξεθαρρέψουν αρκετά για να ξαπολύσει τον πόλεμο. Γιατί πόλεμος ήχων γινόταν κάθε
απόγευμα, καθώς ο τρομερός γέρος ξεπρόβαλλε από την αυλή του
σπιτιού του για να πάει στο καφενείο. Τα παιδόπουλα τον έπαιρναν
στο κατόπι φωνάζοντας ”Φώτο-Μπράχος ‘πο το Σούλι, τα σιουλβάρια
σα σακούλι”.
Ο Φώτο-Μπράχος, από τους παλιούς νοικοκυραίους του χωριού, είχε
απομείνει μονάχος, με τα γεράματα και τις παραξενιές του συντροφιά.
Η κυρά του είχε πεθάνει εδώ και χρόνια. Ο γιος του στην Αθήνα,
τον χιλιοπαρακαλούσε να πάει μαζί του. Αλλά τι να κάνει αυτός
στην Αθήνα; Εκεί ούτε ήξερε κανέναν, ούτε τον ήξερε και
κανένας. Δεν είχε το καφενείο που ‘παιζε ξερή, δεν είχε το
ραΐδιο* , απ’ όπου αγνάντευε στον κάμπο… Και προπαντός εκεί δεν
είχε τον απογεματινό πόλεμο με τα «πιδούλια», τα πιτσιρίκια που
τον έπαιρναν από πίσω , ξεφωνίζοντας ”Φώτο -Μπράχος ‘πο το
Σούλι…” ξανά και ξανά , περιμένοντας με αδημονία την αντίδραση
του γέρου… Αντίδραση, που άλλοτε ερχόταν αμέσως μόλις έβγαινε
από το σπίτι κι άλλοτε σε κάποιο άλλο σημείο της διαδρομής. Κι
αυτός, με τη σειρά του, άλλοτε δεν μπορούσε να κρατήσει τα γέλια
του και αντιδρούσε αμέσως κι άλλοτε προχωρούσε αργά-αργά,σκυφτός
πάνω στη χοντρή μαγκούρα του, σέρνοντας τα πόδια χρούτς-χρούτς, με την άσπρη βράκα του να φουρφουλίζει με το απογευματινό αεράκι.
Η βράκα αυτή ήταν φαρδιά, σαν φουφούλα. Κρατιόταν στη μέση με
ένα ζωνάρι μάλλινο με κόκκινες και μαύρες ρίγες, υφασμένο στον
αργαλειό, από τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του. Καθώς ο Φώτος πήγαινε
σκυφτός, τα παιδιά έβλεπαν μόνο τον πισινό του, που προχωρούσε
άσπρος-άσπρος σαν χιονισμένος λόφος. Και καθώς ο γέρος
προχωρούσε, σκεφτόταν πότε θα γυρίσει ξαφνικά, θα σηκώσει τη
μαγκούρα -τάχα θυμωμένος- και θα κάνει πως τα παίρνει στο κυνήγι.
Κι εκείνα, θα έτρεχαν ξεφωνίζοντας, λίγο φοβισμένα, λίγο
διασκεδάζοντας.
Και κάθε απόγευμα το ίδιο παιγνίδι. Και κάθε απόγευμα η ίδια
προσμονή κι από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις.
Έτσι και σήμερα βγήκε ο Φώτο -Μπράχος από το σπίτι. Και
προχωρούσε με το παιδομάνι ξωπίσω του. Κι άξαφνα φάνηκε μπροστά του
η κακω*-Μαρίνα, η γειτόνισσά του, κρατώντας από το χεράκι το
μικρό της εγγονάκι, το στερνοπούλι της. Ο μικρός φορούσε μια
μεταξωτή φουφουλίτσα. Την είχε στείλει ο πατέρας του από την
Αθήνα. Κελαηδούσε ευτυχισμένος που πήγαινε βόλτα με τη γιαγιά του.
Όταν άκουσε την οχλοβοή, σταμάτησε τρομαγμένος και στριμώχτηκε στα
φουστάνια της γιαγιάς. Ο Φώτο-Μπράχος στάθηκε απότομα, γύρισε
-τάχα θυμωμένος – προς τα παιδιά σηκώνοντας απειλητικά τη μαγκούρα.
Εκείνα σκόρπισαν φωνάζοντας. Κι εκείνος γύρισε γελώντας προς το
μικρούλι.
«Δε μ΄λες; Χιλώνις έεις στου βρακί σ’;»

Ο μικρός κοκάλωσε, κιτρίνισε από το φόβο του και σφίχτηκε ακόμα πιο κοντά στη γιαγιά του. Και πριν εκείνη προλάβει να τον πάρει στην αγκαλιά της, κατουρήθηκε… Ο Φώτος έβαλε τα γέλια . Κι η γριά άρχισε τις
κατάρες.
«Κακιά ‘στραπή να σι βαρέσ’ Φώτου, μ΄τρόμαξις του παιδί.»
Ο Φώτος συνέχισε γελώντας με το φαφούτικο στόμα του το δρόμο προς
το καφενείο. Κι ο μικρός εγγονός της κακω-Μαρίνας κατουριόταν κάθε φορά που
έβλεπε από μακριά τον Φώτο-Μπράχο ή άκουγε την τρομερή κραυγή
«Φώτο -Μπράχος ‘πό το Σούλι, τα σιουλβάρια σα σακούλι.»

 

 

* ραϊδιο = κάθετη τομή βουνού, σε μεγάλο βάθος.
*κάκω= θεία. Ηπειρώτικη προσφώνηση σε μεσόκοπη γυναίκα, που δεν
μπορείς να την πεις ”γιαγιά”, αλλά ούτε να τη φωνάξεις – αν είσαι
νεότερός της – με το όνομά της.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.