Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Αλέξανδρος Βαναργιώτης: Απόκριες στο χωριό

Στο καφενείο ο παπάς κι ο δάσκαλος έπιναν καφέ σκυφτοί κι αμίλητοι, γεμάτοι θλίψη. Στους δρόμους γκλιγκάνιζαν οι κουδούνες, σφύριζαν οι κουδουναραίοι. Όλη τη μέρα πετάγονταν από γωνίες και τρομοκρατούσαν κι έδερναν όποιον δεν έτρεχε γρήγορα. Εξοπλισμένοι με πλαστικά ρόπαλα και σφυριά, αλλά και γκλίτσες ή βίτσες μας ταλαιπωρούσαν αφάνταστα με τις βαρβαρότητές τους.

Δεν με παρηγορούσε καθόλου η σύνδεση των εθίμων της Αποκριάς με τις γιορτές του Διονύσου στην αρχαιότητα. Η μυρωδιά της τραγίλας από τις προβιές, με τις οποίες ήταν ντυμένοι, και του τσίπουρου που κατέβαζαν με τις νταμιτζάνες, για να μην κρυώνουν, αλλά και οι τρομακτικές μάσκες τους, έσπερναν φόβο και αποτροπιασμό.

Την Καθαρά Δευτέρα, στην κεντρική πλατεία έκαναν γάμο. Γαμπρός ήταν μια γυναίκα, και νύφη ένας τριχωτός νταγλαράς μουστακαλής με γόβες και καλσόν. Κλαριντζήδες πάνω σε μια πλατφόρμα έπαιζαν τραγούδια γεμάτα αισχρά υπονοούμενα και όλοι χόρευαν εκστασιασμένοι.

To βρἀδυ της Καθαράς Δευτέρας επιστρέφαμε στα Τρίκαλα μ’ εκείνα τα παλιά λεωφορεία του ΚΤΕΛ που έτριζαν. Στη διαδρομή το παράπονο κι ο βαρύς νταλγκάς του Καζαντζίδη, που ακουγόταν από τα ηχεία, μας αποτέλειωναν. Δεν άφηναν ούτε ένα ψήγμα χαράς στην παιδική ψυχή μας. Στο τέλος, σχεδόν πάντα, έβαζα τα κλάματα και οι γονείς μου αναρωτιούνταν τι να ‘χει πάλι αυτό το παιδί.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.