Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠοίηση

Αλεξάνδρα Ζερβού: ένα ποίημα

ΕΡΜΙΟΝΗ

Η μητέρα  μου δεν αγαπούσε

 την ανάγνωση, ούτε τις ιστορίες.

 Από τα πέντε μου, έμαθα

 μόνη μου να τις διαβάζω ,

να τις αλλάζω, αν δεν μ΄ άρεσαν.

 Μου επέτρεπε να ισορροπώ  

  στα κόκκινα γοβάκια της,

να παίζω με τα περιδέραιά της.

Αντικριστά με τ’ ανοιχτό παράθυρο,

ψηλά στερεωμένος, ο καθρέφτης της.

Η πόλη, φόντο στο είδωλό της.

Το κοίταζε υπνωτισμένη για ώρες.

 Εγώ ήμουν  μικρούλα και κοντή,

ο καθρέφτης δεν μ΄ έδειχνε .

Στα εξίμισί  μου χρόνια, μου ‘μειναν

 τα μεταξωτά της για κουκλόπανα.

Τα ξέχασε, στη βιάση της να φύγει

με τον εξωτικό της πρίγκιπα.

Κι ο πατέρας, πολέμαρχος-εκδικητής,

μ’ άφησε στην ανάπηρη  παιδαγωγό μου

κι έφυγε στα γενέθλιά μου,

τη μέρα που έκλεινα τα εφτά.

 

Άγια η χωλότητά της, την προστάτεψε

από συμβιβασμούς και προξενιά

και γάμους εξαναγκασμού, ή φευγαλέου πάθους.

Με γέμιζε αφηγήσεις, «άριστα» κι αισθήματα.

 Αντί για εκθέσεις, μ’ επιμέλεια κι έμπνευση,

μου πρότεινε να γράφω τους δικούς μου μύθους:

 για την Αγία Ελένη, κόρη θεού , σεμνή μητέρα ,

που μόναζε κάπου μακριά, στην Αίγυπτο

 και που  δεν πάτησε στην Τροία ποτέ της.

 

Στα δεκαεφτά μου, οι γονείς μου γύρισαν.

-Και κόπηκε η εφηβεία μου με το μαχαίρι-.

Αναζητούσαν τον μελλοντικό μου σύζυγο,

στις γενεαλογίες των αιμοσταγών ηρώων.

Με συνεχάρησαν  για την μυθοπλασία μου,

μα την υπέκλεψαν αυτοστιγμεί, να την χαρίσουν

στους καλοπληρωμένους αυλικούς αοιδούς:  

 να δοξαστεί η δυναστεία και  η μητέρα μου,

 να μην χλευάζουν οι πολίτες τον πατέρα.

 

Οι  ποιητές οικειοποιήθηκαν τους μύθους μου.

Δεν φάνηκαν ευγνώμονες σε μένα,  ούτε και δίκαιοι !

 Μην τους πιστεύετε! Μην τους χειροκροτείτε! 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.