Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανδρέας Φουσκαρίνης: Γ. Λ. Οικονόμου: 1981-2021 σαράντα ποιήματα σαν λαϊκά τραγούδια. Ιδίοις αναλώμασιν. Θεσσαλονίκη 2021. Σελ. 44.

Το παρελθόν του καθενός αντιμέτωπο με το ζοφερό παρόν του.

 

   Οι εκδόσεις «ιδίοις αναλώμασιν» είναι μία αρκετά παλιά ιστορία στη νεοελληνική λογοτεχνία και ιδιαίτερα στην ποίηση. Σπουδαίοι συγγρφείς και ποιητές του παρελθόντος έβαζαν κατά καιρούς πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη για να ανταποκριθούν με αξιοπρέπεια στην έκδοση ενός πονήματός τους που κανένας εκδοτικός οίκος δεν αναλάμβανε την ευθύνη της έκδοσής του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρώτη έκδοση της στροφής, αν θυμάμαι καλά, του Σεφέρη, αλλά και ο Καχτίτσης που τις πρώτες εκδόσεις των έργων του τις έκανε με αυτό τον τρόπο και τις τελευταίες μάλιστα από αυτές τις πραγματοποίησε στο ιδιόκτητο, αυτοσχέδιο τυπογραφείο που είχε τοποθετήσει στο υπόγειο του σπιτιού του στη Μονρεάλη του Καναδά. Τελευταίος που μπήκε στο χορό είναι ο Γ. Λ. Οικονόμου που μας παραδίδει με αυτό τον τρόπο σήμερα σαράντα ποιήματά του, όπως λέει και ο τίτλος του ανά χείρας βιβλίου, επιλεγμένα από παλαιότερες δουλειές του από το 1981 μέχρι και το 2021. Η ευθύνη της επιλογής, όπως είναι φυσικό, αφού είναι προσωπική του έκδοση, βαρύνει τον ίδιο.

   Ο ποιητής είναι θιασώτης της μικρής ρεαλιστικής φόρμας, όπως και οι δάσκαλοί του, ο εκ Θεσσαλονίκης Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο εκ Πατρών, Ηλείος την καταγωγή, Χρήστος Λάσκαρης. Μικρά σε έκταση, ολιγόστιχα, κατά κύριο λόγο, νσε γλώσσα τρέχουσα, καθημερινής χρήσης, που τη χαρακτηρίζει όμως η ακρίβεια και η καθαρότητα στην έκφραση, η σαφήνεια αποτελούν ολόκληρο σχεδόν το περιεχόμενο της συλλογής. Κι ακόμη εικόνες απλές, καθημερινές, αναγνωρίσιμες με την πρώτη ματιά, ζωηρές, ευκρινείς, ακριβείς και αληθινές, δηλαδή πραγματικές συναποτελούν κάθε ένα από τα σαράντα ποιήματά της. Και ο λόγος, από τον οποίο λείπει εντελώς κάθε περιττό καλολογικό στοιχείο, λιτός και κοφτός και αυτός, όπως ακριβώς και ο στίχος, γυμνός από κάθε τι περιττό και άχρηστο στολίδι συμπληρώνει το καρέ. Μία γραφή, κατά κύριο λόγο, λιτή και επιγραμματική.

   Η Ποίηση του Γ. Λ. Οικονόμου είναι, θα έλεγα, βιωματική και, συνεπώς, συναισθηματική. Το ποιητικό υποκείμενο μιλάει συνήθως σε πρώτο ενικό πρόσωπο και κάποιες φορές απευθύνεται σε αποδέκτες που είναι απόντες, αφού έχει φροντίσει ο θάνατος γι’ αυτό. Αποδέκτες βέβαια που είναι οικείοι, άνθρωποι εντελώς δικοί του, όπως η μητέρα και ο πατέρας ή η γυναίκα και φίλοι που έχουν φύγει από καιρό. Άλλοτε αφήνει κατά μέρος ο ποιητής τους δραματικούς τόνους και τον διάλογο χωρίς αποδέκτη και γίνεται αφηγηματικός και κάπωε περισσότερο αντικειμενικός, αν μπορώ να πω κάτι τέτοιο για μία ποίηση στην οποία κυριαρχεί το συναίσθημα. Όπως και αν εκφράζεται όμως ο ποιητής είμαστε πάντοτε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε για μία ποίηση βραχυλογική και αποφθεγματική, χαμηλόφωνη και αρκούντως εξομολογητική, ειλικρινή και αληθινή. Στα περισσότερα από τα ποιήματα η τεχνική της ανατροπής που χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό, κατά την οποία άλλα περιμένεις να δεις και άλλα βλέπεις στο τέλος, συνήθως τα αντίθετα από αυτά που νομίζεις ότι θα έλθουν, μας ξαφνιάζει ευχάριστα τις περισσότερες φορές. Ένα δείγμα από τη συλλογή:

          «Ένα σημάδι

          ν’ αφήσω θέλω

          ένα –μικρό κι ασήμαντο

          για τους πολλούς- σημάδι.

 

          Σαν τα τραγούδια

          που ακούγονται απ’ τα μεγάφωνα

          κάθε Κυριακή στα στρατόπεδα

          κάθε γιορτή στο ψυχιατρείο» (σελ. 17).

   Έχουμε εντέλει να κάνουμε με μία ποίηση στην οποία απαντάται πολύ συχνά ο σπαραγμός με τη μοναξιά και την απόγνωση, όπου περιφέρεται νύχτα μέρα ένας κόσμος χωρίς ελπίδα και προσμονή, στα όρια της απελπισίας σχεδόν και του αυτοεγκλεισμού, με μία διάθεση αυστηρής ενδοσκόπησης, λυρική, παρά τη λιτότητά της, πολιτική, με την ευρεία έννοια του όρου, κοινωνική. Ο ποιητής καταφεύγει συχνά στο παρελθόν, στην οικογένεια και τους φίλους, στην αγαπημένη που δεν είναι πια εδώ, όπως και η μάνα ή ο πατέρας. Το κάπως φωτεινό παρελθόν έρχεται έτσι αντιμέτωπο με ένα ζοφερό και συνήθως αδιέξοδο παρόν. Και αυτό είναι που σώζει τελικά τον άνθρωπο, έστω και παροδικά, συνεπώς και τον ίδιο τον ποιητή. Ας πάρουμε μία ακόμη γεύση από το ανά χείρας βιβλίο:

          «Παράγγειλα καινούργιο στρώμα.

          «Διπλό!» είπα του παπλωματά

          με περηφάνεια.

          Έτσι τη νύχτα, η μοναξιά

          Θα ‘χει τη θέση της πλάι μου

          χωρίς να με πλακώνει» (σελ. 7).

                           

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.