Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανδρέας Φουσκαρίνης: Ιωάννας Λαδοπούλου-Παπαδοπούλου: «Η επιστροφή της Ευρυδίκης». Ποίηση. Εκδ. Ατρειδών Κύκλος. Αθήνα 2020. Πρόλογος Δήμου Αβδελιώτη.

    Με ιδιαίτερη ευχαρίστηση πήρα στα χέρια μου το βιβλίο της Ιωάννας Λαδοπούλου- Παπαδοπούλου: «Η Επιστροφή της Ευρυδίκης» που εκδόθηκε πρόσφατα. Η ποιήτρια, εκτός από την ποίηση, υπηρετεί ταυτόχρονα, πιστά και με επιτυχία, εδώ και χρόνια, το θέατρο ως ηθοποιός και τώρα ως συγγραφέας. Συνεπώς γνωρίζει σε βάθος τα της θεατρικής γραφής όσο και της ποιητικής. Γι’ αυτό και αξίζει τον κόπο ώστε να μας απασχολήσει σήμερα εδώ.

   Ας πούμε πρώτα δύο λόγια για το είδος στο οποίο ανήκει το υπό κρίση βιβλίο. Αναντίρρητα το εκτενέστατο κείμενο που εμπεριέχει είναι θεατρικό. Η δομή του και ο ελάχιστος μύθος που εκτυλίσσεται  σε αυτό παραπέμπουν αυτόματα στο αρχαίο ελληνικό θέατρο και ειδικότερα στην τραγωδία και τον διθύραμβο. Υπάρχει σε αυτό ο πρωταγωνιστής, ο δευτεραγωνιστής και τρία άλλα, μη φυσικά, πρόσωπα (Α΄, Β΄, και Γ΄ Ιδέα) που σχολιάζουν τα γεγονότα μαζί με τον χορό από μία άλλη σκοπιά που συμπληρώνει εκείνη των φυσικών προσώπων. Το έργο, χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, μου θυμίζει κάπως τον «Διθύραμβο του Ρόδου» του Άγγελου Σικελιανού, χωρίς να θέλω να πω με αυτό τίποτα περισσότερο περί επιδράσεων κ.λπ. Μία μακρινή ανάμνηση ίσως του έργου εκείνου.

   Ώστε ζει ακόμη και σήμερα η Ευρυδίκη, η μούσα και η αγαπημένη του Ορφέα, που για το χατίρι της κατέβηκε ζωντανός στον Άδη για να πείσει τον Πλούτωνα να του επιτρέψει να την επαναφέρει στη ζωή, μετά το θανατηφόρο δάγκωμα του φιδιού, αποτολμώντας να τον αποπλανήσει, με τη μαγεία της μουσικής του; Ζει και βασιλεύει, όπως θα έλεγε η Γοργόνα για τον αδελφό της τον Αλέξανδρο, έτσι ακριβώς όπως μας λέει και η ποιήτρια, σε πείσμα του αρχαία μύθου που την θέλει να παραμένει μόνιμα στο σκοτάδι του Κάτω Κόσμου, και μάλιστα την βάζει να κυκλοφορεί ανάμεσά μας, όπως και ο σύντροφός της άλλωστε ο Ορφέας, με τον οποίο συζητάει καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, πασχίζοντας να ερμηνεύσει, δηλαδή να κατανοήσει, και μαζί της κι εμείς, τα μυστήρια που μας περιβάλλουν, τον έρωτα, τον θάνατο, τη ζωή, την ποίηση, τη μουσική, την ομορφιά και τη μαγεία που εκπέμπουν όταν βρίσκονται στα χέρια ταλαντούχων ανθρώπων.

   Εδώ έχουμε λοιπόν ένα πολυπρισματικό έργο που ανήκει δικαιωματικά στο ποιητικό θέατρο, που, όπως βλέπουμε, εξακολουθεί να γράφεται και στις ημέρες μας. Η Ευρυδίκη, μέσα σε έναν απροσδιόριστο χρόνο, που δεν ξέρεις αν είναι μέρα ή νύχτα, μέσα σε έναν απροσδιόριστο, επίσης, τόπο, προσπαθεί να νουθετήσει τον Ορφέα για το μάταιο του εγχειρήματός του να την ξαναφέρει στον Επάνω Κόσμο δηλαδή και τον προτρέπει να αφοσιωθεί σε αυτό που γνωρίζει να κάνει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο, τη μουσική, την ομορφιά, τη μυστική ουσία των πραγμάτων, μια και ήταν και εξακολουθεί να είναι ακόμη ο αγαπημένος του Απόλλωνα και των Μουσών. Η ηρωίδα φοβάται να έλθει στο φως, αν και δεν ξέρουμε αν και δεν ξέρουμε πού βρίσκεται ακριβώς, στο φως ή στο σκοτάδι ή σε έναν εξωκόσμιο συνδυασμό και των δύο. Το ίδιο και εκείνη, γι’ αυτό αναζητάει και η ίδια την ταυτότητά της και προσπαθεί να καταλάβει αν είναι νεκρή ή ζωντανή, σκιά μονάχα του εαυτού της ή ύπαρξη πραγματική και αν αυτός ο άγνωστος που βρίσκεται απέναντί της και δείχνει πως έρχεται από έναν άλλο κόσμο θέλει κάτι από την ίδια και τι. Γιατί μία στιγμή μονάχα αβλεψίας μπορεί να στερήσει από τον άνθρωπο τα πάντα και για πάντα, όπως ακριβώς το θανατηφόρο δάγκωμα του φιδιού. Ομορφιά, μουσική, ζωή, θάνατος, άνδρας, γυναίκα, αρσενικό, θηλυκό, έρωτας, όλα αυτά και πολλά άλλα ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια μας μέσα από μία μυστική διαδικασία με όχημα την ποίηση. Ομολογουμένως πρόκειται για ένα εξαιρετικό έργο στο οποίο η δράση που λείπει αντικαθίσταται από τον λόγο και την ποίηση. Δυστυχώς δεν κατάφερα να δω την παράστασή του στη σκηνή, για λόγους ανεξάρτητους από την θέλησή μου και γι’ αυτό δεν μπορώ να το κρίνω και ως σκηνικό επίτευγμα, στο οποίο υπερτερεί βέβαια ο ποιητικός λόγος. Ένα δείγμα μικρό μόνο:

          «Σαν ανάσα σταματά ο χρόνος

          μες στην ατέρμονη ροή κοχλάζει το έρεβος.

          Η αγκαλιά σαν φόνος.

          Έλα φως πίσω από τα τζάμια των ματιών

          σου ο πόθος σου να με ξεκάνεις

          σάρκα με σάρκα.

          Κι εγώ να σου δοθώ

          σαν ζώο αθώο και σκοτεινό

          ποθώντας ένα δένδρο

          να πιαστώ να δω το πρόσωπό σου

          που επιδέξια σκαλίζει τον καθρέφτη μου». (σελ. 19).

Είναι η φωνή του χορού, η φωνή της κοινής συνείδησης των ανθρώπων που ερευνάει συνεχώς και κάποτε γνωρίζει τα πράγματα και τα αποδέχεται όπως είναι, ενώ η φωνή της Ευρυδίκης ακούγεται σπαρακτική και σε πιο προσωπικούς τόνους.

          «Ω εραστή μου!

          Διάλεξες μια θνητή για να γεννήσει τα

         παιδιά σου.

         Δεν με λυπήθηκες όταν έτρεχα να ξεφύγω.

         Όμως βυθίστηκα στον Άδη

         και σου χάρισα αθανασία!

          Αγαπώ το σκοτεινό σου πρόσωπο

          με το στεφάνι ολόγυρα

          της φωτιάς». (σελ. 19).

 Μέσα από τον θάνατο παίρνει η ζωή και πάλι το μυστικό της νόημα, τα αντίθετα συνυπάρχουν για λίγο κι ύστερα συγχωνεύονται για να δημιουργηθεί το καινούριο με την καταλυτική δύναμη της αγάπης και του έρωτα.

   Η Ευρυδίκη και ο Ορφέας είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το ένα πρόσωπο συμπληρώνει το άλλο. Η ποιήτρια, ξεκινώντας από τον αρχετυπικό αρχαιοελληνικό μύθο της Καθόδου στον Άδη του Ορφέα, τον αναπλάθει δημιουργικά και τον φέρνει επιδέξια στην εποχή μας. Τόσο ο Ορφέας όσο και η Ευρυδίκη, όσο κι αν οι μορφές τους φαντάζουν εξιδανικευμένες λόγω της ποίησης, εντούτοις δεν είναι παρά δύο ήσυχοι άνθρωποι της εποχής μας που προσπαθούν να κλείσουν ανεπιτυχώς όλες τις χαίνουσες πληγές του κορμιού και της ψυχής τους. Να πω εδώ πως ο έρωτας, η αγάπη μέχρι θανάτου δεν αρκούν πάντοτε για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Δεν ξέρω τι να πω τελικά ούτε πώς να το στηρίξω.

   Η ανάγνωση ενός τέτοιου έργου, σαν αυτό που έχουμε μπροστά μας τούτη τη στιγμή, δεν είναι μία πολύ εύκολη υπόθεση και απαιτεί τη μέγιστη, κατά το δυνατόν, προσοχή του σημερινού αναγνώστη, που δεν είναι μαθημένος στην ανάγνωση τόσο μεγάλων σε έκταση ποιητικών έργων. Η εποχή μας είναι αρκετά πεζή και ρεαλιστική, εθισμένη στην καθημερινή βία της τηλοψίας και του κινηματογράφου και δεν ξέρω αν έχει τη δύναμη να στρέψει την προσοχή και το ενδιαφέρον της και σε κάτι άλλο. Εκτός από τους μυημένους βέβαια, γιατί υπάρχουν και αυτοί. Αλλά κι εγώ μπορώ να το κάνω αυτό και γι’ αυτό ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου την ποιήτρια Ιωάννα Λαδοπούλου-Παπαδοπούλου για το επίτευγμά της αυτό που σας παρουσίασα μόλις τώρα.

                                             

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.