Loading...
ΘΕΑΤΡΟΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ: Γεωργίου Βιζυηνού «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» στο Θέατρο Τζένη Καρέζη.

«Η κριτική πρέπει να γίνεται ψύχραιμα έχοντας ως στόχο όχι το πρόσκαιρο ή το συναισθηματικό, αλλά τη θέση που κατέχει το κρινόμενο μέσα στην πνευματική μας ζωή».

Αυτά είναι τα λόγια ενός ανδρός καταξιωμένου στο χώρο της θεατρικής κριτικής, ενός ανθρώπου που κέρδισε πολλά στο δρόμο προς την «Ιθάκη» που ήταν η Τέχνη γενικά, η Φιλολογία, η Ποίηση  και η Μετάφραση ειδικά και ό,τι άλλο θα μπορούσε να είναι λόγος ποιοτικός, διδακτικός, διασκεδαστικός, γοητευτικός. Κώστας Γεωργουσόπουλος. Σ’ αυτόν ανήκει το εναρκτήριο παράθεμα και σ’ αυτόν η γενιά μου χρωστάει πολλά.

Το εισαγωγικό του σχόλιο ταιριάζει απόλυτα σ’ αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Ο Βιζυηνός είναι το κεφάλαιο που  «κατέχει θέση στην πνευματική μας ζωή» και γι’ αυτό είναι πολλά τα χρόνια που έχει απασχολήσει και πάντα με επιτυχία τις θεατρικές σκηνές.

 Η ζωή του εν τάχει

Γεννήθηκε στη Βιζύη της Θράκης, το 1849. Δούλεψε σε ραφτάδικο στην Πόλη, φοίτησε σε θεολογική σχολή στην Κύπρο, σπούδασε στη θεολογική σχολή της Χάλκης, έγραψε ποιήματα, σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα,  Φιλοσοφία και Ψυχολογία στη Γερμανία και εκπόνησε τη διδακτορική διατριβή «Το παιχνίδι υπό έποψιν ψυχολογικήν και παιδαγωγικήν». Ταξίδεψε στο Λονδίνο, έγραψε διατριβή επί υφηγεσία «Η φιλοσοφία του καλού και του Κακού παρά τω Πλωτίνω». Διορίστηκε καθηγητής σε Γυμνάσιο στην Αθήνα. Δεν έκανε ακαδημαϊκή καριέρα. Δεν τελεσφόρησε το μεταλλείο στη Θράκη. Δεν στέριωσε στη θέση του καθηγητή. Δίδαξε όμως δραματολογία στο Ωδείο Αθηνών και έγραφε λήμματα στο  Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν. Ερωτεύτηκε,  απογοητεύτηκε, ασθένησε ψυχικά το 1890, νοσηλεύτηκε και πέθανε στο ψυχιατρείο Δαφνίου, στις 15-04-1896. Ήταν μόνο 47 ετών.

Το διήγημα και η παράσταση

Μερικοί  φίλοι φιλόλογοι, προσκεκλημένοι του σκηνοθέτη Δήμου Αβδελιώδη, παρακολουθήσαμε  στο Θέατρο Τζένη Καρέζη  την παράσταση Το μόνον της ζωής του ταξείδιον του Γεωργίου Βιζυηνού, γραμμένο το 1884. Για μας που είμαστε φιλόλογοι δεν ήταν μόνο παράσταση αυτό που είδαμε αλλά και μάθημα, μέσα από το οποίο αναφάνηκαν πτυχές των χαρακτήρων του διηγήματος, τέτοιες που να δικαιώνουν τον χαρακτηρισμό του Βιζυηνού ως ψυχογράφου. Άλλωστε, η διδακτορική του διατριβή στο Γκαίτιγκεν της Γερμανίας με τίτλο «Το παιχνίδι υπό έποψιν ψυχολογικήν και παιδαγωγικήν» δίνει την εντύπωση ότι ήταν η κυρίαρχη ιδέα του όταν έγραφε το διήγημα για τον παππού του. Όμως δεν έγραφε για τον παππού του, που κανένα ταξίδι δεν έκανε πλην εκείνου του τελευταίου, το οποίο κάνει κανείς πάντα μόνος και διά παντός. Έγραφε για τη ζωή του όπως δείχνει η διατριβή του, η δημοσίευση ψυχολογικών μελετών, η συγγραφή σχολικών βιβλίων και η διδασκαλία της Δραματολογίας στο  Ωδείο Αθηνών. Όλα αυτά μαζί είναι ένα μωσαϊκό  εμπειριών που θα γονιμοποιηθούν στα έργα του· στη ζωή του.

Δεν μας είναι δύσκολο να συσχετίσουμε τον έρωτά του με την Μπετίνα Φραβασίλη, η οποία πιθανόν να ενεργούσε στη μνήμη του ως ανάμνηση εκείνης της βασιλοπούλας, όταν ήταν ραφτάκι και περίμενε να έρθει «ο βασιλιάς με την κορώνα στο κεφάλι», να του ζητήσει να παντρευτεί την κόρη του. Μόνο που ο παππούς, αν και τελείως αταξίδευτος, σαν βασιλιάς στο παραμύθι,  έβαλε μερικούς όρους: κάνε μου τη χάρη να πάρεις την κόρη μου, αλλά δείξε και πρωτύτερις καμία παλικαριά για να μην πέσω από την υπόληψή μου, σαν βασιλιάς που είμαι. Πες μου τι είσαι άξιος να κάνεις; Είσαι άξιος να κατεβάσεις κανένα ζωντανό λιοντάρι από τα βουνά ή να σκοτώσεις κανένα δράκοντα ή να κυριεύσεις κανένα βασίλειο; Κι το ραφτάκι απάντησε: Να ράψω νυφιάτικα, χωρίς ραφή και ράμμα! Πολύ καλά, Κυρ γαμπρέ, είπε ο βασιλιάς, ράψε μου σαράντα φορεσιές νυφιάτικες και πρόεχε να μην διακρίνω καμία ραφή καμία κλωστή πουθενά και φρόντισε να τις έχεις αύριο το πρωί πριν βγει  ο ήλιος γιατί αλλιώς σου κόβω το κεφάλι.

Ο παππούς άφησε να εννοηθεί ότι τόσο σπουδαία πράγματα στη ζωή  είναι δύσκολο να επιτευχθούν, πόσο μάλλον αν είναι εκ προοιμίου ανέφικτα. Όμως, πρέπει να αφήνουμε περιθώριο στο όνειρο. Να μην κουρεύουμε τη φαντασία του μικρού παιδιού. Δώσ’ του, λοιπόν, μια μαγική «δαχτυλήθρα  με πάτο», κλείσε μέσα μια «μεταξωτή κλωστή», και το θαύμα θα γίνει. Μεταξωτή κλωστή είναι η πένα του Βιζυηνού που γράφει ατελείωτα. Και τα σαράντα φορέματα έγιναν, αλλά απάνω στην ώρα ο ταχυδρόμος έφερε μήνυμα ότι ο παππούς  θέλει να τον δει, πριν ταξιδέψει. Και πάει.

Η δεύτερη φάση είναι το ταξίδι και οι περιπέτειές του, η  τρίτη, η διάλυση κάθε αυταπάτης που είχε το παιδί από τις αφηγήσεις του παππού. Όλα όσα ήξερε δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτά που είχε να μάθει.

Ο Βιζυηνός έπλεξε πολύ ωραία το μύθο του. Τάισε με ελπίδα το έγκλειστο μικρό παιδί, του πρόσφερε παρηγοριά και αξιοποίησε δημιουργικά την προσμονή μιας ανταμοιβής που δεν επρόκειτο να έρθει ποτέ. Αξιοποίησε  τον πλούτο των φιλοσοφικών, ψυχολογικών και παιδαγωγικών του γνώσεων, για να στήσει το πλαίσιο- σκηνικό, όπου θα ψυχογραφηθεί ο μικρός Γιωργής, το ραφτάκι.

Βασιλιάς, ράφτης και γιαγιά εναλλάσσονται στους ρόλους τους «κακούς», δείχνοντας πως πίσω από τα σχήματα υπάρχουν δυνατότητες ή α-δυνατότητες. Η βασιλοπούλα παραμένει πάντα το όνειρο το άπιαστο, όπως άπιαστη ήταν και η κορφή της Τούμπας  που έβλεπε ο παππούς και ήθελε να τη φτάσει και να αγγίξει τον ουρανό. Κι όσο εκείνος πλησίαζε, τόσο εκείνη απομακρυνόταν. Έτσι, το μόνον της ζωής του ταξείδιον   ήταν αυτό που οδηγεί στον άλλο κόσμο.

Ο παππούς στον Γιωργή με τα παραμύθια του και ο Βιζυηνός με τα διηγήματά του κατάφερε να προσφέρει παραμυθία όχι μόνο στον  μικρό αλλά και στον μεγάλο αναγνώστη του, τον εγκλωβισμένο σε ποικίλους αφέντες. Ο Τούρκος, ο ράφτης-αφέντης, ο βασιλιάς, η γκρινιάρα γιαγιά,  όλα τα πρόσωπα είναι κοινωνικές δυσκολίες και ανυπέρβλητες εξουσίες. Της τύχης του ήταν  τον εγκλεισμό που βίωσε ως παιδί να τον ξαναβιώσει ως ώριμος στο ψυχιατρείο, όπως ο παππούς πλάι στη γιαγιά.

Ο Σκηνοθέτης.

Ο Δήμος Αβδελιώδης μας έχει δώσει δείγματα της δουλειάς του, η οποία, συγκινητικά, αρχίζει από το χώμα, εκεί που φυτρώνει η ρίζα  του δέντρου και του  παραμυθιού.  Είτε πρόκειται για το Δέντρο που πληγώναμε είτε για την Εαρινή Σύναξη των Αγροφυλάκων, η διαδικασία είναι η ίδια. Το μαστιχόδεντρο κλαίει το μαστίχι του, και η Χίος λάμπει από τους «λαλάδες» της. Τι θέλω να πω μ’ αυτό; Θέλω να πω πως ο Αβδελιώδης, ανατρέχοντας στα κείμενα ή στα χώματα της ελληνικής γης, μας δίνει τη λαογραφία ως φιλοσοφία και στάση ζωής, κάνοντας ψυχογραφική κινηματογραφία. Αξιοποιώντας μύθους παλιούς ανανεώνει το υλικό του, προεκτείνει το παλιό μες στο καινούριο και αντιστρόφως. Ο «Βιζυηνός» του είναι μια σύνθεση αυτοβιογραφίας, ψυχογραφίας, μυθοπλασίας, μια διείσδυση στο χρόνο της παιδικής ηλικίας. Μια τεθλασμένη μνήμη του προσφέρει μια τεθλασμένη οπτική, όταν με την οπτική του παρόντος ανατρέχει στην παιδική ηλικία τη δική του και την ώριμη του παππού του, ξαναγυρίζοντας στην παρούσα ώριμη δική του.

Ο Γιωργής που έκανε τόσα ταξίδια, όταν έφυγε από το ραφτάδικο και σπούδασε και έμαθε τόσα πολλά, δεν υπήρξε πιο ευτυχής  από τον παππού που κανένα ταξίδι δεν έκανε και κανένα βιβλίο δεν διάβασε.  Είχε, ωστόσο, καταλάβει πως η κορυφή που είχε για στόχο δεν πιάνεται.

Η ηθοποιός

Η Ιωάννα Παππά ήταν εκείνη που διεκπεραίωσε τον μεγάλο άθλο· να αποδώσει μια ζωή συνεπτυγμένη  σε ένα διήγημα και  αποσταγμένη σε έναν θεατρικό μονόλογο, λίγο μικρότερο των δύο ωρών, στο ιδιόμορφο γλωσσικό ιδίωμα. Η νεαρή κοπέλα κυριάρχησε στη σκηνή, έδωσε όλη την γκάμα των ψυχικών διακυμάνσεων των χαρακτήρων που είχε να παρουσιάσει, συγκλόνισε το κοινό με την ικανότητα της απομνημόνευσης του έργου, αλλά αυτό δεν ήταν το παν. Το παν ήταν να μπει μέσα στο αφήγημα και να το μετατρέψει σε ψυχόδραμα, να μπει στο σώμα και στο αίμα του έργου, να  κοινωνήσουμε κι εμείς στο μυστήριο του θεάτρου, στη μίμησιν πράξεως σπουδαίας και τελείας.   

Η μουσική του   Βαγγέλη Γιαννάκη υπογράμμισε τη δραματικότητα του έργου , ενώ το λιτό κοστούμι του  Αριστείδη Πατσόγλου απέδωσε υπαινικτικά την  απλότητα συνολικά, αποφεύγοντας όποια γραφικότητα  κοστουμιού εποχής.

Η παράσταση αυτή ήταν το τέλειο που καμιά φορά αξιωνόμαστε.

Οφείλουμε, λοιπόν, να συγχαρούμε τον Δήμο Αβδελιώδη, την Ιωάννα Παππά και όλους τους συντελεστές της παράστασης που μετέφεραν τη φωνή ενός μεγάλου συγγραφέα του 19ου αιώνα στον 21ο.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *