Loading...
ΒιβλίοΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ: ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΟΡΑΡΗ Το ποίημα-πορτρέτο, Καστανιώτης, 2017

Η συλλογή με τον τίτλο Το ποίημα-πορτρέτο περιλαμβάνει δύο ενότητες. Η μία με σαράντα τέσσερα ποιήματα, μακρινής χρονικής αφετηρίας, και η άλλη με τον ιδιαίτερο τίτλο «Κυπριακή ελεγεία και άλλα ποιήματα», είκοσι τέσσερα τον αριθμό, προέκταση στο σήμερα.

Το πρώτο ποίημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή -«Το ποίημα – πορτρέτο»- είναι, νομίζω, το πιο χαρακτηριστικό δείγμα του είδους και  αντλεί το θέμα του από την εποχή της ληστοκρατίας. Ο Νταβέλης, οι συμμορίτες του, η μοίρα του συνυφασμένη με τη μοίρα της  Ελλάδας, με τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις του, το φωτεινό και το σκοτεινό του πρόσωπο, παλικάρι και λήσταρχος, εραστής και φονιάς, φόβος και τρόμος, τραγικό επακόλουθο μιας επαναστατημένης νιότης, της οποίας το ασυμβίβαστο συνδέθηκε με την κοινωνική ανταρσία, για να καταλήξει το κεφάλι του έκθεμα «στην πλατεία των ανακτόρων». Κι αν ο ληστής, αδιαφορώντας για την υστεροφημία του,  είχε συγκλονίσει τον κόσμο με την βιαιότητα της συμπεριφοράς του  εν ζωή, με τον τραγικό θάνατό του, κέρδιζε την αθανασία. Έγινε θρύλος. Το όνομά του η περίληψη του είδους. Η λεβεντιά του, η ομορφιά του, το θάρρος του, όλα προτερήματα κακώς χρησιμοποιημένα.

Ο «Νταβέλης» του Μοράρη γεννήθηκε από το αληθινό πορτρέτο του Gabriel Cornelius Rittervon Max , «Veil of St Veronica», 1874, βασισμένο σε σχέδιο του Νικολάου Γύζη που απεικόνιζε το κεφάλι του λήσταρχου Νταβέλη (εξώφυλλο στο βιβλίο). Το κεφάλι αυτό γεννά διπλά και αντιφατικά συναισθήματα. Είναι ένας λήσταρχος ή ένας άγιος; Δεν έχει σημασία η όποια απάντηση αλλά η δική μας επαφή με το πορτρέτο. Δέος, θα έλεγα, σαν εκείνο με το οποίο προσεγγίζει κανείς τα πέραν του κόσμου τούτου. Το υψηλό, το οποίο ευδοκιμεί και ωριμάζει τους καρπούς του στα εδάφη του τρόμου, που γίνεται μέρος της θείας ή της ανθρώπινης συνθήκης. Τα εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης διαθέτουν κομμένα κεφάλια σαν του Νταβέλη πρόθυμα να μας αφηγηθούν την ιστορία τους, αρχής γενομένης με εκείνο του Ιωάννη, κατά την επιθυμία της Σαλώμης, και το άλλο του Ολοφέρνη να στάζει αίμα από το μαχαίρι της Ιουδήθ. Η σκληρή τιμωρία λογίζεται σπουδαία ανάλογα με τον σκοπό. Στην περίπτωση Νταβέλη η εξουσία ντυμένη είτε Σαλώμη είτε Ιουδήθ παίρνει το κεφάλι και πανηγυρίζει για τη νίκη της. Όμως,  πώς το είδε ο ζωγράφος; Πώς πέτυχε αυτή την αμφισημία, πώς κατάφερε να δώσει ένα πρόσωπο σαν θύμα τραγωδίας, σαν το πρόσωπο του Ιησού το αποτυπωμένο στην ιερά Σινδόνη; Τι ήταν ο Ιησούς, στην εποχή του, για τους Ρωμαίους ή για τους Ιερείς του Ναού που απαίτησαν τη θανάτωσή του; Κατευθύνει η τέχνη ή διορθώνει με τον τρόπο της τη σκέψη και τα συναισθήματά μας;

Το  εξωραϊσμένο, υποθέτω, πορτρέτο του Νταβέλη στο εξώφυλλο, σε μια πρώτη,  αλλά και δεύτερη και τρίτη ματιά, θα μπορούσε να μας πείσει ότι ο ληστής, ίσως, είναι μάρτυρας, πρόσωπο βυζαντινής αγιογραφίας με το βαθύ βλέμμα εκείνου που τα μάτια του πράγματι κοιτούν «πέρα από τα όρια της ζωής του».

Ο Μοράρης έχει επιλέξει πολύ σοφά το υλικό του. Τα πορτρέτα του είναι σπαρακτικά. Τα ποιήματα πορτρέτα είναι πολλά, όπως και οι αφορμές για να δώσει τη δική του ερμηνεία στο καθένα, να μετρήσει με τα δικά του μέτρα τα μεγέθη. Το ανυπολόγιστο το έριξε σ’ ένα σχήμα λιτότητας: «μετρούσε τον έρωτά της/ δεν ήταν λιγότερο βαθύς/  από τον πυθμένα του πελάγου».  Την καλύτερη ξενάγηση την είχε στην Πομπηία, όπου και την ερωτικότερη αίσθηση «η γυναίκα –σάτυρος» που «θηλάζει το ελάφι/ δυνατά διεγερτικά/ κρατώντας την ιερή αφθονία του στήθους της». Ο ποιητής γεφυρώνει με την ερμηνεία της εικόνας το άγριο το αληθινό πάθος. Η  ερωτική έκσταση μεταμορφώνει τις δυνάμεις της ψυχής σε «αγρίμια που μας τύλιγαν με το χνότο τους». Η ερωτική αυταπάτη  καταργεί το χρόνο: «Γινόμουν πιο νέος  απ’ τη χαμένη μου νεότητα/ το φθινόπωρό μου θερμότερο από το θέρος». Ο  όψιμος έρωτας μοιάζει με ξανακερδισμένο χρόνο, όμως «Σαν σβήσει η φωτιά της ήβης μου/θα έρθουν τα φαντάσματα/ των νεκρών αμαρτιών μου» σαν  χαμένος χρόνος για να νοιώσει  πως «γελαστήκαμε στην ηλιόλουστη πλαγιά της αβύσσου».

Ut pictuta poesis, και, συχνά, δεν πρόκειται μόνο για μια απεικόνιση αλλά για βαθύ στοχασμό πτυχωμένο στις στροφές των λέξεων και στους στίχους που τεχνηέντως κρύβουν ή φανερώνουν βαθύτερες σκέψεις. Στο ποίημα «Το Κελάρι» ποια  «Πίσω από τον πίνακα του Λεονάρντο /έπαιζε το κρυφτό της»: «Μην είμαι εγώ, Κύριε;».  Ποια εγώ; η προδοσία, η απιστία, η αδυναμία, η αμφιβολία που «έσβησε την τελευταία φυσαλίδα του παραδείσου»; ήταν και αυτή μια ερωτική σχέση και όπως όλα τα ανθρώπινα, ακόμα και τα προς τον Θεό, άπιστη αποδείχτηκε στο τέλος;

Τα χρώματα και τα τελάρα είναι απλώς τα προσχήματα του καλλιτέχνη για να μας δώσει ωραιοποιημένη την πικρή αλήθεια που κρύβεται στο βάθος του μύθου, την πικρή  ώρα της θλίψης, της απώλειας, των αναπάντητων ερωτημάτων. «Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος», λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στα Ελεγεία της Οξώπετρας.

Ο ποιητής με λόγια και ο ζωγράφος με χρώματα, οι δύο μαζί θα εισχωρήσουν κάτω από την επιφάνεια για να συναντήσουν το μέρος εκείνο που ο τρόμος επεξεργάζεται την ομορφιά, εκεί που άγνωστες δυνάμεις επεξεργάζονται τη φρίκη που θα φέρει στην επιφάνεια με κάποια μορφή η φύση. Και αυτή είναι η δύναμη  της τέχνης. Μας παρηγορεί με το ψέμα της.  Ο ποιητής όμως ακούει «απόμακρο κύμα/ τον αντίλαλο ενός κόσμου που χάθηκε», «αν ανοίξεις βουνό από χιόνι/ νιφάδες λικνίζονται/ αναμαλλιασμένα κεφάλια γερόντων/ ξαναδίνουν στη φύση όσα τους δάνεισε». Από την εξερεύνηση στα «Αληθοτόπια»  κανείς δεν γύρισε αλώβητος. Με «φαγωμένα μούτρα» επιστρέφει, λέει ο Ελύτης. Και είναι ο ποιητής  που κατέβηκε στον κάτω κόσμο και μίλησε με τους πεθαμένους. Δεν είναι, λοιπόν,  ο ίδιος αυτός που συνάντησε εκείνο που τον άλλαξε. Εκείνος που περπάτησε στην έρημο, που ανέβηκε στο Σινά, που μίλησε, ή έστω νόμισε πως μίλησε, με τον Θεό. Εκείνος που έσκαψε βαθιά μέσα του και καταβυθίστηκε στις ρίζες, όπου διαπίστωσε ότι το εγώ είναι «ένας άλλος», ο  άλλος που έγινε.

Στα τοπία της τέχνης, η Φρύνη έγινε για τον Απελλή «η οπτασία της ψυχής του». Δεν ήταν πια η εταίρα αλλά η απόλυτη ομορφιά γιατί κάθε κοινός θνητός που είχε την τύχη να γίνει έργο τέχνης, δεν είναι πια αυτό που ήταν αλλά αυτό που έγινε και που με αυτό σώθηκε στο χρόνο.  Τι συμφωνίες με τον μέσα του δαίμονα έκανε ο Καραβάτζιο για να φτιάξει τον έφηβο «αγόρι ή κορίτσι/ ίδια ομορφιά ομοούσια», ή την Μέδουσα;  Πώς ερμηνεύει ο ποιητής την εικόνα: «Το αγρίμι διαβαίνει σέρνοντας / ανάμεσα στις οπλές του/ τα φτερά του παγωνιού»∙ δεν ταυτίστηκε έτσι, απλά, ο έρωτας με τον θάνατο. Η ιδέα που πήρε σώμα και μορφή για να δείξει τι απέμεινε ή πώς απέμεινε το θύμα του έρωτα. Δεν είναι ο έρωτας συναισθηματολογία, λόγια του αέρα, αλλά μια βουβή μυστηριακή πράξη που ισοδυναμεί με τον θάνατο.

«Σε ποιον ήλιο του μεσονυχτίου/ σε ποιον χάρτη βρίσκεται/ το μεγάλο τοπίο του έρωτα/ και ζουν οι θεοί/ τη δεύτερή τους αιωνιότητα;».Οι σοφοί πρότειναν τον Κόσμο των Ιδεών, την  απάντηση Ουτοπία ή, επί το κωμικότερον, την «Νεφελοκοκκυγία». Δηλαδή, πουθενά ή απλώς, στη φαντασία.

Η δεύτερη ενότητα είναι αυτό που λέει ο τίτλος. Ελεγεία, θρήνος, που πηγάζει από τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου. Πορτρέτα κοινών θνητών παίρνουν θέση στο ποίημα και στο μύθο. Επιλέγω λεπτομέρειες: «Τύφλωσαν τ’ άλογο / κι εκείνο ποδοπατούσε τη σκιά του…/ Έπεσε μαχόμενος με τα γόνατα/ κυκλωμένος από σπαθί και από λόγχη/… Το άλογο έγειρε το μάγουλό του στο δικό του», «και το κορμί του στο μαστίγιο/ όρθιος κίονας με ραβδώσεις»,  «Σε σας προστρέχω, οστά, που σας μάζεψαν/ κάτω από αγχόνες». «Ξέθαψαν τα παιδιά της απ’ το πηγάδι», «Τον Κύπριο αιχμάλωτο / …/ με τα σχοινιά της σταύρωσης στον καρπό και στον αστράγαλο/ ποια παράσταση σε ποιο αγγείο τον ιστορεί;». «Η σφαίρα / πέρασε από τον έναν κρόταφο / στον άλλον και τον τύφλωσε». «Η ξιφολόγχη λύγισε όταν τη διαπέρασε και βρήκε τα δίδυμα να κατοικούν την ύπαρξή της».  «Κι εσέ Μαρία, μες στην καρδιά ρομφαία θα σε διαβεί» είχε πει ο Σικελιανός, αλλά εκεί η ρομφαία ήταν μεταφορική.

Ο Γιώργος Μοράρης είναι ποιητής, βαθύς στοχαστής, έχει ιστορική, φιλολογική και καλλιτεχνική σκέψη, βγαίνει στο ποίημα με όλη την γκάμα των συναισθημάτων παρούσα και όλες τις απολήξεις των νεύρων σε διέγερση. Τα πορτρέτα του είναι μελέτες που ξεπερνούν τα εικονιζόμενα πρόσωπα. Η φωνή του είναι ιδιαίτερη. Η σκέψη του με αόρατα νήματα από την επιφάνεια βυθίζεται στις ρίζες. Στις όποιες μεταμορφώσεις της η ομορφιά – ήχος, μουσική, ιδέα- πάντα έχει θηλυκή μορφή, πάντα ακουμπάει στον μύθο, πάντα τρομακτικά ωραία, φευγαλέα, μυστηριώδης, γοητευτική, έξω από το πλαίσιο, στο οποίο επιχειρεί να την περιορίσει το πορτρέτο της. Τον Μοράρη δεν ξεγελά η επιφάνεια. Όλα τα παλαιά σύγχρονα είναι. Έχει τον τρόπο της η ζωή να ανακυκλώνει τα πάθη της. Τα ποιήματα είναι «αλλιώς» ερωτικά, η ποιητική ιδέα «αλλιώς» ερωτική  και εκείνη∙ άπιαστη, άγνωστη, ένα πορτρέτο της μόνο βλέπουμε και ένα ποίημα διαβάζουμε.

«Ένα παιδί κάτω από τα μαλλιά που ασπρίζουν» είναι ο ποιητής. Το βυζαντινό «ακρόπρωρο άξιο νίκης/ σε καιρούς αντάξιους ήττας», «Επιτύμβιο στο νερό, στον τοίχο της Καισαριανής, «Η μοίρα του παντός/ ο θάνατος απρόσβλητος». Αυτή είναι επιλεκτικά η συγκομιδή μιας ζωής, που αρχίζει άγνωστο πότε, που περνάει στην ιστορία και επανεμφανίζεται σε κάθε εποχή με άλλο πρόσωπο, μάσκα, πορτρέτο. Όλα τα πορτρέτα που έγιναν  ποιήματα είναι η Ιστορία, όπως αυτή κωδικοποιημένη καλλιτεχνικά πέρασε στη Ζωγραφική και στην Ποίηση για να δώσει το υψηλό ή τρομερό ή φριχτό μυστήριο της ζωής, του έρωτα και του θανάτου.

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Γιώργος Μοράρης γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου. Εργάστηκε στην Αθήνα ως καθηγητής φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Ποιήματα και δοκίμιά του δημοσιεύθηκαν κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά. Την πρώτη του ποιητική συλλογή, «Συναναστροφές της σιωπής», την εξέδωσε το 1991 στις Εκδόσεις Καστανιώτη. Ακολούθησαν τα «Άνθη ράμνου» το 1999, για τα οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Κύπρου. Για τα ποιήματα της συλλογής αυτής ενδιαφέρθηκε η Βελγική Προεδρία της Ε.Ε. και κυκλοφόρησαν σε ειδική έκδοση με τίτλο «Σύνορα» (Borders). Το 2008 εκδίδει την τρίτη ποιητική του συλλογή, με τίτλο «Ροσμαρίνος», έργο για το οποίο έτυχε διπλής τιμής και αναγνώρισης, αφού βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών και παράλληλα από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Από την Ακαδημία Αθηνών βραβεύθηκε επίσης για το βιβλίο του «Ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης, 1849-1917» (Μια διπλή απόκλιση της κυπριακής διαλέκτου και του ποιητικού λόγου). Στην ποιητική συλλογή «Το ποίημα-πορτρέτο» περιλαμβάνεται η «Νιόβη ’74», που της επιβλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση πρωτοφανής λογοκρισία στις 7 Μαρτίου 2013, επειδή κάνει αναφορά στην τουρκική εισβολή, το ’74, στην Κύπρο.

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.