Loading...
ΒιβλίοΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ: ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ  Ωροσκόπια νεκρών, Καστανιώτης, 2017

Η ποιητική συλλογή του Ντίνου Σιώτη, Ωροσκόπια νεκρών, καταργεί τα σύνορα, πάνω και κάτω κόσμου, παραβλέπει δυσκολίες επικοινωνίας, αφήνει τους νεκρούς του να περιφέρονται, μέσα του και έξω στους δρόμους και στον κόσμο, περιμένοντας να δράσουν σαν είναι ζωντανοί. Ίσως είναι εκείνοι που μπορούν να μας «αρμηνέψουν», όπως έγραψε παλιότερα ο Γιώργος Σεφέρης, ή να μας παρατηρούν από τα «ξάγναντα» όπως έγραψε, πιο πριν, ο Άγγελος Σικελιανός. Μέσα από μια  αντανάκλαση επιπέδων ζωής το ένα διαφαίνεται  μέσα από το άλλο και γίνονται τα δύο ένα. Στο ερώτημα που ανακύπτει, είναι οι  νεκροί που έρχονται ή μήπως είναι οι ζωντανοί που δεν μπορούν  να τους ξεχάσουν; έχει απαντήσει αναδρομικά ο Γιώργος Σεφέρης  με το στίχο  «οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν», μεταφέροντας στους πεθαμένους  την αδυναμία που έχουν οι ζωντανοί. Γιατί «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί», και οι πεθαμένοι μάς πονούν πάντοτε, παραμένοντας αλλιώς ζωντανοί, αφού πεθαμένοι είναι μόνο οι λησμονημένοι.

Κι αφού του Σιώτη  δεν του φτάνουν, ως φαίνεται, τα ωροσκόπια των ζωντανών, μελετά τα ωροσκόπια των νεκρών. Εκείνων, από τη δική τους όχθη, έχει πλέον ολοκληρωθεί η μοίρα, η εικόνα της ζωής και των προβλημάτων της.  Από το τι λένε τ’ άστρα για τους νεκρούς, όμως, θα εξαρτηθεί το τι λένε τα άστρα για τους ζωντανούς.  Είμαστε δεμένοι με το πνευματικό μας παρελθόν,  κοινή μας μοίρα, από την οποία  δεν μπορούμε απαλλαγούμε.

Τα ζώδια είναι άγρια ζώα και στόχος του ποιητή είναι να τα εξημερώσει, να τα κάνει «Κατοικίδια ζώδια νεκρών», μήπως και στρέψει υποθέτω αλλού τις χαρακιές της μοίρας, με άλλα λόγια, μήπως και αλλάξει το πεπρωμένο. Όμως το «πεπρωμένο» είναι μετοχή παρακειμένου. Δηλώνει κάτι που έγινε και είναι τελεσίδικο, δεν έχει ελπίδα να ξεγίνει. Είναι το μη αναστρέψιμο, όπως και στη φύση  των ζωδίων-ζώων το χούι τους. Ο Καρκίνος αντιστέκεται (κακό σημάδι), ο Ζυγός ενδίδει (δεν του έχεις εμπιστοσύνη), η Παρθένος κάνει νάζια (δεν μας τα λέει καθαρά), ο Σκορπιός δαγκώνει (είναι στη φύση του), ο Αιγόκερως κερατώνει (κι αυτός στη φύση του είναι). Ωστόσο, θέμα χρόνου, να γίνουν κατοικίδια, πόσο  γρήγορα θα συνηθίσουμε να ζούμε μαζί τους και θα τα αντέχουμε, αφού για να ξεχάσουμε δεν γίνεται.

Τα «Βήματα νεκρών» θα χωρέσουν σε μια τόσο δα σακούλα (οστά γεγυμνωμένα), του χρόνου οι στιγμές θα σπάσουν και από την άλλη μεριά θα τους καλωσορίσει   ο χρόνος. Όμως σαν «ξαφνικοί επισκέπτες» θα επιστρέφουν στον ύπνος μας,  «έχοντας σκάψει σήραγγες νοσταλγίας», καθένας με την ιδιομορφία του· «σαλεμένοι», «θεότρελοι», «ποιητές», «σκοτεινοί και απόμακροι γονατισμένοι/ απ’ τη συντριβή αδρανούς εποχής». «Άντε πέθανε επιτέλους/ σου ’χω ετοιμάσει ένα / κέρατο-επικήδειο μούρλια», λέει ο ποιητής σαρκάζοντας κι ο σαρκασμός του  αποτελεί την  άλλη όψη του  απέραντου πόνου, της αθεράπευτης πληγής της μνήμης.

Ωστόσο,  δεν είναι  οι  «σαλεμένοι», «θεότρελοι», νεκροί «ποιητές» το θέμα· είναι οι ζωντανοί  που χάνουμε αγαπημένα μας πρόσωπα. Δεν είναι τα άγρια και ανεξημέρωτα ζώα και ζώδια· είναι τα συναισθήματα μας τα αβόλευτα μέσα στην απουσία, που σαν άγρια θηρία, δεν μας  αφήνουν να ησυχάσουμε.

«Τα πλήθη είχαν βγει έξω και διάβαζαν στα τηλεγραφόξυλα τα ωροσκόπια των νεκρών», γιατί από εκείνων τη μοίρα εξαρτάται η δική τους.  Τα τηλεγραφόξυλα από μακριά και τα ωροσκόπια από πιο μακριά θα φέρουν ειδήσεις από κόσμους επίσης μακρινούς. Το μακριά φτάνει μέχρι τον άλλο κόσμο, αφού  δεν είναι οι ζωντανοί αλλά οι νεκροί που ανησυχούν για το κληροδότημα  που μας έχουν παραχωρήσει.

Layout 1

Ένα  έργο τέχνης, έχει πει ο Τσβετάν Τοντόροφ στην Ποιητική του, γίνεται αντιληπτό σε σχέση με τα άλλα έργα τέχνης και με η βοήθεια συσχετίσεων που κάνουμε με αυτά. Κι ακόμα λέει, πως είναι φτιαγμένο σε παραλληλία και σε αντίθεση προς ένα κάποιο πρότυπο. Τούτο σημαίνει πως ο Σιώτης,  με τα όσα μέχρι τώρα μας έχει πει και, χρησιμοποιώντας, για παράδειγμα, ένα τίτλο, όπως είναι ο  «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», δεν επέλεξε στην τύχη. Αντιθέτως, επέλεξε  ειδικά αυτόν τον τίτλο για να χτυπήσει τη γροθιά στο μαχαίρι και να ματώσει. Γιατί οι «σαλεμένοι», οι «θεότρελοι», οι  «ποιητές», οι πάλαι ποτέ προφήτες και vates μας υπενθυμίζουν ότι οι προθέσεις δεν αρκούν. Η μεγάλη γενιά δεν είναι εγγύηση για καλούς απογόνους. Και τα λόγια τους που ζουν μέσα μας μια δεύτερη και τρίτη και πολλαπλή ζωή, δεν μας αφήσουν να ξεχάσουμε ούτε τι έγινε στο όνομα αυτής της Ελευθερίας ούτε την ανεπάρκειά μας και την αδυναμία μας να  αντιμετωπίσουμε τη λαίλαπα της ζωής. Όλο το πλαίσιο, το οποίο ανακαλεί ο τίτλος του Σολωμού, με όλο το βάρος της περίστασης που γέννησε τον «Ύμνο»,  μπαίνει στη συλλογή του Σιώτη για να ανατραπεί, για να δείξει αυτό που δεν έγινε, που δεν γίνεται και δεν πρόκειται να γίνει.  Γιατί μετακόμισαν οι πεθαμένοι, στον άλλο κόσμο και «χάθηκαν πολλά πράγματα αλλά βρέθηκαν μερικά που ήταν χαμένα». Και ακολουθεί ο κατάλογος με όλα όσα αντικατέστησαν αυτά που χάθηκαν, στο όνομα της Ελευθερίας πάντα:  τον «είδατε… τον 20ό αιώνα που σπαταλιόταν / άσκοπα στο βωμό της κατανάλωσης είδατε/ την ελευθερία σεντόνι λερωμένο ν’ αρμενίζει στις / ταράτσες των πολυεθνικών… όλα ήταν κυκλικά όλα ήταν κυκλωμένα από την εξουσία». Αλλού «τα ημερολόγια καταστρώματος/ βυθισμένων πλοίων που τα τσιμπολογούν/ αναμνήσεις βυθού» (από όπου μας στέλνει πεθαμένες ανταποκρίσεις το «Πιάνο βυθού» του αξέχαστου Γιάννη Βαρβέρη και πόσα «Καταστρώματα» του Γιώργου Σεφέρη!).

Και τα μηνύματα έρχονται μπερδεμένα, ποιητές, καλλιτέχνες, μάρτυρες ιστορικών εποχών, τίτλοι έργων, στίχοι ποιημάτων παραποιημένοι, όλα στον ίδιο  μύλο στριφογυρίζουν, χωρίς ελπίδα. Και οι  μαντατοφόροι  «ήρθαν … λαχανιασμένοι βρώμικοι τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες», κι άλλοι μαντατοφόροι έρχονται να πούνε πως όλα έγιναν «για ένα πουκάμισο αδειανό για μια Ελένη», από τον Όμηρο και τον Ηράκλειτο, στον Σολωμό, στον Σεφέρη, στον Σιώτη, οι ποιητές μιλάνε πάντα για τον μύθο της απάτης, αλλά  και κάθε ένας από την εποχή του δείχνει το δεσμό του με την παράδοση.

«Παραθάλασσια μοτέλ με μάρμαρα», η ματιά του Σιώτης συλλαμβάνει αυτό που σαν «παραθαλάσσιο νεκροταφείο» συνέλαβε η ματιά του Πωλ Βαλερύ. Ο ταυρομάχος που «λυπήθηκε τον ταύρο … δέκα μηνών» γιατί «είχε κι αυτός μια κόρη 10 χρονών», μας θυμίζει την ψυχή και το «μικρό αρκούδι» του Σικελιανού, στην «Ιερά οδό». Εκ συμπαθείας ο πόνος, από μακριά και αφανής η ίδια σχέση. «Τα πιο όμορφα χρόνια μου τα ’ζησα πριν έρθουν… ζω προκαταβολικά» λέει ο Σιώτης, με άλλα λόγια, ζω μέσα στα όνειρά μου· γιατί «η γη μέσα απ’ το νου μου φαίνεται ωραιότερη», λέει ο Ελύτης, γιατί εκεί μόνο, στην επικράτεια των ονείρων, η ακαταμάχητη νιότη του, μπορεί να στήσει τον κόσμο, όπως εκείνος τον θέλει και τον φαντάζεται και, ευτυχώς, πιστεύει πως μπορεί και να τον αλλάξει, μέχρι να ωριμάσει και να διαπιστώσει πως, δυστυχώς, ο ίδιος αλλάζει, ενώ ο κόσμος μεταμορφώνεται,  παραμορφώνεται, διαστρεβλώνεται.  Σαφέστατο το μήνυμα στο ποίημα «Τω καιρώ εκείνω» που αποκαθηλώνει  κάθε αυταπάτη, με σπουδαιότερη την ιδέα -προνόμιο της νιότης-  να νομίζει πως κάτι κάνει, ταξιδεύοντας «προς τη Φλόριδα της εφηβείας… τρελά ερωτευμένοι… φεύγαμε/ από πόλη σε πόλη κι  από χώρα σε χώρα από/ βιβλίο σε βιβλίο και από χωρίου εις χωρίον».  Η κλίμακα αλλάζει διαρκώς για δείξει το σαρκασμό της ευκολίας της δικής μας αλλαγής μέσα στην άλλη τη μεγάλη.

Το ποίημα «Στο χνούδι του ύπνου» συνταράσσει,  στο «Να», το προσωπικό και υπαρξιακό γλιστράει στο  κοινωνικό –πολιτικό· να, να, να , να πετύχω αυτό που δεν πέτυχαν εκείνοι που μια νύχτα επέστρεψαν και «βρήκαν τα σπίτια ρημαγμένα τα περβάζια οι / σοβάδες να μαδάνε τα κλειδιά αταίριαστα/ χαμένα τα χαλιά…».

Σε άλλο ποίημα αντιστρέφει το κοινώς λεγόμενο «ψάχνοντας για το δάσος χάσαμε τον κήπο/ χάσαμε τους βυθούς των  πράξεών μας» (σαν τις ηρωίδες των μονολόγων του Γιάννη Ρίτσου»). Τα «Νέα μέτρα» είναι ο παλιός κόσμος νεότευκτος·  η ειρωνεία: «οι επαφές σας με άλλους νεκρούς / θα αποφέρουν ξηρούς καρπούς», καταθέτει και συγχρόνως  αίρει  το κατατεθέν. «Κλαίνε οι νεκροί για όσα είχαν και για όσα έχασαν… για όσα θα ξεχάσουν και για όσους θα τους λησμονήσουν… για όσους έφυγαν και για όσους θα τους παρατήσουν».

«Οι δείκτες του ρολογιού της Ιστορίας» δείχνουν ότι  «είναι πάντα πικρή η ώρα του αποχαιρετισμού», «πάντοτε ανοίκειο το πάντα όταν … υπόσχονται αιώνια αγάπη ή/ παντοτινή φιλία ή ότι θα δαμάσουν το χρόνο… Είναι πάντα ψεύτες / όσοι λένε ότι γνωρίζουν την αλήθεια». Η αλήθεια έρχεται στο τέλος για να ακυρώσει  εκείνο που πίστευε τότε, το άλλο που υποσχέθηκε, ένα τρίτο που δεν πραγματοποιήθηκε. Η αλήθεια είναι το παλαιόν και νέον ψεύδος, όπως έλεγε ο Καβάφης. Το «πιάτο της ημέρας το πιάτο της υπομονής της/ μητέρας το πιάτο της πατρίδας της ημετέρας», όλα τα πιάτα δείχνουν σχέσεις in absentia, σχέσεις νοήματος και συμβολοποίησης, όπως έχει καταγράψει ο Τσβετάν Τοντόροφ[1].

Στην επί γης Κόλαση, η «ζωή» των πεθαμένων είναι προτιμότερη  από τη ζωή των ζωντανών, όπως πολύ τραγικά δείχνουν οι απελπισμένοι, στίχοι, ξέχειλοι από πίκρα,  μεθοδικά κρυμμένη: «Ελάτε νεκροί μου στη θέση του πειραματόζωου… του καταφρονεμένου… του πνιγμένου που δεν ξέρει  κολύμπι και δεν / έχει πού την κεφαλή κλίναι ελάτε στη θέσης της / κεφαλής  που δε βρίσκει ώμους ν’ ακουμπήσει».  «Λίγο πριν κοιμηθώ τα βράδια… κοιτάω στο ταβάνι/ αναζητώντας τους απόντες κοιτάω το ρολόι/ να δω πότε θα ’ρθουν οι πομπές των νεκρών» («Οι πομπές των νεκρών»).

Η ποιητική συλλογή είναι μια συνομιλία με τους πεθαμένους. Τα «ωροσκόπια» είναι  μια μελέτη της μοίρας και της ζωής, μια απόπειρα ανάγνωσης του κόσμου «εκεί που φαρδαίνει το παρελθόν», «το παρόν στενεύει» και το «μέλλον χώνεται σε λακκούβες και κρύβεται».  Είναι η διαχείριση ενός πένθους προσωπικού και κοινωνικού. Δεν είναι οι νεκροί που ανησυχούν· είναι οι ζωντανοί που θέλουν  «μα δεν βολεί να λησμονήσουν», όπως διατύπωνε από το δικό του εφαλτήριο ο Λορέντζος Μαβίλης. Εν τέλει, είναι μια ποιητική συλλογή αλλιώς πολιτική. Είναι  τα «Ωροσκόπια νεκρών»,  σαν μια αντι-νέκυια, ένας  ανάποδος Απόκοπος του Μπεργαδή. Δεν κατεβαίνει ο ποιητής στον Άδη για να ακούσει τους νεκρούς που ζητούν τον πάνω κόσμο· οι νεκροί ανεβαίνουν για να τους ενημερώσει για τον κόσμο που από εκείνους παρέλαβε και  να τους μεταφέρει την αγωνία του.

Από τεχνικής απόψεως, η συλλογή βρίθει από πανομοιότυπα μοτίβα, λεκτικά παιχνίδια, δραματικά υπαινικτικούς τίτλους ποιημάτων, επαναλαμβανόμενη λέξη και φράση, ρυθμό και εσωτερικές ομοιοκαταληξίες που δίνουν ένταση στο στίχο. Από άποψη μορφής, προτιμά πάντα τις τρίστιχες στροφές- τις τερτσίνες, ενώ ο διασκελισμός του επιτρέπει την απρόσκοπτη προέκταση του νοήματος του ενός στίχου στον επόμενο,  χωρίς στίξη,  σαν κύμα ορμητικό. Από το πλούσιο διακείμενο αναδύονται οι χωνεμένες φωνές αγαπημένων ποιητών ή απλώς συνοδοιπόρων, πράγμα που κάνει τη συλλογή πολυφωνική, με  σκέψεις ανάκατες,  με σκόρπιες ιδέες, χωρίς σειρά και νόημα, φαινομενικά όμως μόνο· Ο αναγνώστης  βλέπει λέξεις, ακούει  ήχους, στήνει εικόνες.

Ο  Έζρα Πάουντ  θεωρεί τους καλλιτέχνες «κεραίες της φυλής».[2] Ο  Σιώτης δεν είναι απλώς κεραία της φυλής, αλλά κεραία δορυφορική που συλλαμβάνει μηνύματα από μακριά και κάνει να σκιρτήσει και ο νους και η ψυχή του αναγνώστη.

 

 

 

[1] Τσβετάν Τοντόροφ, Ποιητική, μετφ. Αγγέλα Καστρινάκη,  εκδ. Γνώση,  σελ.  44.
2 Έζρα Πάουντ,   Ποιητική τέχνη, μετφ. Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Αστρολάβος, σελ. 131.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.