Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Άννα Γρίβα: Δαιμόνιοι, Εκδ. Μελάνι, 2020

                    Τραγούδησε θεά τη σκοτεινή χαρά

 

Με αυτό το μότο η Άννα Γρίβα επικαλείται τη Μούσα. Και είναι η μνήμη που τρέχει πίσω για να μας θυμίσει τον Γιώργο Σεφέρη, σ’ ένα απόσπασμα από την «Κίχλη»:

  

   Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε…
δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη·
στόλισε τα μαλλιά σου με τ’ αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα·

 

Ο ποιητής έχει επιλέξει τη μικρή Αντιγόνη, η νέα ποιήτρια τη θεά, όμως στον ίδιο αέρα ανασαίνουν και οι δύο το αγγελικό και μαύρο φως.    

Η Άννα  Γρίβα, δοκιμασμένη αρκετά, πέμπτη φορά αναμετριέται με τους στίχους και οι Δαιμόνιοί της ανεβασμένοι στα πεντάγραμμά της παίρνουν έναν τίτλο χρονικό κι έναν ακόμα πιο προσδιοριστικό. Ποιος είναι ο αναφερόμενος/ η αναφερομένη; Πού και πώς και τι λέει ο  μύθος; Ποια η αλήθεια, πώς η ποιητική ματιά δικαιώνει ό,τι αδικαίωτο πέρασε… Το σκοτεινό πάντα στο βάθος του φωτεινού, σε παραλλαγή επιστρέφει. Στρατιώτης στο πόστο της η ποιήτρια. 

Στα είκοσι δύο ποιήματα της συλλογής ένα ιστορικό γεγονός και ένα πρόσωπο αληθινό, σε μια αστραψιά της έμπνευσης, ανάβει για λίγο και σβήνει, όσο διαρκεί ένα κεράκι –ποίημα, ένας/μία Δαιμόνιος/ Δαμόνια.  Η εικόνα κυλά από στίχο σε στίχο για να καταλήξει στον θάνατο.  Ασημένιο επίχρισμα λοιπόν της ποίησης  ο λόγος, επικάλυμμα της αλήθειας ο μύθος, στην φρίκη της πραγματικότητας απαλό χάδι η τέχνη.

Τα ποιήματα δεν ακολουθούν τον ευθύγραμμο χρόνο στη διαδοχή των χρονολογιών τους. Μια τεθλασμένη μας οδηγεί μπρος πίσω, αναδεικνύοντας έτσι το πάντοτε επίκαιρο γεγονός, το μοναδικό και με τόση επικαιρότητα επαναλαμβανόμενοˑ τον θάνατο. Όμως δεν τα τελειώνει όλα ο θάνατος. Η φήμη μένει αόρατη κλωστή και μίτος που οδηγεί την ποιήτρια στο μύθο, στη μισοκρυμμένη αλήθεια, στην αθέατη σπηλιά της ψυχής. Και ο ανήσυχος νους  ερευνά και βρίσκει ή φαντάζεται και υποθέτει τι έπαθαν οι ήρωές της και έτσι αποκαθιστά με λέξεις τις αδικίες που υπέστησαν και ό,τι η ζωή τους στέρησε, αν οι στίχοι είναι δικαίωση με τόσων χρόνων απόσταση, και μια υστεροφημία που ποτέ δεν θα γνωρίσουν.

Μια ωραιοποιητική αποκατάσταση σαν αντάλλαγμα στα  «άπιαστα της ζωής» για τον Δάντη. Μια αφαίρεση από το εδώ και τώρα στο κελί της Ζαν Ντ’ Άρκ,  όταν μια λιβελούλα την πήρε στη ράχη της και «εκείνη φώναξε πως ήρθε ο άγγελός της».  Έχει τον δικό της τρόπο η Σαπφώ να ανατρέφει την μικρή Κλεΐδα με τραγούδια στον κήπο της, γνωρίζοντας  ότι ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος, αλλά «Σαν πεταλούδα εκεί/ μπορείς να ζεις/ με νέκταρ τον άνεμο». Ένα κρυφάκουσμα στις μέσα σκέψεις της Ευδοκίας: «Κακώς πως άφησε/ την πόλη της Αθήνας/ με τις σχολές/ τις συζητήσεις /και το άγιο φως/ κακώς» και από φιλόσοφος να  στεφθεί  σύζυγος βάρβαρου βασιλιά στην Κωνσταντινούπολη στον βωμό της σκοπιμότητας. Κυνηγημένη η όμορφη Giulia Gonzaga, σαν Άρτεμις τρέχει να σωθεί: «άστραψαν οι μηροί της στον ήλιο» και τα μάτια του σωτήρα της «είδαν γυμνό να  ατμίζει το κάλλος της»…γι αυτό θα τον σκοτώσει, για «να εκπληρώσει τον δικό της παράφορο νόμο».  Θύμα της προκατάληψης η  Υπατία. Δεν συγχωρούν οι πολλοί της μιας, και μάλιστα μοναδικής γυναίκας, την εξαίρεση. Όλοι οι άντρες με κομμένα τα κεφάλια στους καμβάδες της Artemizia Gentileschi,  «και το αίμα έρεε από τα χέρια της / στο δωμάτιο/ κι / κι ανέμιζε η πόλη κατακόκκινη…»ˑ έχει και η εκδίκηση τον δικό της τρόπο.  Μια άγνωστη ομορφιά μας στέλνει μήνυμα με  «λίγες χάντρες / μπλε αστραφτερό / με πράσινο της χλόης/ κι ένα ανθάκι άσπρο φίλντισι/ από χαμένο σκουλαρίκι» ό,τι απόμεινε στην άδεια σαρκοφάγο…

Η επί τα χείρω μεταβολή της ζωής της Αιμιλίας Δάφνη, σ’ έναν κήπο που θάλλει, φθίνοντας η ίδια στα 1941 «με το τενεκεδάκι στα χέρια» για το “συσσίτιο» ενώ «τα πεινασμένα παιδιά της γειτονιάς» δεν «σταματούσαν  να της τραβούν/ τις δαντέλες/ τις κορδέλλες/ και τα μετάξια» («χίλια λιμάρικα σκυλιά του κουρελιάζουν τα μπατζάκια», λέει ο Σεφέρης).

Καρτέσιε, «τώρα θα λύσεις την τέλεια εξίσωση», πεθαίνοντας (δεν σκέφτεσαι και άρα δεν υπάρχεις).  «Τον είδαν να πέφτει έφιππος» από τον Ακροκόρινθο, «Κάποιοι υπέθεσαν /ότι τον πήραν τα σκυλιά/ άλλοι πως οι Φράγκοι/ τον σύραν στην πόλη/ ως άλλον Έκτορα» τον Λέοντα Σγουρό, που «ήταν σκληρός σαν πέτρα»…και άγριος σαν λιοντάρι, καθώς έλεγαν.

 Ποίημα πρώτο της συλλογής και παράδειγμα άριστο: «1321, Ο  θάνατος του Dante Aligheri στην εξορία». Ποια εξορία είναι άραγε η πιο πικρή; Εκείνη που του επέβαλαν οι πολιτικές διαμάχες, η άλλη  που μόνος του επέλεξε να κατεβεί στον Άδη; Ή η τρίτη της ψυχής του η απογοήτευση; Ποιος ξέρει. Η ποιήτρια πάντως του επιφύλαξε τον παράδεισο. Στόλισε την αγαπημένη του «Φλωρεντία με ανοιξιάτικα χρώματα/παπαρούνες και μέλισσες/ να συλλέγουν τη γύρη / κι εκείνος παιδί/ ξαπλωμένος στη χλόη  χωρίς υπόνοια της κόλασης / χωρίς οσμή της Βεατρίκης/ μονάχα με μιαν άγραφη ανησυχία/ για όσα περνούν μες απ’ την ύλη/ και μένουν πάντα άπιαστα». Ο Δάντης δεν ανησυχεί για όσα του μέλλεται να μάθει και να πάθει, δεν τον ενδιαφέρουν Γιβελίνοι και Γουέλφοι, Άσπροι και Μαύροι, δεν νιώθει το καρφί του έρωτα, είναι παιδί ακόμα στον παράδεισο αλλά το μικρόβιο της ανησυχίας για τα άπιαστα, αυτό, Ναι, τον απασχολεί.      

Η Άννα Γρίβα έκανε μία καλή και πλατιά έρευνα. Ξέρει τι κρύβουν τα χρώματα στους πίνακες, ξέρει τι κρύβουν τα ισοπεδωτικά σχόλια της ιστορίας, τα μισόλογα, τα μυστικά και οι αγριότητες. Σε όλα αυτά  έβαλε της τέχνης της το ασήμωμα, αφήνοντας μικρές χαραμάδες για να γλιστρήσει η αμφιβολία.

Όλα ονόματα μεγάλα και γνωστά, της τέχνης και της παράδοσης, της εκκλησίας και των γραφών, από το 3000 π. Χ. έως το 2019. 5000 χρόνων άγνωστα και γνωστά σώματα υλικά που χάθηκαν, και άυλα, ονόματα που σώθηκαν, χρονολογίες, πάθη και συναισθήματα «άπιαστα».

Μπορεί όλα να τα τρώει ο θάνατος, αλλά όλα δεν ξεχνιούνται. Ο μύθος που τ’ ακολουθεί τους δίνει μία δεύτερη άυλη ζωή. Τα κούφια ονόματα, σκιές, εικόνες, ημερομηνίες, επιζούν σε στίχο, σε εικόνα, μουσική, κρατούν γερά του χρόνου το σκοινί  και κάτι καταφέρνουν να διασώσουν. Αν και από τα ποιήματα της Γρίβα κανένα δεν υπολείπεται του άλλου,  ένα άγνωστου αποστολέα, που βρέθηκε πάνω σε πάπυρο του 1ου αι. μ.Χ. συγκλονίζει:

 

 Χάθηκες πια

 απ’ τους ναούς την αγορά

το θέατρο του βωμούς

σε ψάχνω φωνάζω τ’ όνομά σου

μέχρι βαθιά στις κατακόμβες

 

τώρα στερνή φορά σου γράφω

και το χέρι μου τρελαίνεται:

αν δεν σε δω κι απόψε

θα σβήσω στα μάτια μου

όλα τ’ αστέρια

 

να γίνει ο ουρανός

σκοτεινός

μαύρο πουλί

επιτάφιο.

  

Η Άννα Γρίβα έκανε έρευνα, επέλεξε, μελέτησε και μετά κατέθεσε τη δική της προσφορά στη μνήμη των εξαιρετικών Δαιμονίων ηρώων της, στην ομορφιά και στο ταλέντο τους, στη φήμη τους, στην τύχη τους, χαρίζοντας στον αναγνώστη γνώση, ευαισθησία και συγκίνηση. 

 

 

 

                                    

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.