Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Αισθησιασμός και αγιότητα στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη

   Ο αισθησιασμός και η αγιότητα στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη δεν είναι ασύμβατες εννοιες ή καταστάσεις. Συνδέονται με την αποκαλυπτική στιγμή που είναι ταυτοχρόνως  αισθησιακή, ερωτική και θρησκευτική. Ο Ελύτης βεβαιώνει: «Η έμφυτη ροπή μου να εξαγιάζω την αίσθηση, εκβάλλει κατευθείαν στο όραμα του Παραδείσου.» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 31). Σε συνέντευξή του (περ. Μετρό, σελ. 154) εξηγεί αυτή την αντινομία, τη σύνθεση δηλαδή της αγιότητας με τον έρωτα, ως κάτι για το οποίο θα τον «αφόριζε η εκκλησία αμέσως. Έχω μια αίσθηση αγιότητας αλλά των πολύ αισθησιακών πραγμάτων […] Είναι, ας πούμε, τέμπλο εκκλησίας, αλλά μέσα χύνεται θάλασσα στο δάπεδο  και μπροστά στέκουνε ολόγυμνες κοπέλες με ξέπλεκα μαλλιά […]. Σχεδόν με αγιότητα καλογέρου. Διακονεύω αλλά βλέπω τα πράγματα αισθησιακά. Φτάνω απ’ τον αντίθετο δρόμο, πολλές φορές, σε ένα είδος ελευθέρας ηθικής που έχει μία αναλογία με τη θρησκεία».

   Κατά κανόνα το όραμα του παραδείσου συνδυάζεται με το φως, το οποίο,  τις περισσότερες φορές, είναι το φως του ήλιου, δεν αποκλείεται όμως να είναι και το μεταλλικό και ψυχρό φως των άστρων ή του φεγγαριού. Δεν είναι δηλαδή μόνο το «μεσημέρι» μυστηριακό και αποκαλυπτικό, αλλά και το βράδυ, και η άγια, ερωτική, αισθησιακή στιγμή είναι συνδυασμός μυστηριακού φωτός και φυσικού ήχου:  «Και το βράδυ αργά, την ώρα που της έβγαλα τα σκουλαρίκια να τη φιλήσω έτσι όπως θέλω εγώ, με τη ράχη ακουμπισμένη στον μαντρότοιχο της εκκλησιάς, μπουμπούνισε το πέλαγος και οι Άγιοι βγήκαν κρατώντας κεριά να του φωτίσουνε.» (Ο Μικρός Ναυτίλος, σελ. 52). (Η παρουσία της εκκλησίας και οι άγιοι υποδηλώνουν την αγιότητα. Τα κεριά το φως, και το ρήμα «μπουμπούνισε» τον ήχο).

     Το περιστατικό επανέρχεται σε παραλλαγές πολλές φορές. Η αποκαλυπτική ερωτική στιγμή είναι μια στιγμή σύγκρουσης  – ένωσης – φωτεινής και ηχηρής:

        α)   «Η τρελή ροδιά / Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της» (Προσανατολισμοί, σελ. 145).

      β)  «Ανοιχτή θύρα: σκαλοπάτια πέτρινα, κεφαλές /  από γεράνια, και πιο πέρα στέγες διάφανες, χαρταετοί, τρίμματα χοχλιδιών στον ήλιο….  

          Την ώρα που κρυφά, στην πίσω αυλή φιλιέται, η κόρη /  του περιβολάρη, κι απ’ την πολλή αγαλλίαση μια / γλάστρα πέφτει και τσακίζεται. / Α, να σώσω αυτόν τον ήχο!» ( Τύψεις, σελ. 24).

   γ) «Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά / Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά /  Τα  «πίστεψέ με» και τα «μη» /  Μια στον αέρα μια στη μουσική» (Μονόγραμμα, ΙΙ, σελ. 13.)

.δ)  «Η αγάπη /  μοιάζει με δυο ποτήρια σε  στιγμή ενθουσιασμού / ντιγκ /        λάμψη / θρύψαλα (Τρία Ποιήματα, «Το αμύγδαλο του κόσμου», 4, σελ. 24.)

 ε)  «Θα μπω απ’ την πόρτα που ένα φύλλο σκέτο υπερασπίζεται /  Θα μιμηθώ του εφήβου αλόγου τη βραχνάδα / Θα δοκιμάσω τον σπασμό που σ’ ανεβάζει ως τ’ άστρα!» (Ήλιος ο Πρώτος, «Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», ΙΙ, σελ. 38.)

στ) «Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου / Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει / Σιγά- σιγά η μικρή Πορτοκαλένια! / Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί /  Έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα / Έτσι καθώς αστράψανε χελιδονοουρές»    (Ήλιος, ο Πρώτος, ποίημα IV)«Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», ΙΙ, σελ. 38.)

 Όπως βλέπουμε από τα αποσπάσματα, ο ποιητής έχει έναν πλούσιο κώδικα για να ανανεώνει την ιδέα της αποκαλυπτικής –ερωτικής στιγμής, παραπέμποντας συνεχώς σε έναν χώρο, που θυμίζει Παράδεισο (πέτρινα σκαλοπάτια) με  χαρακτηριστικά της ελληνικής εξοχής (περιβόλι, κήπος, ήλιος, θάλασσα, μαντρότοιχος, χελιδόνια). Επίσης ο χρόνος είναι σημαδιακός –μυστηριακός: Βράδυ ή μέρα με εκτυφλωτικό φως, το οποίο αντανακλάται στα χοχλίδια, στα κρύσταλλα, στον αέρα. Συγχρόνως, ήχος από τις κιθάρες, τα «ενθουσιασμένα ποτήρια», το πέλαγος που «μπουμπούνισε», το χλιμίντρισμα του αλόγου, η τσακισμένη γλάστρα, τα φτερουγίσματα από τις χελιδονοουρές. Κυρίαρχη αίσθηση, που αποτελεί τη σύνθεση όλων, είναι η σωματική επαφή, η οποία γεννά τα πάντα, οράματα και ακούσματα, αρώματα και ψυχοσωματική απόλαυση. Όλα βεβαίως, εκκινώντας από τα αισθητά, οδηγούν στα νοητά και συμβάλλουν στην «μεταφυσική» του Ελύτη.

    Μέσα  σε μια τέτοια αποκαλυπτική στιγμή,  ο Αντιφωνητής παρακαλεί:

 «Την ηδονή να σώσω καν Θεέ μου»  (Μαρία Νεφέλη,  «Το Εγχειρίδιο», σελ. 56).

Η ηδονή είναι το κατώφλι της αγιοσύνης, για τούτο και η όποια αισθησιακή στιγμή είναι παραδείσια και αγιοποιημένη: «Ενωρίς εξύπνησα τις ηδονές» (Το Άξιον Εστί, «Τα Πάθη», ιστ΄, σελ.  63)

  «Όταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια / Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια / Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους»  (Προσανατολισμοί, «Η τρελλή ροδιά», σελ. 145).

   Ο ελληνικός χώρος, όπου γίνεται το θαύμα και  συντελείται το μυστήριο, είναι η ίδια η φύση, το ίδιο το φυσικό τοπίο ένθεο και ερωτικό, ικανό να γεννήσει το μυστήριο και το θαύμα. Ο Ελύτης υποστηρίζει ότι «ο άνθρωπος σ’ οποιοδήποτε μονοπάτι κι  αν   γυρεύει την αλήθεια, είναι υποχρεωμένος να φτάνει στη φύση… Ακόμα κι αν δεν υπήρχε η φύση, θα έπρεπε να την επινοήσουμε, γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε να υπάρξουμε» (Το Δέντρο, σελ. 144).

    Για τον Ελύτη ο κόσμος είναι «μια μορφή αλφαβήτου από στοιχεία γνήσια ελληνικά», στα οποία συμβάλλουν οι αισθήσεις, το μέσο κατανόησης του κόσμου, αγιοποιημένες και χρησιμοποιημένες ως γέφυρες που  φέρνουν σε επαφή τα αντιθετικά ζεύγη, το «εδώ» με το «πέραν» αλλά και τον αισθησιασμό με την αγιότητα.  Η γνώση του κόσμου μέσω των αισθήσεων έρχεται από  τους αρχαίους Έλληνες. Η αγιότητα όμως, έτσι όπως την γνωρίζουμε, συνδεδεμένη  με τον Χριστιανισμό, αποκλείει  τις αισθήσεις. Παρόλα αυτά στην ποίηση του Ελύτη συνενώνονται, αίροντας την όποια αντινομία. O ποιητής διευκρινίζει:  «Δεν είμαι Χριστιανός με την αυστηρή έννοια της λέξης, αλλά προσαρμόζω τη χριστιανική έννοια του εξαγιασμού στον κόσμο των αισθήσεων […] Για μένα οι αισθήσεις άλλωστε δεν έχουν απαραίτητα ερωτικές προεκτάσεις, αφού αποπνέουν ένα άρωμα αγιότητας. Οι αισθήσεις ανυψώνονται σ’ ένα επίπεδο καθαγιασμένο» (Το Δέντρο, σελ. 142). «Ένας κοιτώνας με τη μυστική συνεννόηση των σωμάτων μάς παρακολουθεί παντού και μάς παραπέμπει στην αγιότητα χωρίς συγκατάβαση» (Ο Μικρός Ναυτίλος, «Μυρίσαι το Άριστον», XVI, σελ. 84)

Ο Breton θεωρεί την άρνηση του έρωτα, ακόμα και κάτω από οποιοδήποτε ιδεολογικό πρόσχημα, «μια από τις σπάνιες  ανεξιλέωτες αμαρτίες, που ένας άνθρωπος με κάποια ευφυΐα θα μπορούσε να διαπράξει στη ζωή του», και συνεχίζει: «Αν υπάρχει μια ιδέα που ξέφυγε, μέχρι σήμερα, από κάθε προσπάθεια για μείωση, που αντιστάθηκε στους μεγαλύτερους πεσιμιστές, νομίζουμε ότι αυτή είναι η ιδέα του έρωτα, που είναι η μόνη ικανή να συμφιλιώνει κάθε άνθρωπο στιγμιαία ή όχι, με την ιδέα της ζωής» (Μανιφέστα, σελ. 117). Ο  Έρωτας και τα αισθησιακά πράγματα αναβαθμίζονται σε ένα επίπεδο καθαγιασμένο. Παράλληλα, ο ασκητισμός και ο αισθησιασμός  υπερβαίνοντας την αντίθεσή τους συμβάλλουν στη λειτουργία ζωής, και αυτή η διατύπωση ως ευχή εκφράζεται στο στίχο «Θα ήταν υψίστη σοφία να συμβιβαστούν οι Άγιοι με το σώμα τους» (Μαρία Νεφέλη,  «Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης»,  σελ. 77). Επίσης, στο ίδιο κλίμα, αν και τολμηρότερος ακούγεται ο στίχος «Η ασέλγεια, είπα, είναι  καιρός ν’ αρχίσει τώρα το ιερατικό της στάδιο και η αγία των ηδονών ημέρα να μυρίσει» (Τύψεις, «Ο άλλος Νώε», σελ 22).

Για εξαγνισμό της λαγνείας  μιλάει και ο Βαγενάς, ο οποίος παρατηρεί ότι ο Ελύτης «νιώθει πλουτισμένος με τη βεβαιότητα πως τίποτε δεν είναι απαλλαγμένο από το αντίθετό του και πως ακόμη ο μεγάλος πόνος εγκυμονεί την ευτυχία» (Ο Ποιητής και ο Χορευτής, σελ. 292). 

Ο Ελύτης σαν ασκητής εύχεται και περιμένει την αποκαλυπτική σκηνή, όπως μας την περιγράφει στο ακόλουθο απόσπασμα: «Έχω συλλάβει τη μορφή μου, ανάμεσα σε μια θάλασσα που ξεπροβάλλει από το ασβεστοχρισμένο τοιχάκι μιας εκκλησιάς   και σ’ ένα κορίτσι ξυπόλυτο που του σηκώνει ο άνεμος το  ρούχο» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ, 35). Και διευκρινίζει ότι, παρά τον κίνδυνο να παρεξηγηθεί, ο λόγος είναι ότι θέλει  να αποκτήσει το κορίτσι μέσα στο χώρο της εκκλησίας –πραγμα αταίριαστο-  όχι για να σκανδαλίσει, αλλά για να πει ξεκάθαρα και ακριβώς ότι  «ο έρωτας είναι ένας και μαζί για να κάνω πιο  πυκνό το ποίημα που θέλω, με τις μέρες του βίου μου, ν’ αποτελώ» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 38.)

     Η αναφορά στα φανερά στοιχεία – εκκλησάκι, κορίτσι, ποιητής, ποίημα- και στον αφανή έρωτα συνιστά σύνθεση προκλητική για έναν ορθόδοξο χριστιανό, για τον Ελύτη όμως στιγμή παραδείσιας ευτυχίας, που της «στήνει καρτέρι» και είναι αποτέλεσμα ψυχικής διεργασίας, ιδιαιτέρως επώδυνης και πιο τρομαχτικής, από την «άλλη  που κατορθώνει να εκμαιεύσει  δαιμόνους και τέρατα» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 36). Ο έρωτας δεν είναι  μόνο αίσθημα ή πράξη, που φέρνει κοντά τα δύο φύλα, αλλά και βαθμίδα της γνώσης, μια μέθοδος κατανόησης  μέσω των αισθήσεων.  (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 36).

Αισθησιασμός, αγιότητα, ποιητής, ποίημα – οι τέσσερις κολόνες του ελυτικού παραδείσου.   

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.