Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Γιώργος Βέης, Έρωτες τοπίων- Κίνα, Ινδονησία, Ιαπωνία, Ταϊλάνδη – Εκδ. Κεδρος, 2007

Ένας διανοητής που ταξιδεύει, συλλέγει στον ταξιδιωτικό του σάκο, κατά τη συμβουλή του Καβάφη «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους» και «ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής». Για το ομηρικό πρότυπο ταξιδευτή, που είχε κατά νου ο Καβάφης, ο διάπλους της Μεσογείου και ο περίπλους της Ελλάδας, από την Τροία στα παράλια της Αφρικής και από εκεί στην Ιθάκη, ήταν ταξίδι ισοδύναμο με αυτό του Κολόμβου ή του Μαγγελάνου. Σήμερα, όμως, που τα μέσα έχουν τελειοποιηθεί, η απόσταση έχει εκμηδενιστεί, η Σκύλλα και η Χάρυβδη έχουν εξημερωθεί, ο θυμωμένος Ποσειδώνας έχει φιμωθεί, «το άγνωστο και από αλλού φερμένο», έχει κι αυτό απομυθοποιηθεί και, σε μεγάλο βαθμό, η σύγκλιση με τη Δύση έχει επιτευχθεί.

Ο Γιώργος Βέης, με τη διπλή ιδιότητα του «ιδανικού εραστή των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων», για να θυμηθούμε και τον Νίκο Καββαδία (εκατό χρόνια από τη γέννησή του και τριάντα πέντε από το θάνατό του), και με την ιδιότητα του διπλωμάτη στα εξωτικά εκείνα μέρη – Κίνα, Ινδονησία, Ιαπωνία, Ταϊλάνδη και όχι μόνο-  ο Βέης λοιπόν, μπήκε στην ουσία των τόπων και, χωρίς να ξεχνάει τη διδαχή του Βούδα: άνθρωπος που εγκαταλείπει το σπίτι του και παίρνει τους δρόμους οφείλει να αποφεύγει τα δύο άκρα, δηλαδή την ικανοποίηση των επιθυμιών και την αυτοτιμωρία, δεν απέκλεισε τίποτα, ξεκίνησε όμως, ενστικτωδώς (;) από τη συμβουλή του Καβάφη. Μυρωδικά. Αυτή είναι μεγάλη αίσθηση που του κάνει εντύπωση. Το γουέν-σιαγκ των Κινέζων, που είναι  το κιάρα των Ιαπώνων, δηλώνει την οντολογία. Γιατί «το ον», γράφει ο Βέης, «στο βουδικό σύστημα σκέψης μπορεί κάλλιστα να αποδοθεί  από το άρωμα, ή το λατρευτικό θυμίαμα». Και οι άνθρωποι εισπνέοντας τα αρώματα μπορούν «να ακούσουν πεντακάθαρα τον ίδιο τον ερημίτη-πρίγκιπα των δασών, τον Βούδα», όπως ίσως η Πυθία μασώντας δάφνες άκουγε τον Απόλλωνα, θα μπορούσε να πει ο αναγνώστης. Λοιπόν, με τη μυρωδιά ανασυντάκτρια του κόσμου, στην άκρη του νότιου ημισφαιρίου, ενώ εμείς κρατάμε σταθερά τη θέση μας στην άκρη του βόρειου, ο Βέης μας κάνει κοινωνούς της έκπληξής του, καταργώντας, με τον τρόπο του την απόσταση και υποδηλώνοντας τη σύγκλιση. Μια σύγκλιση που επιτονίζεται σε πολλά σημεία.

Το ταξίδι του είναι μεστό από παρατήρηση, εμπειρία, γνώση, κατανόηση, αφύπνιση, φώτιση, ενόραση, γαλήνη. Σχόλια, χωρίς αξιολογική χροιά, αλλά υπαινικτικά και αποδεκτικά. Η εύστοχη περιγραφή του, με τα γλωσσικά εφόδια της ελληνικής του παιδείας, αλλά και μιας ευρύτατης ποικιλίας διαβασμάτων επιστημονικών και λογοτεχνικών,  γεφυρώνει αποστάσεις εδαφικές, χρονικές, ιδεολογικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές, καλύπτει όλο το φάσμα, έτσι ώστε να μπορούμε να αναφωνήσουμε, όπως ο Ντέηβιντ Λότζ, «μικρός που είναι ο κόσμος».

Το παράδειγμα του τοίχου στο οποίο «διακρίνεις πάντα τις φλέβες του χρόνου που διατρέχουν τη φθαρμένη ταπετσαρία», όχι μόνο μας πάει σε πλάνα του Θόδωρου Αγγελόπουλου, αλλά στις περιγραφές του Γιώργου Σεφέρη του οποίου η αφή, τα δάχτυλα  εδώ «ψηλαφίζουν τις λείες επιφάνειες, που αντανακλούν νωχελικά το φως, κυλούν με προσοχή στις άψογα επεξεργασμένες, μαλακές γωνίες, στις στιλπνές πλευρές…» και φυσικά παραπέμπουν στα έμπειρα χέρια του Οδυσσέα του. Και, όταν πιο κάτω αναδύονται «τα βουνά που ξετυλίγονται, που πολλαπλασιάζονται σε απροσδιόριστο βάθος, που χτίζονται εκεί στη μέση του βλέμματος… πιο πάνω τους ατμούς των ορεινών πηγών.. τα δέντρα … που εξατμίζονται στην ομίχλη» τότε έχεις την αίσθηση ότι πρόκειται για ελυτικά τοπία, με προφανή μεταγλώττιση της πραγματικότητας σε ποιητικό λόγο.

Και οι εκπλήξεις που έτσι κι αλλιώς στη σύγκλιση των πολιτισμών οδηγούν, διαδέχονται η μία την άλλη. Με δεδομένη την αποδοχή της ρήσης «η μη σύγκλιση των πολιτισμών είναι υπόθεση αδεξιοτήτων της όρασης», θα παρακολουθήσουμε τις εκπλήξεις των ερώτων και των τοπίων. Οι τελετές υποδοχής για το δάχτυλο του Βούδα – για την ακρίβεια,  πρόκειται για το μεσαίο δάχτυλο που βρέθηκε …- μας εκπλήττουν στο βαθμό που το ανάλογο μέλος, το δάχτυλο του Αγίου Ανδρέα, π.χ. στην Πάτρα ή η κάρα του όποιου Αγίου μας, γίνεται αφορμή για πανηγυρισμούς με παρόμοιο λαϊκό- θρησκευτικό-πολιτικό τρόπο. Χωρίς την εμπειρία των χώρων και των χωρών, εδώ πρόκειται για την Καντόνα και το Δέλτα των Μαργαριταριών, ο Έλληνας αναγνώστης δικαιούται να κάνει τις προσωπικές του υπερβάσεις, αφού ο Έλληνας συγγραφέας, μιλώντας ελληνικά, έχει ενώσει τις δυο μακρινές άκρες της γης. Την πραγματική και την υπηρεσιακή του πατρίδα.

Περαιτέρω έκπληξη, η ενότητα που αφορά τις σφραγίδες και τα ιδεογράμματα, δείγμα της λιτής αλλά και σοφής αντίληψης του κόσμου. Ο συγγραφέας αποκτά το ιδεόγραμμα του ονόματός του  «βε-ι» που σημαίνει «χαμόγελο» ή «βου βέι» που σημαίνει «υπέρτατη αρετή». Η πέτρα ως δομικό στοιχείο αιώνιας δόξας, είτε για να αναγραφούν τα ποιήματα στο «Σπήλαιο των Ποιημάτων», όπου «μια ολόκληρη ανθολογία, αποτυπωμένη σχολαστικά στην αιώνια σελίδα της πέτρας» εκφράζει συνοπτικά την «αγωνία του σημαίνοντος» και το «πάθος για ταυτότητα», είτε πρόκειται για τους Δράκους που φυλάνε το κομψό «πέρασμα στη φώτιση», σαν  ποίημα του Λι Τάο Πο,  μας προωθούν, το πρώτο στο ανάλογο του Νίκου Εγγονόπουλου που σκαλίζει το όνομα του διάσημου Μπολιβάρ του στο βράχο, και το δεύτερο στον κομψό ναό που  ο Φαίδρος έφτιαξε για να του θυμίζει μια όμορφη κόρη από την Κόρινθο, στον Ευπαλίνο του Πολ Βαλερύ.   

Νέα έκπληξη, η σύγχρονη επιχειρηματικότητα των Κινέζων, που έχουν επιδοθεί σε αγώνα δρόμου μεγάλης ταχύτητας για να κερδηθεί ο χαμένος χρόνος και, οπωσδήποτε,  να συμβεί σήμερα αυτό που πρέπει να γίνει αύριο, αποσκοπώντας στην αποκατάσταση της ζημιάς που προξένησαν οι αποικιοκράτες εισβολείς του παρελθόντος. Δεν είναι δυνατόν εδώ  να μη θυμηθούμε την περίφημη αμερικανική ταινία Πενήντα πέντε μέρες στο Πεκίνο, όπου οι «καλοί» αντιπρόσωποι των Ευρωπαίων σφαγιάστηκαν από τους «κακούς» Κινέζους, αλλά η ομοψυχία των ξένων, συν των Αμερικανών, κατατρόπωσαν την «παχιά αγελάδα που όλοι ήθελαν να αρμέξουν», όπως είπε η καταρρακωμένη αυτοκράτειρα στα έρημα ανάκτορά της. Όμως, η τελευταία σκηνή με τον Τσάρλτον Ήστον, καβάλα στο άλογο να φεύγει, παίρνοντας μαζί του τη μικρή Κινεζούλα, μας έδειχνε πως ο δρόμος του μέλλοντος είναι  η σύγκλιση, αλλά και ότι η σωτηρία του κόσμου θα έρθει από την Αμερική. Η σημερινή έκρηξη της κινεζικής οικονομίας θα άλλαζε το επίλογο της ταινίας, αφού «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά», όπως αποφαίνεται η λαϊκή σοφία.

Μια άλλη από τις ταξινομημένες εκπλήξεις είναι το κινητό μυθιστόρημα. Εδώ κι αν είναι έκπληξη. Στη μικρή οθόνη του κινητού ένα μυθιστόρημα ποταμός. Σύζευξη του «άγαν και του πλην», μια παραδοξολογία που εγκιβωτίζει  τη ρήση «ο κόσμος ο μικρός ο μέγας». Ο κόσμος των 4.200  ιδεογραμμάτων, δηλαδή, που πυκνώνει σε  κεφάλαια των 70. Μυθιστόρημα ποταμός του άλλοτε, σε μοντέρνα εκδοχή, όπου «η περίληψη των 1.200 κεφαλαίων σε ένα μόριο πεζού λόγου είναι η ευθεία αναγωγή του πατροπαράδοτου μυθιστορήματος των χιλιάδων σελίδων σ’ ένα και μόνο δάκρυ». Αναλφάβητη της τεχνολογίας, δεν πολυκαταλαβαίνω πώς γίνεται αυτή η περίληψη, το «δάκρυ» όμως εξασφάλισε στο συναίσθημα την αναγκαία συνθήκη εκτροπής από τη δαιδαλική τεχνολογία στην ποιητική της μετουσίωση. Ακολουθούν δύο σελίδες περιγραφής του πώς μια κινέζα φοιτήτρια μυεί τον αφηγητή  στο κινητό μυθιστόρημα. Εδώ όμως πρόκειται για την συνοπτική περιγραφή ενός Άσματος Ασμάτων, ή για την περιγραφή μιας ερωτικής σκηνής ανάλογης με αυτήν στο Όνομα του Ρόδου του Ουμπέρτο Έκο, όπου η τέχνη και η πραγματικότητα αγγίζονται, ταυτίζονται, αποθεώνονται και οι πρωταγωνιστές διακτινίζονται στο μέλλον του μυθιστορήματος.   

Στο Μακάο, ανάμεσα σε πολλές άλλες εκπλήξεις συμμετέχουν οι χριστιανικοί ναοί, καθένας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, τα φωτεινά χρώματά τους, όπου  σαν να «έρχεται ανανεωμένο από τη Μεσόγειο» το λευκό χρώμα και οι κίτρινες  ανταύγιες δίνουν την απάντηση στην «απουσία της καθολικής βαρυθυμίας».  Όσο μακρινό κι αν είναι το 1640, το μνημείο των μαρτύρων του Ναγκασάκι σε   συνοφρυώνει, όταν σκεφτείς πως η ιστορία θα επαναληφθεί τρακόσια χρόνια μετά. Ο Άγιος Σεβαστιανός με το σύνηθες βέλος στο στήθος του, σαν παραλλαγή του αυτόχειρα Μισσίμα.

Στο επιχειρηματικό πνεύμα συναρμόζονται και οι χαρτοπαιχτικές λέσχες και τα καζίνα που δείχνουν τον «πυρετό της εθνικής προόδου», με συμπαρομαρτούντες τους οίκους  ανοχής και την αφοπλιστική ερωτική πρόκληση της νεαρής Βιετναμέζας. Οι κινηματογραφόφιλοι ανακαλούν τις σκηνές του πάνδημου έρωτα στην ταινία Ελαφοκυνηγός και το τραγικό μανιακό παιχνίδι της ρωσικής ρουλέτας, με τα χρήματα στο τραπέζι, με το πιστόλι στον κρόταφο, με  τον κόμπο στο στομάχι.

Οι λεπτομέρειες της έκστασης αποτελούν μελέτη καλλιτεχνική του χορού και αφήγηση ερωτικής βασιλικής ιστορίας, στην οποία το σώμα και όχι το φώνημα έχουν το λόγο.  Όταν  ο Σεφέρης, σαν  άλλος Τεύκρος, συναντά την Ελένη και καρφώνει το βλέμμα στο «βαθύ στηθόδεσμο», για να το περιφέρει στη συνέχεια «στους ώμους, στους μηρούς στα γόνατα», έχει αναπαραγάγει το ανδρικό ερωτικό βλέμμα εις το διηνεκές, πράγμα το οποίο ο Βέης αξιοποιεί, πολλαπλασιάζοντας όμως τα σημεία. Ο λόγος πέφτει στον  βραχίονα-τελετάρχη, που «διαμοιράζει τα κεφάλαια, τις παραγράφους και τις προτάσεις», στα γόνατα –μοχλούς που υπομένουν «τα βάρη του ελεγειακού», στα δάχτυλα που «συνομολογούν χωροταξική καλλιγραφία», στις παλάμες που «απωθούν το έρεβος» και πίσω από τη μάσκα, που δημιουργεί  το παχύ μεταστασιακό-εκστασιαστικό μακιγιάζ απομυθοποιεί το σύμβολο και ανιχνεύει τη γυναίκα, ή για να θυμηθούμε και τον δικό μας τον Παπαδιαμάντη την «απλή θυγατέρα της Εύας».

Μια άλλη έκπληξη που έρχεται να ταξινομηθεί είναι εκείνη της βεντάλιας, κεφάλαιο ικανό να κινητοποιήσει όλους τους μηχανισμούς της σημειολογίας, το δημόσιο σφράγισμα του δοντιού, η τελετή ενηλικίωσης των ανδρών, το αιμοτοβαμμένο άθλημα  Ουζάμπα Σεμπάχ, ως αποδεικτικό στοιχείο μεταφυσικής θέλησης για δύναμη. 

Και φτάνουμε στον τελευταίο προορισμό. «Η Ιαπωνία μού υπαγορεύει μέλλον», γράφει. Ναι είναι το Από το Τόκιο στο Χαρτούμ που θα ακολουθήσει για να αναπτύξει στο έπακρο τις εμπειρίες των αισθήσεων του υγρού τόπου.

 Το σπαρακτικό γράμμα μιας καλλονής πόρνης που στον κόσμο της, στον κόσμο της Σουζυ Βογκ, για να ξαναθυμηθώ μια παλιά αμερικανική ταινία, μπορεί να υπάρξει μια στιγμή αλήθειας και να ανθίσει η ελπίδα – Η ελπίς μου εις την αγάπην σου Στηρίζεται όλη – λέει ο Κάλβος, ελπίδα ότι, ο τελείως ανεστραμμένος ηθικός κώδικας της συμπεριφοράς, δεν θα υποκύψει στη φθορά του φυσικού νόμου και της απόστασης από τον αγαπημένο της, αποτελεί κορυφαίο δείγμα συναισθηματικής και λογικής παράκρουσης.

Και το βιβλίο τελειώνει μ’ ένα επίγραμμα του Έζρα Πάουντ, στου οποίου τη δεύτερη στροφή διαβάζουμε:

Ήμουν και πια δεν είμαι ∙/ ενθάδε κείμαι ένας ηδονιστής.

Δεν μπορώ να παραβλέψω το νεύμα που μου κάνει ο δικός μας Κώστας Βάρναλης, με το παραπλήσιο:

Ήμουν και πια δεν είμαι∙ ποιος φταίει; Ο Ξαποδός.

Και τώρα ενθάδε κείμαι γη και σποδός».

Με κνίζει η ιδέα μιας μελέτης των μότων κάθε κεφαλαίου και των ποικίλων παραπομπών της πλούσιας βιβλιογραφίας, καθώς και ο σχολιασμός των κατατοπιστικών φωτογραφιών που συνοδεύουν το κείμενο. Εν κατακλείδι, οι Έρωτες τοπίων, ή αλλιώς τα τοπία και τα πάθη τους, αναδεικνύουν τη δύναμη του ρέοντος χρόνου που ως τιμητής και δικαστής απονέμει τη δική του δικαιοσύνη.

Όσο για τον ερωτευμένο με τα τοπία του συγγραφέα, αφού χόρτασε την κριτική και διεισδυτική ματιά του, αποσύρθηκε στα βάθη του στοχασμού του για να επεξεργαστεί τα πολλαπλά κεντρίσματα των αισθήσεων και να μας τα προσφέρει ως καλλιτέχνημα προκλητικό και σύνθετο, γιατί οι Έρωτες τοπίων θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ποιητική συλλογή, της  οποίας το κάθε κεφάλαιο συνιστά ανάπτυξη ποιήματος.

                                        

                                                               

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.