Loading...
Ελευθέρας βοσκήςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Η εικονική πραγματικότητα κι εμείς

Ενώ πριν από λίγες μέρες, με το χαρτί στο χέρι ή το μήνυμα στο κινητό, πηγαίναμε τρέχοντας  στο σούπερ μάρκετ ή στο φαρμακείο και επιστρέφαμε σφαίρα, μόλις μας ελευθέρωσαν, ορμήσαμε σαν λιμασμένοι όλοι έξω. Γέμισαν τα πάρκα και οι πλατείες, γέμισαν και οι καφετέριες στη γειτονιά μου, ακόμα κι εκείνη που έχει συγκεκριμένη γηραιά πελατεία. Τραπέζια και καρέκλες μαζεμένα στην άκρη, φώτα σβηστά και όλοι όρθιοι απέξω με έναν καφέ στο χέρι σαν να περιμένουν το «Δεύτε λάβετε φως» και «Χριστός Ανέστη», ενώ η καμπάνα της Ανάστασης δεν σήμανε  ακόμη.

Βγήκα, λοιπόν,  κι εγώ και έκανα τον μεγάλο περίπατο του Πέτρου,  που έλεγε η Άλκη Ζέη, δηλαδή έκανα τον γύρο του οικοδομικού μου τετραγώνου. Πήγα πρώτα από την κάτω μεριά, μπήκα στο ένα μαγαζί, χαιρέτησα στο άλλο, προχώρησα στο τρίτο, προσπέρασα  δυο τρία, έφτασα στο τέταρτο. Στη δεύτερη γωνία είναι το καφενείο των υπεργήρων και κάποιων κάπως νεοτέρων. Οι ακόμα νεότεροι πάνε απέναντι, στο τελείως μοντέρνο, με τις μοντέρνες σερβιτόρες, αν και εκεί θα έπρεπε να πηγαίνουν οι γηραιοί, για να μοιάζουν με τους  γέροντες στην Τροία,  που ελλείψει καφετέριας,  ανέβαιναν στα τείχη,  έβλεπαν την Ελένη να σουλατσάρει και μακάριζαν την τύχη τους που είχαν την ευκαιρία να  παρακολουθούν από κοντά την Ελένη και από ψηλά τον αγώνα κάτω, για να δουν πώς τροποποιείται σήμερα το σκορ.

Γέροντες, Τεύκρος και  Σεφέρης βλέπουν την Ελένη,

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό

το ανάστημα

ίσκιοι και χαμόγελα παντού

στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα∙

ζωντανό δέρμα, και τα μάτια

με τα μεγάλα βλέφαρα,

ήταν εκεί…

 Πού εκεί; το ποίημα εννοεί το Δέλτα του Νείλου. Οι γέροντες όμως την έβλεπαν στα τείχη της Τροίας, άρα είχαν μπροστά τους μια εικονική πραγματικότητα; «Κι ο Πάρης μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σαν να ’ταν πλάσμα ατόφιο», «ένα λινό κυμάτισμα», «μια νεφέλη»,
«μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου»,
«ένα πουκάμισο αδειανό» και
τέτοια; Και τι θα πει «τέτοια»; «Σατραπείες και τέτοια»; Όπως λέει ο Καβάφης απομυθοποιώντας;;;  Ρωτάω τον Γιάννη Ρηγόπουλο που ασχολείται με τα αισθητικά: Τι λες εσύ, μαέστρο, γι’ αυτό το αδειανό πουκάμισο; Κι ο Πάρης μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε;;; Και ο μαιτρ απεφάνθη: ο Πάρης είναι ο πρώτος  homo esteticus, εκτιμητής της ομορφιάς, ακόμα κι αν πλάγιαζε με ένα simulacrum της Ελένης, μ’ ένα πουκάμισο αδειανό,  το πουκάμισο αυτό είναι πολύτιμο. Είναι γεμάτο από τον μύθο, την ομορφιά. Ο Πάρης εξετίμησε το θεϊκό δώρο της Αφροδίτης και καθόλου δεν αντελήφθη την  απάτη. Έτσι είπε (κι εγώ σημείωσα: ιδού στοιχείο πρώτο εικονικής πραγματικότητας). 

 Η λέξη «πουκάμισο» επανέρχεται στον Σεφέρη, γιατί ο Σεφέρης χρησιμοποιεί τη λαϊκή γλώσσα και «πουκάμισο» στη λαϊκή γλώσσα είναι το απλό «μεσοφόρι» ή εσώρουχο, αλλά και φετίχ. Κάπως έτσι θα το δούμε και στο ποίημα «Ο δαίμων της πορνείας», όπου ο Ρήγας Πιερ της δυναστείας των Λουζινιάν, που κυριάρχησε στην Κύπρο στα χρόνια της Λατινοκρατίας, ήταν

 μπρούμουτα στον πόθο της Λινόρας.

Πάντα μαζί του στα ταξίδια το πουκάμισό της

και το ’παιρνε στην αγκαλιά του σαν κοιμούνταν

 Η Λινόρα ήταν η Καταλανή σύζυγός του, όπως λέει η Ιστορία, ο Μαχαιράς στο Χρονικό του και όπως πιστά μεταφέρει ο Σεφέρης στο ποίημα. Το πουκάμισο, λοιπόν, επέχει ρόλο «αντ’ αυτής». Με τέτοιο πουκάμισο κοιμόταν ο Πάρης, αν είναι αλήθεια αυτό που λέει ο μύθος. Άρα (λέω εγώ)  οι γέροντες, αφού δεν πρόκειται να αγγίξουν για να μάθουν την αλήθεια και να διαλύσουν τη μαγεία, απολαμβάνουν την ιδανική, στην κυριολεξία της λέξης, ομορφιά. Βλέποντας. Από τα μάτια πιάνεται ο έρωτας και στην περίπτωση των γερόντων μόνο τέτοιος μπορεί να είναι.  Ο Τεύκρος όμως, που πάει να πει ο Σεφέρης, κοιτάζει και βλέπει, όπως φαίνεται στο απόσπασμα, την Ελένη τη χειροπιαστή, την ολοζώντανη, την ηδονική και προκλητική, τέτοια που να δικαιολογεί τον κρυμμένο πόθο που προκάλεσε τον πανελλήνιο συναγερμό και ξεσηκωμό επικεντρωμένο σε μια φράση, στο «ανεμέσητον» εκείνο καταγεγραμμένο στην Ιλιάδα Γ΄, 156, «ἦκα πρὸς ἀλλήλους ἔπεα πτερόεντ᾽ ἀγόρευον·/οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς/τοιῇδ᾽ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν·/αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν». Χαλάλι της, με λίγα λόγια, Αχαιοί και Τρώες να πάσχουν τόσα πάθη. Άρα (δεύτερο άρα) ήταν και οι γέροντες κριτική επιτροπή για την ομορφιά, έσκυψαν ο ένας στο αυτί του άλλου, με τη δικογραφία στο χέρι και είπαν ψιθυριστά ό,τι ξέρουμε ότι είπαν. ..  Όμως, δεν σταματά εδώ το σχόλιοˑ έχει και ουρά.  Διότι, ναι μεν, είπαν ό,τι είπαν, είπαν όμως και το παρακάτω:  «ἀλλὰ καὶ ὧς τοίη περ ἐοῦσ᾽ ἐν νηυσὶ νεέσθω», που σημαίνει:  ακόμα και τέτοια, με όλα της τα κάλλη, ας πάει στα πλοία ή (σαν να λέμε, ευγενικά), ας πάει στο καλό, ας φύγει.  Άλλωστε, τι μας νοιάζει εμάς; συμπληρώνω εγώ ότι είπαν οι γέροντες, αφού, ούτως ή άλλως  δεν πρόκειται να αγγίξουν  για να βεβαιωθούν, ούτε ο Τεύκρος  ούτε ο Σεφέρης θα αγγίξει και κανείς δεν θα μάθει. Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει πως όλα είναι απατηλά, διπλά, μην είναι και τριπλά και πολλαπλά. Όταν απομονώνει κανείς μια φράση, καταλήγει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Διπλή, λοιπόν, η απόφανση των γερόντων, διπλή και η Ελένη, γιατί ο μύθος λέει πως πήγε στην Τροία, σύμφωνα με τον Όμηρο, αλλά άλλος μύθος διαψεύδει και λέει πως μόνο το simulacrum της, το αντίγραφό της πήγε, ενώ η ίδια δεν πήγε ποτέ και ποτέ δεν μπήκε στο γαλαζόπλωρο καράβι, από τον οποίο αντλεί ο Ευριπίδης.  Και γιατί αντλεί από αυτόν; Γιατί, αν λογαριάζω σωστά και δεν συσχετίσω κουτά, μαθητής των σοφιστών ο από σκηνής φιλόσοφος δεν τα πάει καλά με τους θεούς και θέλει να τους ξεμπροστιάσει. Κάπως έτσι δεν κάνει και ο Καβάφης;;;

Και τώρα; Τα ρίχνουμε όλα στους θεούς∙ αυτά τα κανονίζουν όλα οι θεοί.  ἄλλως έδοξεν τοῖς θεοῖς, αλλιώτικο  ήταν το θέλημα του Θεού ή ἄλλαι μέν βουλαί ανθρώπων, ἄλλα δέ Θεός κελεύει και, συνήθως, ό,τι κελεύει ο Θεός,  γίνεται, και  είναι μια παρηγοριά  να λες ότι ο Θεός σε έβαλε (βλέπε: Ορέστης-Απόλλων) ή έβαλε την ουρά του ο διάβολος, οπότε βγάζεις εσύ έξω τη δική σου. Τρανταχτό παράδειγμα «ο δαίμων του τυπογραφείου» που λέγαμε κάποτε και ρίχναμε στον δαίμονα τη δική μας στραβομάρα, την οποία ο αγαπητός επίτιμος Πρόεδρος της ΠΕΦ, νυν μέλος, με πολλούς άλλους ρόλους σε επιστημονικά σωματεία, Τάκης Στέφος,  πολύ καλός φίλος, δεν αφήνει να ξεφύγει ούτε στραβή ανάσα. Το εκπαιδευμένο όμμα του συλλαμβάνει κάθε παράνομη εισβολή δαιμονοουράς, την οποία αποκαλεί lapsus calami. Ακόμα, επιμένει και στο πολυτονικό για τα αποσπάσματα από τα αρχαία ελληνικά, διότι «τα πνεύματα και οι τόνοι είναι ό,τι ο γλυπτικός διάκοσμος σε αρχαίο αρχιτεκτόνημα» λένε, και δίκιο έχουν αυτοί που το λένε, καθώς και η χειροποίητη μολυβδοκοντυλένια γραφή. Κι εγώ ευπειθεστάτη, συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις.

Βλέπετε, η κατάργηση του μαθήματος της καλλιγραφίας μάς έκανε όλους κακογράφους και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής μας επιβάλλει τη δική του απλοποιημένη ορθογραφία και, πριν προλάβουμε να γράψουμε, γράφει αυτός αντί για μας (παράδειγμα δεύτερο εικονικής πραγματικότητας με σώμα έρευνας τη γραφή).

Ο Τάκης ζει στον αντίποδα της εικονικής πραγματικότητας, αν και του αρέσει ο κινηματογράφος, όπως αρέσει και στον γκρινιάρη Σεφέρη, και επίσης του αρέσουν όλα τα αρχαιόθεμα ποιήματα του Σεφέρη, τα οποία έχει εμβριθώς μελετήσει και μάλιστα, κάποτε, στην Κοζάνη που είχαμε πάει μαζί, εγώ διάβαζα τα ποιήματα και εκείνος τα ανέλυε και ο καθένας μας ήταν πανευτυχής.   

Πέρα από το «πουκάμισο» της Ελένης, που είναι καθαρά ερωτικό  υποκατάστατο, ο Σεφέρης μιλά και για το πουκάμισο του Νέσσου, που και αυτό εμπλέκεται στα πεδία του έρωτα. Ο Κένταυρος Νέσσος έδωσε στην σύζυγο του Ηρακλή ένα πουκάμισο εμποτισμένο με ένα ερωτικό φίλτρο για να μην πάψει, δήθεν, ποτέ ο άντρας της να την αγαπάει. Ο Ηρακλής το φόρεσε και πέθανε μέσα σε φριχτούς πόνους. Τούτο ενισχύει, με τον τρόπο του, την άποψη ότι ο έρωτας είναι θάνατος.  Παρομοίως, ο πέπλος που δώρισε η Μήδεια στην Γλαύκη ήταν μαγεμένος-δηλητηριασμένος, που μόλις εκείνη τον φόρεσε, πέθανε με παρόμοιο φριχτό τρόπο, καθώς και ο πατέρας της που έσπευσε να την σώσει, πράγμα που υποδηλώνει πως όποιος επιβουλεύεται τον έρωτα του άλλου πεθαίνει. Άσε που και αυτός από την πλευρά του Ιάσονα ήταν επίσης έρως συμφέροντος (τρίτο παράδειγμα εικονικής πραγματικότητας με σώμα τον γάμο, αυτός κι αν είναι εικονικός!). 

Πριν από λίγα χρόνια, ο χορογράφος Δημήτρης Παπαϊωάννου με την Ομάδα εδάφους, είχε παρουσιάσει στο Παλλάς ένα χορευτικό με θέμα το γνωστό τρίγωνο Μήδεια-Ιάσονας-Γλαύκη, όπου ο έρωτας Μήδειας-Ιάσονα παρουσιάστηκε ως παθιασμένος έρωτας, ενώ η σχέση Ιάσονα-Γλαύκης παρουσιάστηκε σαν παιχνίδι με την πιτσιρίκα.  (εικονική πραγματικότητα, πάλι).

Η εικονική πραγματικότητα, λοιπόν, είναι το ψέμα που μεταπήδησε από την τέχνη στην τεχνολογία και μας έβαλε στο τσεπάκι της και κάνει  το ψέμα να φαίνεται σαν αλήθεια. Και βολευόμαστε με αυτό. Από μακριά, φιλίες, έρωτες, αγκαλιές, δουλειές, μαθήματα, κούφια λόγια και κούφιες βασιλείες.

Η κλίμακα, συνομιλία από κοντά, εξελίχτηκε σε γράμμα, ραβασάκι, τηλεφώνημα, μετά σε μήνυμα στο κινητό, μήνυμα στο μαίηλ, σκάιπ, και όλα, πια, κατέληξαν εικόνες από μακριά, μηνύματα χωρίς ήχο, σχέσεις από απόσταση.  Όλα έφτασαν σε εφιαλτικό τέλος, προοιωνιζόμενα το μέλλον. Έτσι προβλέπεται η ζωή μας πλέον.

Σκιά της σκιάς∙ εικόνα, ήχος, μήνυμα, απόσταση.

 

                                  

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.