Loading...
ΘέατροΤΕΧΝΗ

Ανθούλα Δανιήλ: Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, στην Επίδαυρο, 19 και 20 Ιουλίου  

                      Εν αρχή ήν ο Λόγος

Και ο Λόγος  ην του αρχαίου τραγικού ποιητή Ευριπίδη που έγραψε το έργο κι έπειτα είναι του νέου λυρικού ποιητή Παντελή Μπουκάλα που τον μετέφερε σε ρέουσα νεοελληνική γλώσσα.   

Ο Ευριπίδης έγραψε την Ιφιγένεια η εν Αυλίδι το 408 και η πρώτη της παράσταση έγινε στα Μεγάλα Διονύσια δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, το 406 π.Χ., όπου κέρδισε το πρώτο βραβείο, λίγο πριν τελειώσει ο μεγάλος πόλεμος, στον οποίο  η  πατρὶς  Ἑλλάδος Ελλὰς Αθήνα,  κατά την έκφραση του Θουκυδίδη, πλήρωσε με το γόητρό της, την ηγεμονία της και  τη Δημοκρατία της. Ο Ευριπίδης πλήρωσε κι εκείνος με έναν γιο του που σκοτώθηκε στον πόλεμο.

Ο Αγαμέμνων, σύμφωνα με τον μύθο,  αρχιστράτηγος της εκστρατείας εναντίον της Τροίας, πρέπει να θυσιάσει την κόρη του, την Ιφιγένεια, γιατί έτσι το θέλει η Άρτεμις, όπως προφήτευσε ο Κάλχας, ως αντάλλαγμα,  για το ελάφι που της σκότωσε εκείνος. Είναι η ώρα που στην Αυλίδα έχει συγκεντρωθεί ο στόλος, αλλά οι άνεμοι δεν φυσούν και τα καράβια δεν φεύγουν. Το πρόβλημα του Αγαμέμνονος είναι πώς θα το ανακοινώσει στην Κλυταιμήστρα! Γι’ αυτό της στέλνει γράμμα, να την φέρει στο στρατόπεδο, να την παντρέψει,  δήθεν, με τον Αχιλλέα. Μετανιώνει, όμως,  και στέλνει δεύτερο γράμμα για να ακυρώσει το πρώτο. Τον παίρνει είδηση ο Μενέλαος, με τον οποίο φιλονικεί επειδή ο Μενέλαος επιμένει στη θυσία, για να αποκατασταθεί η προσβολή που του έχει γίνει. Μετά από λίγο όμως  αλλάζει γνώμη και ζητά να μη γίνει η θυσία. Εν τω μεταξύ η Κλυταιμήστρα έρχεται χαρούμενη για το γάμο και συναντά τον ανειδοποίητο Αχιλλέα, του φανερώνει το σκοπό της παρουσίας της στο στρατόπεδο κι εκείνος οργισμένος για τη χρησιμοποίηση του ονόματός του (η μήνις του στην Ιλιάδα έχει αρχίσει από εδώ), τάσσεται στο πλευρό της και ορκίζεται ότι θα αγωνιστεί να σώσει την Ιφιγένεια αλλά μετά από λίγο οι συνθήκες αλλάζουν κι έτσι αλλάζει και αυτός.  Μετά,  η Ιφιγένεια που στην αρχή ικετεύει και οδύρεται, στο τέλος παραιτείται και αποφασίζει να θυσιαστεί για το καλό των Ελλήνων. Και τέλος, η θεά, που είχε απαιτήσει τη θυσία της, την αντικαθιστά με ένα ελάφι πάνω στο βωμό. Εν ολίγοις το έργο παλαντζάρει ανάμεσα στη θέση και στην άρση. Σαν να μας λέει ο Ευριπίδης πως όλα είναι ανθρώπινα, και τούτα και τα αντίθετά τους.

Στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Καλαβριανός, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, ο Αγαμέμνων, με μοντέρνα σημερινή βασιλική θωριά, είπε τα λόγια τα σοφά, αλλά όχι έτσι όπως τα είπε κάποτε ο Θάνος Κωτσόπουλος (1957), ο Κώστας Καζάκος και ο Τίτος Βανδής (1963), ο Νίκος Τζόγιας (1970), ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ (1984) για να αναφέρω μόνο μερικούς από τους πολλούς που ερμήνευσαν το ρόλο, ενθυμούμενοι τον ενδυματολογικό κώδικα που οφείλει να τηρεί η διδασκαλία μιας τραγωδίας. Έτσι,  ο  Αγαμέμνων,  Γιώργος Γλάστρας, άναξ χωρίς κοθόρνους, παραγεμίσματα και λόγο στιβαρό, για να είναι μεγαλοπρεπής,  κατέθεσε τη δική του αγαμεμνονική πρόταση. Ψυχρός πολέμαρχος∙ προηγούνται τα πολιτικά-εθνικά, έπονται όλα τα άλλα. Η φωνή του έμοιαζε σαν να ήθελε να μας πείσει πως και η θυσία της κόρης του μια γραφειοκρατική εμπλοκή είναι που ένας άντρας-βασιλιάς-άναξ πρέπει να τη διεκπεραιώσει χωρίς συναισθηματισμούς. Εν ολίγοις τετραγώνισε τον κύκλο και ορθολόγισε το συναίσθημα, διότι ο ήρωας, όπως και όλοι του Ευριπίδη, είναι άνθρωποι καθημερινοί∙ είναι όπως  είναι. Ούτε θεοί ούτε ημίθεοι, σαν τους ήρωες του Αισχύλου ούτε έτσι όπως θα έπρεπε να είναι, σαν του Σοφοκλή. Απλώς, άνθρωποι βίαια σπρωγμένοι  από τη δύναμη των θεών, των περιστάσεων, των πολλών:  

Τη ζωή μας την γκρεμίζουν οι θεοί,/ αν δεν τους τιμήσουμε κατά το πρέπον./Ή τη σαρώνει η γνώμη των πολλών,/όταν εχθρική στρέφεται καταπάνω μας.  

Οι πολλοί παραποιούν τον ένα, λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στη Μαρία Νεφέλη. Κι αυτός ο παραποιημένος ένας, στην αρχή του έργου, δικαιολογεί  τον εαυτό του και την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλάζει, ανάλογα με τον αέρα. Ο Μενέλαος- Νικόλας Μαραγκόπουλος- από τη δική του θέση δογματίζει, με φωνή και δύναμη ψυχής

Ο τίμιος άνθρωπος με τις μεγάλες βλέψεις,/ανάρμοστο είναι τους τρόπους του ν’ αλλάζει,/όταν αποκτά αξιώματα.

Όμως και αυτός θα αλλάξει. Μόνο, η Κλυταιμήστρα-Μαρία Τσιμά- δεν αλλάζει. Υπηρέτησε σωστά τον ρόλο τής εξαπατημένης συζύγου, της μητέρας που δεν μπορεί να βρει συμμάχους και στο τέλος θα το χάσει το κορίτσι της. Μόνο η στραταρχία σε κόφτει, πετάει κατά πρόσωπο την κατηγορία στον Αγαμέμνονα. Αλλά, ο Ευριπίδης, και το κοινό που παρακολουθεί την παράσταση, έχει ήδη υπόψη του την Ορέστεια του Αισχύλου, όπου η ηρωίδα αυτονομείται και αυτενεργεί και επιχειρηματολογεί υπέρ των θέσεών της, δραστικά.

Ο Αχιλλέας-Θανάσης Ραφτόπουλος- καλά κρατεί τον ρόλο του οργισμένου και ανακρούσαντος πρύμναν, Αχιλλέα. Άλλος ένας που τον έπεισε η δημοκρατία των πολλών, όταν μεταπίπτουν σε όχλο. Ο Πρεσβύτης –Γιώργος Καύκας και ο Αγγελιοφόρος-Χρίστος Στυλιανού τίμησαν το ρόλο τους. Η πρωταγωνίστρια-θύμα και νικήτρια της υπόθεσης, Ιφιγένεια- Ανθή Ευστρατιάδου-  βλέποντας πως είναι χαμένη για χαμένη και κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, αποφασίζει να δώσει λύση και να τους απαλλάξει όλους από το βαρύ φορτίο της ευθύνης τους:

Πατέρα μου, στη διάθεσή σου. Για την πατρίδα μου,/ για την Ελλάδα όλη, το σώμα μου προσφέρω με τη βούλησή μου/… Μακάρι να πετύχετε στον πόλεμο. Να νικήσετε/ και στην πατρίδα να επιστρέψετε./ Κανείς Αργείος μη μ’ αγγίξει./Με την καρδιά γενναία θα προσφέρω τον λαιμό μου, /δίχως διαμαρτυρίες. …

Τέλος, η θεά έκανε τη δική της ανατροπή με το «θαύμα» της∙ στη θυμέλη «σπαρταρούσε ελαφίνα τεράστια, πανέμορφη», στη θέση της άφαντης Ιφιγένειας, είπε ο αγγελιοφόρος. Και όπως γράφει η ποιήτρια Τασούλα Καραγεωργίου, «Ὅταν σίγησε ὁ λόγος τοῦ δράματος /κι ἡ ἀσπαίρουσα ἔλαφος τοῦ Εὐριπίδη ἐχάθη…  Ἡ Ἰφιγένεια ἐν τέλει ποτὲ δὲν θυσιάζεται —θὰ τὴ βροῦμε ξανὰ στὴν Ταυρίδα».)  (Η Πήλινη χορεύτρια, «Θέατρο Φιλίππων»). Βεβαίως, η Κλυταιμήστρα δεν πιστεύει αλλά ο Αγαμέμνων φαίνεται να πιστεύει, επειδή έτσι τον συμφέρει και τον εξυπηρετεί,  και έτσι η παλάντζα και πάλι ισορροπεί.

 Από άποψη σκευής: Επικράτησε η αισθητική του μαύρου. Ο Αγαμέμνων  σαν κομψός και μοντέρνος νεαρός, η βασίλισσα σαν συντηρητική του καιρού μας κυρία, η «μελλόνυμφη» Ιφιγένεια, κοριτσόπουλο στα, προοικονομούντα τη μοίρα της, μαύρα πέπλα. Η δύναμη της εξουσίας και η ιεραρχία παίχτηκε σε επίπεδο καμπαρντίνας. Ποδήρης, δερμάτινη, απαστράπτουσα, επιβλητική  για τον βασιλιά, κοντή και απλή για τον Μενέλαο,  κάπα για τη βασίλισσα, ανεμόεντα πέπλα για τη βασιλοπούλα. Οι κοπέλες του χορού, Μομώ Βλάχου, Στελλίνα Βογιατζή, Δέσποινα Γιαννοπούλου, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Δανάη Επιθυμιάδη, Αίγλη Κατσίκη, Λήδα  Κουτσοδασκάλου, Μαρία Κωνσταντά, Αλεξία Μπεζίκη, Ζωή Μυλωνά, Μαριάνθη Παντελοπούλου, Κατερίνα Παπαδάκη, Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδουν, ντυμένες στα μαύρα και αυτές,  κινήθηκαν  σε εντυπωσιακούς  συνδυασμούς, με χορογραφία υπαινικτική και υποδηλωτική, μερικές στιγμές πολύ επιτυχημένη, με τη φροντίδα του Δημήτρη Σωτηρίου. Μουσικός επί της ορχήστρας ο Δημήτρης Χουντής.

Δεν πρέπει να παραλείψουμε να σχολιάσουμε εκείνο το επιβλητικό,  περιφερόμενο, ιερό, μπλε, ελάφι που με τη βαθιά ανάσα του, στριφογυρίζει αργά στην ορχήστρα για να μας θυμίζει τον θάνατο που γυροφέρνει, όπως και τα σπαρμένα κρινάκια στη σφενδόνη της ορχήστρας και στα χέρια των κοριτσιών, σύμβολα αγνότητας, «επικείμενου» γάμου και χαράς που δεν ευδοκιμεί στην άμμο.

Η Μουσική  απελευθερώθηκε από όποια χρονική σύμβαση και τα μικρόφωνα αγνόησαν την ακουστική του θεάτρου. Αρχαία πάθη  μεταμφιέστηκαν σε σύγχρονα, έχασαν την επαφή με τη ρίζα τους αποδεικνύοντας την επικαιρότητά τους. 

Ωστόσο, ήταν και αυτή μια ευπρεπής παράσταση στο μεγάλο κεφάλαιο της αρχαίας τραγωδίας στην Επίδαυρο.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.