Loading...
ΒιβλίοΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Κυριάκος  Πλησής, Ο Κήπος και η Άνοιξη, Οι εκδόσεις των Φίλων, 2017

Είδα την ομορφιά που άνθισε/ οσμίστηκα την ευωδιά που χύθηκε/ και είπα:

η στιγμή μεταλαμβάνει αθανασία

 

Ακριβώς έτσι. Ο αναγνώστης μεταλαμβάνει την ουσία του κόσμου που ζει μέσα σε κάθε ποίημα σαν στιγμή μοναδική στο χρόνο.

Η συλλογή Ο Κήπος και η Άνοιξη προέκυψε από δύο παλαιότερες συλλογές, μερικά αθησαύριστα και λίγα ανέκδοτα ποιήματα. Φέρει «Πρόλογο» τον οποίο υπογράφει ο Θεοδόσης Πυλαρινός που μας εξηγεί τις λεπτομέρειες της γέννησής της. Δημιουργός των ποιημάτων είναι ο Κυριάκος Πλησής (1929-2007). Επιθυμία του ήταν Ο Κήπος και η Άνοιξη να αποτελέσει τη συνέχεια του πρώτου συγκεντρωτικού τόμου που τιτλοφορήθηκε Όνομα δ’ αυτής Μακαρία.  Έτσι έγινε και, τώρα, το ποιητικό έργο είναι πλέον συγκεντρωμένο σε δύο τόμους, ενώ έχουν ήδη κυκλοφορήσει και οι οκτώ τόμοι των δοκιμίων του. Ο ποιητής βραβεύτηκε και για το δοκιμιακό και για το ποιητικό του έργο, το οποίο έχει σχολιαστεί επαινετικά από τον ομότεχνο και συμπατριώτη του Κυριάκο Χαραλαμπίδη, έχει επαινεθεί από τον Οδυσσέα Ελύτη και έχει συγκινήσει τον Ιάκωβο Καμπανέλλη. Φυσικά έχει συγκινήσει και πολλούς άλλους  που επικοινώνησαν και κοινώνησαν με τον άχραντο λόγο της ποίησής του.

Πρόκειται για μια ποίηση «Κυπροκεντρική», «βαθιά ελληνική και πλατωνικά ερωτική», που «εξωτερικεύει τον πόνο και την αγωνία του αναξιοπαθούντος, τη λατρεία για τη φύση και την παράδοση του τόπου του». «Αίτημά της αυστηρό η απόδοση δικαιοσύνης  με την αποκατάσταση της διασαλευμένης τάξης, πολιτικής και ηθικής», γράφει ο Πυλαρινός.

Στα  πενήντα, συνολικά, ποιήματα της συλλογής θα βρούμε τη λυρική εκδοχή σκέψεων, διαθέσεων και συναισθημάτων, ενώ στα τέσσερα πεζά κείμενα, θα βρούμε  αναλυμένες τις σκέψεις και τις απόψεις του για την ποίηση.

Πρώτη ενότητα της συλλογής ο «Μυστικός έρωτας» που προεκτείνει την «Μακαρία» (όμορφη γη, πατρίδα), και δίνει αναλυτικά τις ευωδιές από το κλίμα της και τα ποικίλα μυριστικά της,  το χώμα και τη θάλασσα, τα πουλιά και το κελαηδητό τους, έναν έρωτα διάχυτο παντού για όλα. Και όλα δείχνουν  «Πώς ξεκινά μια ιστορία»,  και όλα δίνουν απάντηση στην απορία πώς συγχωνεύεται το παρελθόν  με το παρόν «να είμ’ εδώ να είμ’ εκεί / πριν από αιώνες γεννημένος και να ζω;», «πώς γίνονται τα πάντα πεντοζάλης/ συγχωνεύονται τα όρια/ κι ενώνονται τα διεστώτα!». Πώς να χωρέσει ο νους και η ψυχή την ομορφιά του κόσμου.

Σε όλα τα ποιήματα της ενότητας αυτής, που είναι και κάπως εκτεταμένα, ο λόγος μεταστοιχειώνεται σε προσευχή. Προσευχή, ερωτική, προσευχή στη δύναμη της ζωής στη «λάμψη της ανατολής και τη φωτιά της δύσης», στα ακούσματα, στις άγιες εικόνες, στα ιερά υλικά εξ ων συνετέθη ο κόσμος:  «Το δέντρο κελαηδεί / η πέτρα ανθίζει/ τα παιδιά μιλούν με τα όνειρά τους/ το χώμα με τον ουρανό/ η θάλασσα με τον αγέρα της/ ο έρωτας μέρα και νύχτα βαδίζει περήφανος». Η θεία ανταπόκριση των πάντων. Καμιά αντίφαση δεν ισχύει, αντιθέτως όλα βρίσκονται μέσα σ’ ένα θείο χορό σφιχτά αγκαλιασμένα. Με άλλα λόγια, ο ποιητής προσφέρει αίνον, πλέκει εγκώμιο. Ο «Μυστικός έρωτας» είναι ο  έρωτας της ψυχής που τον σπρώχνει σε μια δυναμική κίνηση να εκφράσει το μάγεμα των αισθήσεών του, να αγγίξει τα πάντα, να δώσει χαρά στα χέρια του, συγκλονισμό στα χείλη του, να νιώσει βαθιά στο είναι του το δεσμό του μ’ αυτά τα θεία υλικά, σαν να μην χορταίνει αυτό που βλέπει, ακούει, οσμίζεται, αγγίζει, γεύεται. Το  πανηγύρι των αισθήσεων είναι η χαρά της ζωής, είναι η μετάφραση μιας προσευχής προς τον Δημιουργό που τον επέλεξε να ζει και να ανασαίνει. Είναι γλυκιά η ζωή, είναι ωραία να βλέπεις το φως, να απλώνεις το χέρι και να το αγγίζεις, σαν κάτι να λέει πως πίσω πίσω είναι το σκοτάδι και για την ώρα δεν θέλω να το βλέπω. Όλα του φωτός λοιπόν.

Η πατρίδα του, η ψυχή του νησιού του, μεταμορφώνεται σε όμορφη ερωτική γυναίκα και γίνεται η Βεατρίκη του που τον οδηγεί: «το χέρι απλώνει και χαϊδεύει πέτρα θαλασσοφίλητη»,  «το κύμα γλείφει ερωτικά τη θαλασσόπετρα». Ο δρόμος της ζωής είναι «λουσμένος σε χρυσή βροχή/ ο κάμπος γεμίζει κυπρίσματα / και η θάλασσα φωτοχυσίες», «την αρμονία των άστρων συγχορδίζουν τα εξαπτέρυγα».

Όπως δείχνουν τα πολύτιμα αυτά θραύσματα στίχων, ο ποιητής ενθουσιασμένος, διονυσιασμένος, μετέχει  μιας αλλιώτικης θείας λειτουργίας, στης οποίας το τελετουργικό, στο ιερό δισκοπότηρό γίνεται η μίξη των υλικών που θα μετασχηματιστεί και άυλη θεία ουσία. Κάθε λέξη σταγόνα αγάπης και μνήμης που ξεχειλίζει από την ψυχή του, γεμάτη από την μεγάλη κληρονομιά με την οποία γαλουχήθηκε, μεγάλωσε και δημιούργησε.

Τα ποιήματα της ενότητας «Χαράγματα» είναι μικρά, σαν επιγράμματα,  ό,τι λέει ο τίτλος, σαν δακτυλικό αποτύπωμα ανεξάλειπτο, στου οποίου τις μικρές αόρατες χαρακιές έχει καταγραφεί το ίδιο πάντα μήνυμα. Το ατέρμον σε σύμπτυξη, ο αιώνας όλος στη μορφή ενός παιδιού του Ηράκλειτου. Σαν ένα τεράστιο θαυμαστικό ή πολλά θαυμαστικά που έρχονται στο τέλος μιας φράσης να δηλώσουν το ψυχικό σημάδι. Και φυσικά, πάλι, και σε μικρή ποσότητα, συμπυκωμένο το αίσθημα-βίωμα, υφασμένο από εικόνες λάμπουσες, ευώδεις, συμπληρωματικές ή αντιθετικές: «ατμίζονται οι πόθοι από τα μάτια σου», «ανθίζουν τριαντάφυλλα στα στήθη», «μελαχρινό κορίτσι» «μελαχρινή ομορφιά», «κύμα ξανθό του πρωινού», «οσμή πρωτόβροχου», «πυρακτωμένη σάρκα», «άσπιλη γυμνότητα».

Ακολουθεί η ενότητα «Διάφορα Ποιήματα», όπου επαναπροβάλλουν τα μεγάλα ποιήματα, μόνο που τώρα η θλίψη έχει τον πρώτο λόγο. Ο ποιητής αισθάνεται πως  «ξεφτίζει τη ζωή» του «γράφοντας τραγούδια». Ότι η σοφία του είναι «αναιμική», ότι χτίζει «πύργους λαμπρούς στην άμμο», ότι όλα εκπίπτουν· «Η λίμνη στο Παραλίμνι έγινε οικόπεδο/ και φτηνής τέχνης εκθετήριο/η συκομουριά της Αγιάναπας»·  «αποκαϊδια» παντού. Σαν να διαλύθηκε όλη εκείνη η μαγεία, η  πανθεϊστική διάθεση και στη θέση των προηγούμενων εγκωμίων ήρθε ο θρήνος για αυτά που χάνονται: πρόσωπα με τα ονόματά τους: ο Αντώνης, ο Σωτήρης, ο Λένας, εκκλησιές της Λύσης: η Κανακαριά, ο Αντιφωνητής, η Γλυκιώτισσα, τα «κυκλάμινα του Πενταδάχτυλου», οι «λαλέδες της Σαλαμίνας» και τα «Μητσικόριδα της Μεσαρκάς». Έτσι, με απώλειες μετράει τώρα τη γη του και μελετά τα λαμπρά παλικάρια και τα κορίτσια, τις εκκλησίες και τα λουλούδια, όλα εκείνα που ο Δημιουργός έσπειρε πάνω στην άλλοτε «Μακαρία» που αλλάζει πρόσωπο και ήθος. Σαν ικεσία, σαν ένα «Κύριε ελέησόν μας κατά το μέγα έλεός σου», ακούγονται τώρα, στη συμφορά, οι τελευταίοι στίχοι, μήπως και προλάβει και σώσει κάτι: «Μάζεψε τη φωνή σου και βρόντησε./ ‘‘Μη λησμονείτε τους κεκοιμημένους/ τα οστά τους και τις ψυχές τους./ Μη λησμονείτε την πέτρα εν η εστερεώθητε’’». Αλλά «αν μάταιη η φωνή σου/ … /ρίξε φωτιά / και κάψε την ακηδία μας./ Κάψε μας όλους». (Τιμή και μνήμη στον ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου.) Σαν ένα comfutatis maledictis, flammis acribus addictis.

Δύο μεγάλοι  μας ποιητές, o Γιώργος Σεφέρης τελειώνει τα Τρία Κρυφά Ποιήματα με τη φωτιά· όλα  «πρέπει να καούν». Και ο Οδυσσέας Ελύτης στην Μαρία Νεφέλη: «Κείνος που αδίκησε ας αδικήσει ακόμη. Και ο βρωμιάρης/ ας βρωμίσει περισσότερο. Κι ο δίκαιος πιο δίκαιος ας είναι». Ο Πλησής ξανακοιτάζει, όπως ο Γιάννης Ρίτσος  στην Τέταρτη Διάσταση, το παρελθόν, βλέπει το μάταιο σκόρπισμα της ζωής. Συγκλονιστικό το μακρύ, βαρύ και πένθιμο ποίημα «Στερνοί λόγοι του Οδυσσέα», με τις «Χίλιες Τροίες… ρημαγμένες και Αστυάνακτες», τους άνομους «έρωτες Χρυσηίδες και Βρισηίδες», τη «διαβολεμένη Ελένη να καλλωπίζεται», το Σκάμανδρο, την «απληστία του Αγαμέμνονα και τη βλακεία του Μενέλαου». Σαν να αναρωτιέται ο Μακρυγιάννης: για ποιον τα τραβήξαμε όλα αυτά; Γι’ αυτήνη την πατρίδα… Ναι, στρατηγέ μου.

Στην ενότητα «Ανέκδοτα Ποιήματα, «Το τραγούδι της Πηνελόπης» συνεχίζει την προηγούμενη ενότητα. Η Πηνελόπη μας δείχνει όχι τόσο την πίστη της αλλά τι θυσίασε περιμένοντας, υφαίνοντας και ξηλώνοντας. Τη ζωή της, τα νιάτα της, την επιθυμία του αντρικού σώματος, μέχρι που ξύπνησε «σ’ ένα άδειο στρώμα/ περίλυπη … έως θανάτου». Από τα ποιήματα εκείνο που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή – «Ο Κήπος και η Άνοιξη»- επαναφέρει τον ενθουσιασμό της φύσης στο προσκήνιο σαν τελευταία αναλαμπή, για να ακολουθήσει η «Διάψευση» με ένα τέλος, για το οποίο ήταν ήδη έτοιμος από καιρό: «Πέρασε πυρ, πέρασε άνεμος… Μείναμε μόνοι με τη μοναξιά μας».

Το βιβλίο κλείνει με τις «Σημειώσεις του Επιμελητή», όπου ο Θεοδόσης Πυλαρινός σχολιάζει τα κατάλοιπα του ποιητή, στα οποία εντοπίζει δύο πεζά κείμενα, που «θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως σύντομα εισαγωγικά μικροκείμενα- σημειώματα τριών συλλογών του», «χρήσιμα για όλα για την βαθύτερη προσέγγιση της ποίησης και της ποιητικής του Κυριάκου Πλησή και τα οποία λειτουργούν ως «αυθερμηνευτικά της όλης ποιητικής παραγωγής και προσφοράς του».

Τέλος, ο Κυριάκος Πλησής μ’ αυτή τη συλλογή, αφού κοινώνησε των αχράντων υλικών της κυπριακής γης, που την έχρισε ηρωίδα των στίχων του, την αποθέωσε, την έντυσε με στίχους, βαθιά ριζωμένους στην λογοτεχνική κληρονομιά της ελληνικής παράδοσης, γεμάτους αίσθημα, ελληνικότητα, έφυγε. Μας άφησε τις αισθήσεις του όμως ζωντανές μέσα στην υλική και άυλη γη του που  χαρτογραφήθηκε έτσι όπως οι μεγάλοι μας ποιητές το έκαναν αιώνες τώρα, από την εποχή του Ομήρου.

Και σαν κατακλείδα, το σχόλιό του για την ερωτική διάσταση της ποίησής του: «Αυτός ο έρωτας …τον οδηγεί στην υπέρβαση της φθοράς του στην αθανασία γιατί αυτός ο έρωτας είναι η πηγή της αθανασίας».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.