Loading...
ΘέατροΜουσικήΤΕΧΝΗ

Ανθούλα Δανιήλ: Μaurice Béjart στο Ηρώδειο

Ο Μωρίς Μπεζάρ (1927-2007), ο θαυμάσιος χορευτής και χορογράφος, ο διευθυντής των Μπαλέτων Μπεζάρ της Λωζάνης, δώδεκα χρόνια πλέον μακριά από τη γη, επιβλέπει από ψηλά τα μπαλέτα του,  τα οποία ανέθεσε στον εξαιρετικό του χορευτή και τώρα διευθυντή Gil Romain. Έτσι δεν σταμάτησε να έρχεται, όπως ερχόταν από παλιά στο Ηρώδειο.

Ο Μπεζάρ, αναζητώντας το αυθεντικό, ταξίδεψε μέχρι τη μακρινή Ινδία   και ανθολόγησε ήχους και κινήσεις που θα μπορούσε να αναδείξει στα μοντέρνα, ανανεωτικά των κλασικών, μπαλέτα του. Όσον αφορά στην Ελλάδα μας, συνεργάστηκε και με τον Μάνο Χατζιδάκι και με τον Μίκη Θεοδωράκη. Έτσι το μπαλέτο Διόνυσος αλλά και οι Εφτά ελληνικοί χοροί του μας έχουν καταγοητεύσει.  Γιατί, όπως λέει και Μάνος μας, δίνει «εν σμικρώ το σύμπαν» και για μας τους Έλληνες, φέρνει στη σκηνή τον ίδιο τον Διόνυσο. Ο ίδιος ο Μπεζάρ έχει πει πως «χάρη στη θρησκεία», και εννοεί όλες τις θρησκείες, «μπορεί να επιτευχθεί η πολυπόθητη ενότητα. Η ζωή μου μπορεί να σκορπίζεται σε κάθε κατεύθυνση, εγώ όμως ταυτόχρονα ‘‘τρώω Θεό’’, ‘‘φιλάω Θεό’’, ‘‘πίνω Θεό’’, ‘‘χορεύω Θεό’’».   

Μυημένος στον κύκλο φαίνεται να κρατά  «το μυστικό κλειδί της ίδιας του δημιουργικής ψυχής», όπως το ένιωθε ο Άγγελος Σικελιανός. Ο στίχος, ο ήχος, η καμπύλη του σώματος, η κίνηση, το ήθος,  είναι οι τρόποι και οι δρόμοι που ανοίγουν το πνεύμα μας και την ψυχή μας στους αιώνιους μυστικούς ρυθμούς και θα εξηγήσω, αμέσως, τι εννοώ ή πώς το εννοώ.

Η προχθεσινή εκδήλωση στο Ηρώδειο περιελάμβανε τρία μέρη:

Εφτά Ελληνικοί χοροί, των Maurice Béjart/ Μίκη Θεοδωράκη

Tous les hommes presque toujours s’ imaginent, των   Gil Roman/John Zorn  και το πασίγνωστο, πολυπαιγμένο, πολυαγαπημένο, ερωτικό

Boléro, των Maurice Béjart/ Maurice Ravel

 

Το πρώτο, Εφτά Ελληνικοί χοροί. Στο αρχαίο ρωμαϊκό θέατρο, τα φώτα χαμηλώνουν. Ήχος από θάλασσα. Οι χορευτές παίρνουν θέση και η μουσική αναδύεται χωρίς τους  εμβληματικούς στίχους της που βρίσκονται πίσω της, γεμάτη από έρωτα για τη ζωή και πόνο για τον θάνατο. Είναι η αρχαία ελληνική φωνή που λέει ότι «Άδης και Διόνυσος είναι το ίδιο» και ο Γιώργος Σεφέρης επαναλαμβάνει στο ποίημα «Μνήμη β΄».

Πρώτο τραγούδι «Στα περβόλια», τραγούδι γεμάτο από τον πόνο της αδελφοσφαγής και την ελπίδα της συμφιλίωσης. Βήματα του χορού σε αργή ιεροτελεστική κίνηση, χέρια σαν φτερά. Μετά το «Παράπονο», με δύο χορευτές να εξαϋλώνουν τον γήινο ζεϊμπέκικο και χασάπικο χορό και να ανυψώνουν την ιδέα από την οποία γεννήθηκε. «Ροδιά μου εσύ τετράκλωνη», «Να ’χα τ’αθάνατο νερό», «Ήσουν καλός ήσουν γλυκός», «Απόβραδο», «Κλείστ’ το παράθυρο».

Αφαιρώντας τους στίχους που σημαδεύουν τις εποχές και δηλώνουν τις εμφύλιες περιπέτειες του λαού μας, ο μέγας Μπεζάρ κατάφερε να ενθουσιάσει το κοινό, που θα ήθελε κι εκείνο να μπει στο χορό, αλλά η περίσταση απαιτούσε όχι παρορμητική ενστικτώδη έκφραση, αλλά μύηση στον αρχαίο Διθύραμβο. Γιατί και ο εσωτερικός ζεϊμπέκικος και μυστικιστικός χασάπικος χορός, τελικά, είναι η μετουσίωση τους αρχαίου κύκλιου χορού. Ο Μπεζάρ έχει χορογραφήσει, κοιτάζοντας τη ρίζα που μετουσίωσε σε στίχο την ιδέα, που εκφράστηκε σε στίχο, που μετουσιώθηκε σε μουσική και έγινε χορός.

Η κίνηση του λαϊκού χορού, οικεία στο αίσθημα του Έλληνα, με το βαρύ πάτημα στο χώμα και το τίναγμα στον αέρα, χάνοντας τα φολκορικά της χαρακτηριστικά, έγινε ανάλαφρη σαν να πήγαινε να συναντήσει την ιδέα της. Αν ήξερες το στίχο, έβλεπες όλη την ακτινογραφία της δημιουργίας, ενώ ο ρόγχος μιας βουερής θάλασσας έστρωνε την είσοδο και την έξοδο από το δράμα.

Το δεύτερο μέρος, Tous les hommes presque toujours s’ imaginent των  Gil Roman και John Zorn, μας πήγε μακριά στην Ινδία για να κάνει την τοπική αντίστιξη, αλλά και από εκεί ο θεατής μπορούσε να διακρίνει τις μυστικές επικοινωνίες και τους κρυμμένους μύθους πίσω από τα ορχούμενα κορμιά.

Τέλος, το περίφημο Boléro, των Maurice jart και Maurice Ravel. Εδώ, η μεγάλη κόκκινη ροτόντα που στήθηκε, όπως πάντα και παντού, ανακάλεσε ούτως ή άλλως τον Διόνυσο. Σαν να χόρευε ο ίδιος ο θεός στο κέντρο και οι Διθυραμβιστές του κυκλικά γύρω του. Δεν ξεχνάμε ποτέ, και με κάθε ευκαιρία θα αναθυμόμαστε τον θεϊκό Χόρχε Ντον, όταν χόρεψε Boléro στα Ιλίσια Πεδία, στην ταινία του Κλωντ Λελούς Les Uns et les Autres, βραβευμένη στις Κάννες το 1981. Ο χορός του Χόρχε Ντον στην κόκκινη ροτόντα ήταν η συμφιλίωση των λαών μέσα από την Τέχνη, μετά τον αιματηρό Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί, με τη φωνή της, η Τζεραλντίν Τσάπλιν συμμετείχε στα φωνητικά, γινόταν και η ίδια όργανο της ορχήστρας. Και ο  Λελούς και ο Μπεζάρ μας έδειχναν ότι η Τέχνη είναι ο μόνος τρόπος θεραπείας  των δεινών.

Η «μονότονη» μουσική επιβάλλει μια επίσης «μονότονη» χορογραφία. Δεν αφήνει πολλά περιθώρια στον χορευτή να αναδείξει τις δυνατότητες του σώματος, γιατι ο στόχος είναι αλλούˑ να αναδείξει την αρχέγονη ρίζα του έρωτα και τη δυναμική που, σιγά σιγά με κάθε νέο όργανο που προστίθεται στο αρχικό τύμπανο και μετά στο φλάουτο και μετά και μετά και μετά σε όλη  την ορχήστρα, οδηγεί στην έκρηξη, με όλα τα όργανα να οργιάζουν και την ψυχή και το σώμα να ανατριχιάζει μαινόμενο, βακχεύον. Γιατί ο  Μπεζάρ εκεί, στον αρχαίο κύκλιο χορό,  παραπέμπει, έχει βυθιστεί στη ρίζα και μας προσφέρει να οσφρανθούμε τον ανθό. Το Μπολερό είναι «ερωτικό», έχει πει ο Σεφέρης, και ο θεατής πρέπει να εισπράξει τη λέξη σε όλη τη διονυσιακή της διάσταση.  

Η βραδιά ήταν τέλεια. Ο Μπεζάρ αθάνατος, με τους αθάνατους χορεύει, ο Θεοδωράκης αθάνατος εν ζωή, ο μόνος στο είδος του. Ο Ραβέλ, αθάνατος και εκείνος με τους αθάνατους παίζει την αθάνατη μουσική του. Δείγματα παραδείσου απολαύσαμε χωρίς να έχουμε πεθάνει.

 

                                         

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.