Loading...
ΘέατροΤΕΧΝΗ

Ανθούλα Δανιήλ: Οι Μάρτυρες των Αθηνών του Μάνου Καρατζογιάννη, στο Θέατρο Σταθμός  

Κατ’ αρχάς ο προσερχόμενος στο θέατρο Σταθμός παίρνει στα χέρια του το βιβλίο του Μάνου Καρατζογιάννη, με τον τίτλο Οι Μάρτυρες των Αθηνών, εκδόσεις Σοκόλη.

Το βιβλίο αυτό συναπαρτίζεται από τις αφηγήσεις  οχτώ Μαρτύρων,  οι οποίοι, καθένας με τη γλώσσα και το ύφος του, καταθέτουν την προσωπική τους μαρτυρία για τα πάθη τα δικά τους και των άλλων, κατά τη δύσκολη περίοδο της Κατοχής και του διπλού κακού του θανάτου από πείνα ή εκτέλεση. 

Συγκεκριμένα, ο σκηνοθέτης και διασκευαστής των αυθεντικών μαρτυριών σε θεατρική αφήγηση Μάνος Καρατζογιάννης τοποθετεί επί σκηνής τα οχτώ πρόσωπα, καθένα μόνο του, στο σκαμπό του, σαν  νησίδα σε ένα σκοτεινό πέλαγος δεινών, από όπου με το γύρισμα του φακού, αναδύεται ο ένας, εκείνος που θα πάρει τη σκυτάλη της αφήγησης και θα μιλήσει για την δική του προσωπική περιπέτεια.

Αφήγηση 1η . Η Αγγελική-Ανδρονίκη, που ξεχνάει πότε γεννήθηκε αν και «οι γέροι θυμούνται πιο καλά τα παλιά», θυμάται  ότι το ’40 ήταν έξι χρονών, θυμάται τα γειτονόπουλα που πέθαναν από την πείνα και ότι «οι καλοί μας Σύμμαχοι βομβάρδισαν τον Πειραιά». Θυμάται ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός, ότι ήταν παιδί θαύμα  σαν την Sirley Temple, τραγουδάει και χορεύει το «Πουλί του Σκόμπι».

Αφήγηση 2η. Γυναίκα, χωρίς όνομα, γεννήθηκε το ’38 , ο πατέρας έφυγε στο βουνό, οι άλλοι έμειναν πίσω και τους έστησαν οι Γερμανοί στον τοίχο της αυλής τους και τους θέρισαν. Η αφηγήτρια σώθηκε γιατί έπεσε κάτω κι έμεινε ακίνητη παραλυμένη από τον φόβο, με τα μάτια γεμάτα από το αίμα της μητέρας πλάι τηςˑ «δυο μέρες ήμουνα σε λήθαργο», αργότερα « όπου άκουγα που πέθαινε κανείς, έπαιρνα τα κεράκια … να πάω ν’ ανάψω κεράκια για τη μάνα και τ’ αδέλφια μου».

Αφήγηση 3η. «Γεννήθηκα στο Μεσολόγγι… ο αδελφός μου ήτανε κομμουνιστής» και ο άλλος αδελφός «εραστής της λιμνοθάλασσας».  Ήρθαμε στην Αθήνα … τα μαγαζιά κλείσανε. Έβλεπες στον δρόμο να ζητιανεύουν άνθρωποι… Σα σκελετοί…Κι έτρεχα μέσα στους δρόμους … Ιπποκράτους, Τρικούπη, Μαυρομιχάλη… κι οι σκελετοί να περπατάνε». Ήθελε να γίνει ηθοποιός, ήταν τυμπανίστρια. Μιλάει με άνεση, σαν φτασμένη καλλιτέχνις που ξέρει πολλά και παίζει με κέφι και μπρίο το τύμπανό της.  

Αφήγηση 4η. Ο Αλέκος. Δεν είναι μικρός. Μικροδείχνει. Δεκαπέντε κιλά έχασε από την πείνα κι ακόμα χάνει. «Ο Αττίκ έγραφε πως ξέχασε το χρώμα των ματιών της … εμείς ξεχάσαμε τη γεύση όλων των γνωστών φαγητών», μας λέει. Με το φίλο του μετράνε πόσα έχασε ο καθένας.

Αφήγηση 5η. Ευγενία Χαρίτου, Φοιτήτρια. Υπηρετεί στο νοσοκομείο και έχει 680 κρεβάτια με βαριά τραυματισμένους. Όμως πρέπει να αδειάσουν το νοσοκομείο αμέσως γιατί οι Γερμανοί θα φέρουν τους δικούς τους τραυματίες. Τολμά να υπερασπιστεί τους ετοιμοθάνατούς της. Ο Γερμανός της χαρίζει τη ζωή κι ένα 24ωρο για να αδειάσει το νοσοκομείο.

Αφήγηση 6η. Γεννήθηκε στην Αθήνα, κατάγεται από την Ήπειρο. Όλη μέρα έπαιζε πετροπόλεμο με τους φίλους του, έπειτα ήταν  επικεφαλής της νεολαίας της ΕΠΟΝ και τώρα αντάρτης στο βουνό.  «Μήνες μετά έγινε η εκτέλεση στην Καισαριανή. Διακόσιες ψυχές… παιδιά κι άντρες με ιδέες κι οράματα». Ένα βράδι γνώρισε την Ανθή και πέρασε μια νύχτα αγκαλιά μαζί της σ’ ένα χαντάκι με μια κουβέρτα. Θέλει να ζήσει για να ξαναδεί την Ανθή. Αλλά η Ανθή πέθανε.

Αφηγηση 7η. Η γυναίκα που ασκεί το αρχαιότερο επάγγελμα έφτιαξε το σπίτι της με τις «επισκέψεις». Κάθε «επίσκεψη» και μια φριχτή εμπειρία. Με αφηγηματική, αφοπλιστική, ωμή, ρεαλιστική ειλικρίνεια. Γιατί εκείνο που προέχει είναι η  ζωή. Η υλική υπόσταση…

Αφήγηση 8η . Μια Εβραία στέλνει γράμματα στον γιο της που ζει μακριά της: «Αγαπημένο μου παιδί», «Χθες πήγα στο μέντιουμ και ρώτησα πότε θα ξαναδώ το γιο μου …». «Αγαπημένο μου παιδί…πεθαίνουμε κάθε στιγμή από τη μεγάλη αγωνία… Η πρώτη αμαξοστοιχία έφυγε ήδη, προς ποιον προορισμό, αγνοούμε.. Μετά τον πόλεμο να γράψεις στον Ερυθρό Σταυρό, αν όχι να έχεις την ευχή μου… Μη με ξεχάσεις αγαπημένο μου παιδί. Θα είναι ο μόνος λόγος να ζω. Μη μας ξεχάσετε».    «Είμαι Εβραία! Μου λείπει το παιδί μου και η πόλη μου! Μου λείπει ο γιος μου! Είμαι Εβραία».

 Έτσι με λόγο απλό, καθημερινό, ρεαλιστικό, στην κόψη του ξυραφιού, με όλα τα στοιχεία της προφορικότητας και με το ανάλογο, κατά περίσταση, λεξιλόγιο και ύφος, ταρακουνάει την ιστορική μνήμη και δεν αφήνει τον μικροαστισμό μας να σοκαριστεί από τη λέξη την «ακατάλληλη». Γιατί οι μάρτυρες είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι, οι οποίοι αναδύονται από την αφάνειά τους για να ξαναθυμηθούν την τραγική ιστορία τους. Μια ιστορία που  δίνεται γέρνοντας πότε προς το γελοίο και πότε προς το τραγικό, για να συνθέσουν όλες μαζί το πικρό μωσαϊκό των παθών.

Ανάμεσα στις αφηγήσεις έχουμε και τα τραγούδια της εποχής, που μας ξαναφέρνουν στη μνήμη φωνές αγαπημένες: «Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου» (Τραϊφόρος, Σουγιούλ, Βέμπο), «Σκόμπι» (παραλλαγή του “In the mood Firenze”, του Glen Miler),  μοιρολόγια «Σήκου, μάνα μου, για δες τον ήλιο», «Και να αδελφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε» (Ρίτσος, Λεοντής, Ξυλούρης ), «Πατάω ένα κουμπί/ και βγαίνει μια χοντρή… θα πάω να το πω στον Ερυθρό Σταυρό πως είσαστε συνέταιροι κι οι δυο» (παραλλαγή του “Bei Mir Bistu Shein”, The Andrews Sisters),  «που να ’σαι αλήθεια το βράδι αυτό» (Τραϊφόρος, Σουγιούλ, Δανάη), «Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια/ θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή» (Μάνος Ελευθερίου, Γιάννης Μαρκόπουλος, Γαργανουράκης), “Ich bin die heisse Lola” (με την Μάρλεν Ντίτριχ).

Έτσι μνήμες, από φωνές άγνωστες και από φωνές γνωστές κι αγαπημένες στήνεται το βιβλίο και η παράσταση.

Στο Επίλογο, οι ηθοποιοί κρατούν στα χέρια κάτι. Η μία τη γατούλα της, η άλλη τα κεριά, η άλλη το μαντήλι της,  ο άλλος το μεταλικό τάσι  για το συσσίτιο. Η άλλη τίποτα αλλά φοράει ζακέτα και ο άλλος τίποτα αλλά φοράει μπότες.  Και όλοι αυτοί θα στήσουν στον τοίχο του μαρτυρίου  το σκιώδες σώμα του άγνωστου εκτελεσμένου της Κατοχής. Με το σακάκι για σώμα, τις μπότες για πόδια, το τάσι για κεφάλι και όλα τα άλλα, σαν να προσφέρουν νεκρόδειπνο στο άγνωστο θύμα του ναζισμού: Θαυμάσια ταιριάζει εδώ το ποίημα του μεγάλου μας Γιάννη Ρίτσου, που έγραψε όντας εξόριστος  στο Παρθένι της Λέρου το 1968:

 

…………………………….απόψε, σεργιανώντας στο προαύλιο

 με μιαν ολόλευκη, περίσκεπτη πανσέληνο, ξάφνου ο Βαγγέλης

 αποτραβήχτηκε απ’ τη συντροφιά μας, στάθηκε κάτω απ’ τα δέντρα,

 κάτι ψιθύρισε σα δέηση μυστική, κι έβγαλε τα παπούτσια του (τα μόνα

 που τούμεναν- τρύπια κι αυτά) και με μια κίνηση ντροπαλή τα κατέθεσε

ευλαβικά σ’ έναν αόρατο τάφο –ίσως του Ορέστη ή της Ηλέκτρας.

                               (Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα, 22. ΙΙΙ.68).

Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί,  γράφει ο μέγας Σεφέρης, μεταφέροντας τον μνησιπήμονα πόνο του Αισχύλου στο προσκήνιο,  κι ας πέρασαν εβδομήντα πέντε χρόνια από τότε…

 

Η παράσταση δεν είναι θέατρο. Μνημόσυνο είναι στη μνήμη των αγνώστων Μαρτύρων του εθνικού εορτολογίου.

 

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ της παράστασης :

Κείμενο / σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης

Δραματουργική συνεργασία / Χρήστος Σολωμός

Σκηνικά: Πουλχερία Τζόβα

Κοστούμια: Ειρήνη Γεωργακίλα – Βασιλική Σύρμα

Μουσική: Αντώνης Παπακωνσταντίνου

Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου

Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Χουλιάρας

Επικοινωνία: Κατερίνα Αποστολοπούλου, Ευαγγελία Σκρομπόλα

Ερμηνεύουν (αλφαβητικά): Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου, Εβίτα Ζημάλη, Θεοδώρα Μαστρομηνά, Μάρκος Μπούγιας, Γιώργος Παπαπαύλου, Μαριέτα Σγουρδαίου, Αθηνά Τσιλύρα, Κατερίνα Φωτιάδη.

 

 Σε όλους πολλά συγχαρητήρια.     

                                                           

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.