Loading...
Ελευθέρας βοσκήςΠρωτοσέλιδο

Ανθούλα Δανιήλ: Τέτοιες μέρες,  2.500 χρόνια πριν, στη Σαλαμίνα

  22 Σεπτεμβρίου 480 π.Χ

«Την τραγωδία Πέρσαι δίδαξε  ο Αισχύλος οχτώ χρόνια μετά το γεγονός της ιστορικής ναυμαχίας στα νερά της Σαλαμίνας, από τις πιο σημαντικές μάχες στην ανθρώπινη ιστορία. Στις 22 Σεπτεμβρίου του  480 π.Χ.  η ναυμαχία. Το 472 π.Χ. η διδασκαλία στο θέατρο. Τέσσερα χρόνια  πριν είχε παιχτεί του Φρυνίχου η Μιλήτου Άλωσις με το ίδιο θέμα και τεράστια συγκίνηση στο κοινό. Η Αθήνα σήκωνε το βάρος μιας αντίστασης στους προαιώνιους εχθρούς των Ελλήνων, τους Πέρσες, οι οποίοι, διαπράττοντας μια σειρά ύβρεων, έφτασαν στα ελληνικά χώματα και νερά για να καταπατήσουν όσια και ιερά, όπως είχαν κάνει με όλους τους γειτονικούς λαούς που είχαν προσαρτήσει στην αυτοκρατορία τους. Αλλά τα νερά της Σαλαμίνας δεν έδεσαν με την φτέρνα τους, θα έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης. Γιατί το πολυποίκιλο μωσαϊκό του αλαζονικού στρατού τους δεν άντεξε τη δύναμη ενός μικρού λαού που πολεμούσε για να υπερασπίσει την πατρίδα του, τα ιερά των θεών, τους πατρογονικούς του τάφους,  την οικογένεια του, την τιμή του. Και ο μικρός έγινε μέγας και ο μέγας εχθρός καταρρακώθηκε.

Μέγας ήταν και ο κατάλογος  εκείνων που έλαβαν μέρος. Ο Αισχύλος αναλαμβάνοντας τη σκυτάλη από τον Όμηρο, ο οποίος μας παρέδωσε κατάλογο πλοίων και  Βασιλέων και βασιλείων,  καταθέτει τον δικό του κατάλογο Περσών επιφανών που ο τάφος τους έγινε στη Σαλαμίνα και αμέσως μετά τη Σαλαμίνα, στο δρόμο της επιστροφής προς την Περσία. Επίσης, καταθέτει κατάλογο νησιών, πριν από τον Οδυσσέα Ελύτη στο Άξιον Εστί,  και ελληνικών τόπων σε όλη τη γειτονική των Ελλήνων περιοχή και την ομώνυμη μητρόπολη, μέχρι την Κύπρο, Σαλαμίνα∙  Νήσος τις έστι που τιμωρεί, επειδή ο  Δίας δεν ανέχεται τους αλαζόνες. Και η φύση συναινεί στου θεού το θυμό. Γιατί ο Ξέρξης παραβίασε τα όριά της, Νόμισε θ’ αλυσοδέσει τον Ελλήσποντο. Σαν δούλο. Το πέρασμα θεού. Τη φύση ν’ αλλάξει! Τη στεριά να χωρίσει. Και θρόνο να στήσει στην αγκαλιά του όρους, για να βλέπει όχι αυτό που ήθελε οι Έλληνες να πάθουν, αλλά αυτό που οι θεοί θέλησαν αυτός  να πάθει. Τη μοίρα του.  Έτσι, κουρέλι, πλήρωνε για την αλαζονεία του ο άμυαλος βασιλιάς, ο Ξέρξης εκείνος.   

Όσο πιο μικρή η δύναμη της Αθήνας τόσο πιο μεγάλη η δόξα της. Διότι ο Αισχύλος,  δια της συμφοράς εκείνων, προβάλλει την Αθήνα και τη  Δημοκρατία και αναδεικνύει το φρόνημα των πολιτών, την ευψυχία και το αδούλωτο πνεύμα τους. Όμως δεν νίκησαν οι Αθηναίοι μόνοι αλλά με τη σύμπραξη των θεών. Στο πλαίσιο της εποχής αυτή «είναι μια ερμηνεία ‘‘επιστημονική’’ στη θέση της επιστημονικής που απουσιάζει», γράφει ο Κώστας Τοπούζης, μια ερμηνεία της οποίας δεν κρίνεται η ορθότητα αλλά η λειτουργικότητα. Οι θεοί, λοιπόν, ήταν εκείνοι που νίκησαν και τιμώρησαν τον άμυαλο, τον υβριστή.

Όταν ανθίζει η έπαρση καρπίζει  στάχυ θυμού. Συμφορά  εσοδεύει. Αυτή είναι η πληρωμή. Και να θυμάστε την  Αθήνα και την Ελλάδα. Όλα  τα πλοία των Ελλήνων στα τριακόσια θα έφταναν. Ο Ξέρξης  χίλια  είχε κι άλλα διακόσια  επτά που ήταν πολύ γρήγορα. Αυτοί ήταν οι αριθμοί. Δε χάσαμε  όμως για τους αριθμούς. Κάποιος δαίμονας μας ρήμαξε.   Τη χτύπησε τη ζυγαριά  την έκλινε  στο μέρος τους. Θεοί τη σώζουν  την πόλη της Παλλάδας. Έτσι είπε ο αγγελιοφόρος. Κι η Άτοσσα ξαναρωτάει: Τόσα καράβια  είχαν, που τόλμησαν  ν’ αντιβγούν στον περσικό στρατό, μπήγοντας έμβολα;  Άμα υπάρχουν άντρες το κάστρο είναι άπαρτο, απαντά εκείνος. Αυτοί οι άνδρες την  κρίσιμη ώρα όρμησαν ψάλλοντας τον παιάνα:

Ω παίδες Ελλήνων,  ίτε, ελευθερούτε πατρίδα,

 ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας,

θεών τε πατρῴων έδη,

θήκας τε προγόνων·

νυν υπὲρ πάντων αγών.  

 Γι’ αυτά όλα αγωνίζονται οι Έλληνες και αυτά όλα είναι που καθιστούν τον αγώνα τους ιερό, ενώ οι Πέρσες πολεμούν επειδή διατάχτηκαν από τον αφέντη τους. Και όπως λέει το φάντασμα του Δαρείου, οι Πέρσες τιμωρήθηκαν επειδή εξεστράτευσαν  στην Ελλάδα και Σύλησαν και έκαψαν ναούς βωμούς και αγάλματα  θεών απ’ το βάθρο τους τα γκρέμισαν, πέτρες  τα έκαναν στο χώμα. Γι’ αυτό έπαθαν όσα έπαθαν. Και άλλα θα πάθουν. Και να πώς ταιριάζει ο παιάνας με τα λόγια του Δαρείου. Να γιατί εκείνο το  «Ίτε παίδες…» με τέτοια ορμή και δύναμη συνεπήρε το ελληνικό στρατόπεδο>>.

 (απόσπασμα κριτικής της θεατρικής παράστασης στην Επίδαυρο και στο Ηρώδειο, στο περιοδικό Διάστιχο, 16-9-17)

                                              *

Στα χρόνια εκείνα τα παλιά, πολύ μικρή για βάσανα …Κούκλες δεν έπαιξα. Ούτε είχα ούτε και θυμάμαι αν ήθελα να είχα. Είχα όμως αδέλφια και άλλα γειτονόπουλα που  παίζαμε τόπι, κουτσό, σχοινάκι και κάναμε αθλητισμό στο δρόμο, και δεν φοβόμουν να δείξω το χρώμα της καλτσοδέτας μου, όπως σάρκαζε πικρόχολα, στα χρόνια του, ο  Εμμανουήλ Ροΐδης. Η αγωνιστίτις με είχε καταλάβει και θα ήθελα να είμαι ο Στηβ Ρηβς στην ταινία Ο Γίγας του Μαραθώνος.

Τω καιρώ εκείνω που είδα την ταινία, το σίγουρο είναι πως δεν ήξερα τον Σεφέρη. Ο Σεφέρης ίσως ήξερε την ταινία (που γυρίστηκε το1959), ο σκηνοθέτης δεν πρέπει να ήξερε τον Σεφέρη (που είχε γράψει την Κίχλη το 1947). Όλοι όμως ξέραμε την Ιστορία και ο καθένας για λογαριασμό του έφτιαξε μια σκηνή θαλασσινή κι ένα ευφάνταστο παιδί – εγώ- την κουβαλούσε μέσα του μέχρι που την βρήκε στο ίντερνετ και έμεινε με το στόμα ανοιχτό να σκέφτεται τη διακειμενικότητα, που έκανε τη δουλειά της ερήμην όλων μας. Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας και οι εικόνες μας και οι μουσικές μας και οι ζωγραφιές μας και όλα όσα μας ενώνουν είναι παιδιά πολλών ανθρώπων…

Η ταινία γυρίστηκε το 1959 και αρχίζει με τον Φειδιππίδη που πετάει ακόντιο στους Ολυμπιακούς αγώνες κι εκείνο χάνεται πίσω από το απέναντι βουνό. Ο Φειδιππίδης πρέπει να αγωνίστηκε στο δέκαθλο γιατί έριξε και σφαίρα και κολύμπησε και έκανε και άλλα πολλά. Τον βλέπουμε λοιπόν να τρέχει ανάμεσα σε λαγκάδια και ποτάμια για να φέρει το «Νενικήκαμεν»  ή να πάει στην Σπάρτη να ζητήσει βοήθεια.  Την όμορφη  κοπέλα δεμένη στην πρώρα, όπως η Ανδρομέδα στο βράχο και, κυρίως, εκείνη τη σκηνή με τους ναύτες, με τα τέλεια κορμιά που κάναν μακροβούτια και το φεγγάρι έραβε μαλαματένιες βελονιές στην πλάτη τους. Ο Σεφέρης δεν είχε δει την ταινία, και παρά τις όποιες ιστορικές «ανακρίβειες» αυτούς του ναύτες μου φέρνει στο νου.

 «Και τα παιδιά που  κάναν μακροβούτια απ᾿ τα μπαστούνια/ πηγαίνουν σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη,/ σώματα γυμνά βουλιάζοντας μέσα στο μαύρο φως/μ᾿ ένα νόμισμα στα δόντια, κολυμπώντας ακόμη, /καθώς ο ήλιος ράβει με βελονιές μαλαματένιες//πανιά και ξύλα υγρά και χρώματα πελαγίσια-//ακόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξά//προς τα χαλίκια του βυθού//οι άσπρες λήκυθοι» (Γιώργος Σεφέρης, Κίχλη).

Ήταν τα «παιδιά» των Ελλήνων, λοιπόν, εκείνα που έπεφταν στη θάλασσα…και έβαζαν πασσάλους στα ύφαλα των περσικών πλοίων· αυτό ήταν το «νόμισμα» και δεν το κράταγαν στα δόντια αλλά στα χέρια.   

………………………………………………………………………………………

Και δεν μπορώ να ξεκολλήσω από τα ωραία κορμιά που πέφταν στο νερό για να σφηνώσουν πασσάλους στα περσικά πλοία, που ήταν πολίτες και έγιναν  αθλητές, που αγωνίστηκαν «για το αγρίλι του Ηρακλέα»  και την ώρα του χρέους έγιναν μαχητές και αγωνίστηκαν για την πατρίδα.

 Άγε δη χαίρων Αισχύλε χώρει / και σώζε πόλιν την ημετέραν

γνώμαις αγαθαίς και παίδευσον / τους ανοήτους

 (Αριστοφάνους, Βάτραχοι, στ. 1500-4)

(Πήγαινε, Αισχύλε, στο καλό, να είσαι καλά και να σώζεις την πόλη μας

και με σωστές συμβουλές συμβούλευσε τους ανόητους)

 

 «Και τα παιδιά που κάναν μακροβούτια», όπως καταθέτει ο Σεφέρης,  μου φέρνουν στο νου άλλα παιδιά. Εκείνα του Ελύτη από το Φωτόδεντρο: «μικρά λευκά παιδιά μηδαμινά στο ζύγι έπεφταν συνεχώς σαν απαλές νιφάδες  και με το πρώτο που άγγιζαν  έλιωναν κι έμενε η δροσιά» («Η Οδύσσεια, Πρόσω ηρέμα»)>>

(από το βιβλίο, Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα, εκδ. Βακχικόν, 2020).

 

   

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.