Loading...
ViewmasterΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Ανθούλα Δανιήλ: Το Νυν και το Αιέν της Ελλάδας από τη θέα μιας  ταράτσας

Η περίπτωση του Ιάκωβου Ρίζου

 

Είναι γνωστό πώς όλον τον 19ο αιώνα, αλλά και το πρώτο μισό του 20ου , η διανόηση με όλους τους ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών στις επάλξεις, προσπαθεί να αποδείξει το αυτονόητο∙ ότι οι Νεοέλληνες είναι συνέχεια των αρχαίων Ελλήνων. Οι Έλληνες κατοικούν την ίδια χώρα και μιλούν την ίδια γλώσσα. Ήθη και έθιμα αναφερόμενα από τον Όμηρο περνούν μέσα από το δημοτικό τραγούδι  και φτάνουν στα χρόνια  τα δικά μας.  Συχνά οι καλλιτέχνες μας, και ο λόγος είναι για τους εικαστικούς – αρχιτέκτονες, γλύπτες και ζωγράφους-, σπουδασμένοι στην Ευρώπη φέρνουν στοιχεία καλλιτεχνικά (ως αντιδάνειο συχνά στη χώρα μας) και συνθέτουν νέο έργο, στο οποίο όμως επιμένουν και εμμένουν να δείχνουν τη συνέχεια.

Μια βόλτα στην Παλιά Αθήνα, στο Θησείο, στην Πλάκα και στα πέριξ θα μας πείσει, γι’ αυτήν τη θαυμάσια σύνθεση στοιχείων.

Μία Ταράτσα ή αλλιώς η Αθηναϊκή βραδιά του Ιάκωβου Ρίζου (Αθήνα 1849-Παρίσι 1926)   φέρνει σε επαφή τον νυν και το αιέν της Ελλάδας, σε άμεση σχέση και αδιατάρακτη επαφή. 

Συγκεκριμένα, το έργο είναι φιλοτεχνημένο  το 1897. Ο Ρίζος, που έλαβε μέρος σε πολλά Σαλόν του Παρισιού, βραβεύτηκε και επαινέθηκε για τα έργα του, παρουσιάζει την Ταράτσα ή Αθηναϊκή βραδιά με όλα τα χαρακτηριστικά που αποδεικνύουν ό,τι ήδη είπαμε.

Πρώτον, το έργο έχει έναν αέρα Μπελ Επόκ (το εισαγόμενο στοιχείο), αλλά η θέα της Ταράτσας στην Ακρόπολη, το εξαφανίζει. Σε ένα ανάκλιντρο βρίσκεται ξαπλωμένη μια ωραία, μοντέρνα, νεαρή  κυρία. Απέναντί της ένας ωραίος αξιωματικός του ιππικού  με τη στολή του καθισμένος, κρατάει ένα βιβλίο στο χέρι και διαβάζει ΠΟΙΗΣΗ. Όρθια, μία άλλη νεαρή κυρία, πάρα πολύ κομψή, ντυμένη παραδοσιακά ελληνικά, παρακολουθεί και εκείνη εκστατικά. Τα δέντρα, η αιώνια φύση, η αρχαία Ελλάδα και η σύγχρονη, όλα παρόντα. Η ταράτσα έχει φόντο την Ακρόπολη και η Ταράτσα, απέναντι ή στην αγκαλιά της σε έναν δυναμικό συμβολισμό. Στο ενδιάμεσο οι μικρές λευκές πινελιές είναι τα φτωχικά σπιτάκια των καθημερινών ανθρώπων.  Οι λεπτομέρειες είναι πολύ σωστά μελετημένες για να δείξουν τη συνέχεια  της αρχαίας Ελλάδας στη νέα που ισοδύναμα συμμετέχουν στον πίνακα, με την εγγύηση της φωτολουσμένης Ακρόπολης.

Ισχύει και σ’ αυτόν τον πίνακα το τρίπτυχο για το οποίο μίλησε ο Claude Bovy: «Το σχέδιό μας ήταν όχι μόνο να ασχοληθούμε με τη λαμπρότητα των αρχαίων μνημείων, αλλά να ξαναζωντανέψουμε τα τοπία που τα περιβάλλουν, τους ανθρώπους που είναι οι καθημερινοί μάρτυρές τους».

 

 Η περίπτωση του Γιάννη Τσαρούχη

 

Παράδειγμα αυτής της συνέχειας μάς δίνει το έργο του Γιάννη Τσαρούχη (Πειραιάς 1910-Αθήνα 1989), ο οποίος ζωγραφίζει τα νεοκλασικά της Αθήνας και του Πειραιά, εστιάζοντας στα χαρακτηριστικά αιώνια ελληνικά στοιχεία, όπως αντίγραφα αρχαίων αγαλμάτων, αετώματα, κίονες, υπέρθυρα, μπαλκονάκια,  κιονόκρανα  και ακροκέραμα. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψιν μας ότι η περιοχή γύρω από την Ακρόπολη είχε πολλά εργαστήρια κεραμικών ειδών και ότι και το αρχαίο νεκροταφείο φέρει το όνομά του –Κεραμεικός- από την παρουσία των κεραμοεργαστηρίων, τότε θα κατανοήσουμε ότι τα τραγουδισμένα γιασεμιά, οι κληματαριές, τα αρχαία μνημεία και τα κεραμικά αποτελούν δηλωτικά της συνύπαρξης του αρχαίου και σύγχρονου κόσμου.

Τα κεραμικά είναι σύμβολα πλέον και όχι μόνο διακοσμητικά, έργα τέχνης επιλεγμένα με μεγάλη προσοχή και τα περισσότερα είναι αντίγραφα αρχαίων, όπως πολύ χαρακτηριστικά δείχνει και το παρακάτω έργο:

 

            

 Γι’ αυτή την Ελλάδα που εξαφανίζεται κάτω από τον βίαιο εκμοντερνισμό  της,  ο Γιάννης Τσαρούχης αφηγείται: « Ἡ Ἑλλάδα πού ζωγράφισα δέν ὑπάρχει πιά. Κι αὐτή πού τήν ἀντικατέστησε εἶναι θέμα γιά συζήτηση καί γιά εἰρωνεία, ὄχι γιά ἀγάπη». Και ακόμα : «Από το 1926 που είχαν επιστρέψει οι γονείς μου εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα στην οδό Ερμού κοντά στο Μοναστηράκι. Εζωγράφιζα πάντα απ’ το φυσικό νεκρές φύσεις ή τοπία κατά προτίμηση με κτίρια, αλλά και προσωπογραφίες. Εκείνη την εποχή έκανα την ακουαρέλλα που παριστάνει το σπίτι του χειρούργου Φωκά, όπου έμενε η οικογένεια Σεφεριάδη. Θυμούμαι τα παιδιά, τον Γιώργο και την Ιωάννα. Στο ίδιο περιβόλι ήταν και το σπίτι που μέναμε».

                                                          *

 

  Η περιπτωση του Fred Boissonnas

                                

  Να θυμίσουμε ότι ο γνωστός Ελβετός, Φιλέλληνας φωτογράφος Φρεντ Μπουασονά,  ο οποίος τράβηξε 7000 φωτογραφίες στην Ελλάδα -τοπία, πόλεις, δρόμους, σπίτια- παντού,  προσπάθησε να δείχνει ταυτόχρονα το αρχαίο με το σύγχρονο στοιχείο. Η γνωστή φωτογραφία του 1903, με τα πρόβατα κάτω από την Ακρόπολη, αποτελεί σύνθεση ενός τριπτύχου: Η Ακρόπολη ψηλά, τα φτωχά σπίτια χαμηλά με τις κεραμοσκεπές και, σε πρώτο επίπεδο, τα πρόβατα με τον τσοπάνο τους. Γι’ αυτή τη φωτογραφία είπε ο Claude Bovy και το επαναλαμβάνουμε: «Το σχέδιό μας ήταν όχι μόνο να ασχοληθούμε με τη λαμπρότητα των αρχαίων μνημείων, αλλά να ξαναζωντανέψουμε τα τοπία που τα περιβάλλουν, τους ανθρώπους που είναι οι καθημερινοί μάρτυρές τους». Μάρτυρες των τοπίων και των μνημείων, συνεχιστές.  

Εκατόν είκοσι χρόνια μετά, το τρίτο επίπεδο έχουν κατακυριεύσει οι ωραίες ταράτσες των μεγάλων ξενοδοχείων ή τυχερών σπιτιών που δεν έχουν βέβαια κεραμοσκεπές αλλά έχουν θέα στην Ακρόπολη, τραπέζι με κυματίζον λευκό τραπεζομάντιλο, γιασεμιά και ένα διακοσμητικό κεραμικό, όπου «All around οι τέσσερις ύστερα/ Οι τρεις οι δύο κι ο ένας l’unique le solitaire»  ρίχνουν στο τραπέζι σαν ζάρια,  «με μια κούπα έννοιες δύσκολες κι εύγευστες», όπως λέει ο Ελύτης για το δικό του «Μαρμάρινο τραπέζι», στα Δυτικά της Λύπης. ΠΟΙΗΣΗ και πάλι.

 

 Το μαρμάρινο Ανθέμιο του Παρθενώνα

Το Ανθέμιο, «Ακρωτήριο της στέγης του Παρθενώνα» συμπεριλαμβάνεται στις μόνιμες θεματικές παρουσιάσεις του Μουσείου Ακρόπολης. Έχει ύψος 3.20μ. και κατασκευάστηκε ανάμεσα στα 447 με 432 π.Χ και η σύνθεση έδειχνε φύλλα ακάνθου και φοίνικα, δείγμα πλούτου και δόξας της πόλης της Αθήνας που συμβόλιζε η Ακρόπολη.

 

  Το Ανθέμιο δεν είναι άλλο από αυτό, το οποίο στα απλά σπίτια το ονομάζουμε ακροκέραμο.

 

 Το απλό ακροκέραμο και το ακροκέραμο του Φειδία

Τα φύλλα της ακάνθου ξαναβρίσκουμε στο κεραμικό πλέον ακροκέραμο

και το οποίο προσομοιάζει με το αρχαίο όπως το ακροκέραμο του εργαστηρίου του Φειδία, 430 π.Χ., Μουσείο Ολυμπίας:

                                                                 

Η περίπτωση του Νίκου Εγγονόπουλου

Ο Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985), στο  έργο του με τον τίτλο Ποιητής και  Μούσα,  πέραν των πάρα πολλών πληροφοριών που μας δίνει, εμμένει, σε όλα τα έργα του, στη συμπαρουσίαση στοιχείων διαχρονικής ελληνικότητας, όχι μόσο σ’ αυτά που δηλώνει ο τίτλος, αλλά και σ’ αυτά που αφορούν την περίσταση του παρόντος κειμένου, δηλαδή τα νεοκλασικά κτήρια με τα κεραμίδια και  τα αετώματα στα παράθυρα.

 

Επίλογος

Ο εκμοντερνισμός επέφερε μέγα πλήγμα στην ελληνική αρχιτεκτονική και στα παλιά νεοκλασικά και έτσι κεραμίδια και ακροκέραμα αποσύρθηκαν και κατέληξαν στα οικοδομικά απορρίμματα. Στην καλύτερη περίπτωση, όσα ήταν τυχερά ανασύρθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν σαν διακοσμητικά σε σπίτια, αυλές ή βεράντες, στηρίγματα για τα βιβλία στα ράφια ή διακοσμητικά πάνω σε ένα τραπέζι, θυμίζοντας  μια εποχή παλιά,  περασμένη και οριστικά χαμένη. Ωστόσο, η παρουσία του ακροκέραμου είναι συνυποδηλωτική μιας κουλτούρας, μιας ευγένειας,  μιας οικειότητας και ενός ήθους που εκπέμπει ομορφιά και άρωμα που έρχεται από μακριά. 

                            

 

                                   

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.