Loading...
ΘέατροΤΕΧΝΗ

Ανθούλα Δανιήλ: LEMON στο Μπάγκειον Ξενοδοχείο

Το εμβληματικό έργο του Alessandro Baricco  με τον τίτλο Χίλιαννιακόσια, διασκευασμένο για τη σκηνή του «Μπάγκειον» στην Ομόνοια,  έκανε πρεμιέρα την Παρασκευή 4-10-19.

Η υπόθεση: Ένα παιδί γεννιέται στην αίθουσα χορού της πρώτης θέσης, του ατμόπλοιου  Virginian, την πρωτοχρονιά του 1900. Το  Virginian διαπλέει τον Ατλαντικό από Ευρώπη Αμερική και Αμερική Ευρώπη συνεχώς. Ένας ναύτης βρήκε το νεογέννητο μέσα σε μια κούτα που είχε για στάμπα ένα λεμόνι και τότε   ένιωσε να «σκιρτάει μέσα του, ένα συναίσθημα σα να είχε γίνει πατέρας». 

Hello lemon, του λέει χαμογελώντας, το παίρνει και του δίνει το όνομά του μαζί με τη χρονολογία γέννησής του.  Τί Ντί Λέμον Χιλιαεννιακόσια  και το μεγαλώνει στο κήτος του πλοίου. Το παιδί μαθαίνει πιάνο ακούγοντας τη μουσική στο σαλόνι. Κάποια μέρα με έκπληξη και θαυμασμό βλέπουν το αγοράκι να παίζει στο πιάνο: και ο  καπετάνιος  θυμωμένος: Dove diavolo ti eri nascosto? Novecento, tutto questo e assolutamente contrario al regolamento (Πού διάολο ήσουνα κρυμμένος; Χιλιαεννιακόσια, όλ’ αυτά είναι πέρα για πέρα κόντρα στον κανονισμό). Και ο ήρωας αφηγείται: «Εγώ σταμάτησα να παίζω. Ήμουν ένα αγοράκι λιγομίλητο, αλλά με μεγάλη ικανότητα να μαθαίνω. Κοίταξα γλυκά τον καπετάνιο και είπα: “Χέστηκα για τον κανονισμό”».

Κι εκεί μέσα στο πλοίο μεγάλωσε και δεν κατέβηκε ποτέ.  Κάποτε που το επεχείρησε, στο τρίτο σκαλί το μετάνιωσε. Γιαί ο κόσμος έξω του φαινόταν  άγνωστος, χαοτικός, άπειρος , χωρίς τέλος. Γι’ αυτόν τον κόσμο ο Χιλιαεννιακόσια δεν υπάρχει: Ο Ωκεανός ήταν το σπίτι μου. Όσο για τη στεριά, έ… δεν είχα πατήσει ποτέ το πόδι μου πάνω της. Την είχα δει, βέβαια, από τα λιμάνια. Αλλά να κατεβώ, ποτέ. Άλλωστε δεν είναι εγγεγραμμένος σε κανένα Μητρώο Αρρένων, δεν υπήρχε νοσοκομείο, φυλακή, ομάδα του μπέηζμπωλ που να ανέφερε πουθενά τ’ όνομά  μου. Δεν είχα πατρίδα, δεν είχα ημερομηνία γέννησης, δεν είχα οικογένεια. Ήμουν οκτώ χρονών: αλλά επισήμως δεν είχα γεννηθεί ποτέ.

Έτσι, περνούν τριάντα δύο χρόνια. Πάνω στο πλοίο γνωρίζει τον τρομπετίστα Τούνυ και γίνονται φίλοι. Μια νύχτα σε μια θαλασσοταραχή ο Χιλιαεννικόσια πήρε τον Τούνυ, λύσανε τα φρένα του πιάνου και άρχισαν να παίζουν με το πιάνο να πηγαίνει και να έρχεται σαν να το λίκνιζε η θάλασσα:

Και βολτάραμε/Ανάμεσα στα τραπέζια /Κοπανώντας πορτατίφ και πολυθρόνες

Εμείς οι δυό/  Με το πιάνο/ Να γλιστράει/ Σαν σαπούνι μεγάλο και τρανό/

Κι εμείς οι δυό/Μαζί μ’ αυτό/ (DUET) Αυτό που κάναμε /Ήταν πως /Χορεύαμε με τον Ωκεανό/Εμείς κι εκείνος σ’ ένα άγριο tango/Δυο χορευτές τρελοί/Σα να μην υπάρχει αύριο/.

Το έργο αρχίζει από το τέλος, όπου οι δύο ήρωες βρίσκονται ήδη στο βυθό- θάνατο και αναβιώνουν μέσα από τις αναμνήσεις τους ό,τι έχει ήδη γίνει και έχει τελειώσει. Στο «γιατί δεν κατέβηκε» που με αληθινή αγωνία ο Τούνυ ρωτά, ο Χιλιαεννιακόσια απαντά:

Σκέψου λοιπόν τώρα: ένα πιάνο. Τα πλήκτρα ξεκινούν κάπου. Και τελειώνουν κάπου. Ξέρεις ότι είναι ογδονταοχτώ, κανείς δεν μπορεί να σε κοροϊδέψει. Δεν είναι ατελείωτα αυτά. … Αν όμως εσύ / Αν εγώ ανέβω εκείνη τη σκάλα, και μπροστά μου ξεδιπλωθεί ένα κλαβιέ με εκατομμύρια πλήκτρα, εκατομμύρια και δισεκατομμύρια /Εκατομμύρια και δισεκατομμύρια πλήκτρα, που δεν τελειώνουν ποτέ, κι αυτή είναι η αληθινή πραγματικότητα, ότι δεν τελειώνουν ποτέ κι ότι εκείνο το κλαβιέ είναι ατελείωτο / … τότε /Σ’ εκείνο το κλαβιέ δεν υπάρχει μουσική που μπορείς να παίξεις. Κάθεσαι σε λάθος σκαμνάκι: εκείνο είναι το πιάνο όπου παίζει ο Θεός»…

Εγώ γεννήθηκα πάνω σ’ αυτό το πλοίο. Κι από δω περνούσε ο κόσμος, αλλά δυο χιλιάδες άτομα τη φορά. Κι εδώ έβλεπες επιθυμίες, όχι όμως περισσότερες απ’ όσες χωρούσαν ανάμεσα σε μια πλώρη και σε μια πρύμνη. Έπαιζες την ευτυχία σου, πάνω σ’ ένα κλαβιέ που δεν ήταν ατελείωτο.

Έτσι, ο κόσμος σαν ένα ατελείωτο κλαβιέ δεν του κάνει. Κι όταν έρχεται η ώρα να κατεβούν όλοι, γιατί το πλοίο είναι κατεστραμένο από τον πόλεμο και θα ανατιναχτεί με δυναμίτη, όλοι κατεβαίνουν, εκτός από αυτόν. Το ταξίδι και η μουσική ήταν η ζωή του. Τι ζωή θα έκανε αν κατέβαινε από το πλοίο  σ’ αυτόν τον αχανή κόσμο; Ανατινάσσεται, λοιπόν,  ως μέρος του πλοίου μαζί με το πλοίο.

Η παράσταση  

Δύο ηθοποιοί αναλαμβάνουν την παράσταση, ο Μελαχρινός Βελέντζας ως Χιλιαεννιακόσια και Γιώργος Δρίβας ως Τιμ Τούνυ, με την καθοδήγηση της Γεωργίας Τσαγκαράκη. Με εναλλασσόμενη αφήγηση δράση, με ένα συνεχές, δραματικό, φλας μπακ και επιστροφή στο παρόν που είναι ήδη παρελθόν, μαθαίνουμε όσα έχουν συμβεί. Ο Χιλιαεννιακόσια και ο Τούνυ διεκδικούν και καταλαμβάνουν τον χώρο του σαλονιού, περπατούν και τρέχουν, παίζουν,  χορεύουν και τραγουδούν,  παλεύουν, αθλούνται, κυλιούνται στο πάτωμα με ένταση και πάθος. Αξιοποιούν όλα τα εκφραστικά τους μέσα για να αποδώσουν την ιστορία του Χιλιαεννιακόσια με φωνή, με μούτες  και κινήσεις, Με τον ιδρώτα του προσώπου τους κερδίζουν το θερμότατο χειροκρότημα του κοινού.

Στην άνετη και πολυτελή, κάποτε, αίθουσα χορού του «Μπάγκειον»- αίθουσα χορού του πολυτελούς Virginian, για τις ανάγκες της θεατρικής περίστασης τώρα, συμπρωταγωνιστής είναι το πιάνο. Το πιάνο πιάνο, το πιάνο πλοίο, το πιάνο ντουλάπα, γιατί όλα, όσα χρειάζονται οι δύο πρωταγωνιστές, βρίσκονται εκεί στο πιάνο. Εκεί η μουσική, εκεί και όλα τα σύνεργα για την απαιτούμενη ιλουζιόν επί  σκηνήςˑ καπέλα, μπαστούνι, λάστιχα που δένονται οι δυο μαζί για να υποδυθούν  την αστάθειά τους στο μπόντζα -λαμπάντα του καραβιού στον ωκεανό, όταν κουνάει και κινδυνεύουν να πέσουν. Τέλειοι.

Το έργο τελειώνει με τον Τούνυ να αναζητά τον Χιλιαεννιακόσια για να κατεβούν. Εκείνος όμως εξαφανίζεται και στο τέλος, εμφανίζεται από ψηλά, όπως ο από μηχανής αθάνατος θεός, μόνο που εδώ είναι και θνητός και πεθαμένος. Ο Χιλιαεννιακόσια αιώνιο αιώρημα,  σαν τεράστιος προϊστορικός αστερίας στον απέραντο βυθό πάνω από τα κεφάλια μας.  

 Εκτός από τη μουσική του πιάνου και όπου η ανάγκη το απαιτεί η μουσική ragtime γεμίζει τα κενά και δημιουργεί το κατάλληλο περιβάλλον για τον θεατή να μεταφερθεί στην εποχή και να συμμεριστεί τα αισθήματα αγάπης που κυρίως έχει ο ήρωας για τη ζωή και ο συμπάσχων Τούνυ.

Στις εξαιρετικές στιγμές το ντουέτο – ο Χιλιαεννιακόσια  στο πιάνο και ο Τούνυ με την τρομπέτα, ένα μικρό πνευστό που βγάζει από την τσέπη του – συμπλέουν και είναι ευτυχείς. Κάποια στιγμή μάλιστα η τρομπέτα θρηνεί όπως και ο Τούνυ. Το πάθος για την τέχνη τους σ’ ένα απέραντο κόσμο που δεν μπορεί να ικανοποιήσει μια καλλιτεχνική ψυχή, φτιαγμένη τα μέτρα ενός πλοίου στη θάλασσα που ούτως ή άλλος μας γεννά και μας παίρνει πάλι πίσω.  

Έτσι, μια στο νεκρό τώρα και μια στο παρελθόν, η αφήγηση και η δράση συμπορεύονται, στα κύματα  του ωκεανού. 

Μια εξαιρετική μεταφορά του έργου στο θέατρο που πριν από χρόνια είδαμε σε επίσης εξαιρετική κινηματογραφική εκδοχή.

Συντελεστές της παράστασης

Διασκευή | Σκηνοθεσία | Κίνηση: Γεωργία Τσαγκαράκη

Μετάφραση: Σταύρος Παπασταύρου

Σχεδιασμός πιάνου: Νατάσα Τσιντικίδη

Κατασκευή πιάνου: Θωμάς Μαριάς

Σκηνική προσαρμογή: Experimento

Κοστούμια: Κέλλυ Σταματοπούλου

Ηχητικός σχεδιασμός: Λευτέρης Δούρος

Σχεδιασμός φωτισμού: Αλέξανδρος Θεοφυλάκτου

Φωτογραφίες: Γιώργος Καπλανίδης

Graphic design: Ελένη Σαραντοπούλου

Video | Trailer: Παναγιώτης Αγκαβανάκης

Location scouting: Λουκία Μπατσή

Communication Assistant: Ράνια Παπαδοπούλου

Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Μελαχρινός Βελέντζας

Παίζουν: Μελαχρινός Βελέντζας (1900), Γιώργος Δρίβας (Τιμ Τούνυ)

Lemon,  μια ανεξάρτητη παραγωγή των Experimento

Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων:

Παρασκευή & Σάββατο στις 21:15  και Κυριακή στις 20:00

Πρεμιέρα: Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019 

Παραστάσεις: από 4 έως 27 Οκτωβρίου 2019 | για 12 παραστάσεις

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.