Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφία

Α.Α. MILNE Η -Γουίννυ- ο Πουφ (απόσπασμα). Μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

 

Όπου γνωρίζουμε την Γουίννυ-τον-Πουφ και μερικές Μέλισσες κι οι Ιστορίες αρχίζουν.

 

 

Να ο αρκούδος που κάποτε λεγόταν Εδουάρδος!  Κατεβαίνει τώρα την σκάλα με το κεφάλι, μποπ, μποπ, μποπ, πίσω από τον Κρίστοφερ Ρόμπιν.

Απ’ ότι ξέρει, αυτός είναι ο μόνος τρόπος που υπάρχει για να κατεβαίνει σκάλες.  Καμιά φορά βέβαια, σκέφτεται πως μπορεί να υπάρχει και κανένας καλύτερος τρόπος,  και πως μάλλον θα τον έβρισκε, αν σταματούσε για μια στιγμή να χτυπιέται μποπ, μποπ, μποπ, και να’ ψαχνε να τον βρει. Και μετά πάλι, σκέφτεται, πως μάλλον δεν θα τον έβρισκε.

Όπως και να ’χει το πράγμα, νάτος τώρα, έφτασε κάτω κι είναι έτοιμος να σας συστηθεί: Η-Γουίννυ-ο-Πουφ.

Όταν άκουσα για πρώτη φορά το όνομά του, είπα αυτό που ετοιμαζόσαστε να πείτε κι εσείς:

«Μα, εγώ νόμιζα πως είναι αγόρι!»

«Κι εγώ το ίδιο», είπε ο Κρίστοφερ Ρόμπιν.

«Τότε γιατί τον λες «Γουίννυ»; Είναι κοριτσίστικο όνομα, δεν μπορείς να τον λες έτσι…»

«Δεν τον λέω έτσι.»

«Μα, είπες…»

«Είπα, αυτός είναι η- Γουίννυ-ο-Πουφ. Δεν ξέρεις τι σημαίνει «ο ο»;»

«Α, ναι, τώρα ξέρω», είπα βιαστικά. Κι ελπίζω να πείτε κι εσείς το ίδιο γιατί δεν πρόκειται να σας δοθεί άλλη εξήγηση.

Λοιπόν, καμιά φορά, όταν έρχεται κάτω η-Γουίννυ-ο-Πουφ, θέλει να παίζει. Καμιά φορά πάλι, θέλει να κάθεται ήσυχα μπροστά στην φωτιά και ν’ ακούει μια ιστορία. Απόψε-

«Τι θα έλεγες για μια ιστορία;»,  είπε ο Κρίστοφερ Ρόμπιν.

«Δηλαδή;», ρώτησα.

«Να, θα μπορούσες να πεις, γλυκά-γλυκά, μια ιστορία στην Γουίννυ-τον-Πουφ;»

«Υποθέτω πως θα μπορούσα», είπα. «Τι είδους ιστορίες του αρέσουν;»

«Ιστορίες για κείνον. Γιατί τέτοιου είδους Αρκούδος είναι.»

«Χμ, καταλαβαίνω…»

«Θα μπορούσες λοιπόν να του πεις γλυκά-γλυκά

μια τέτοιου είδους ιστορία, ;»

«Θα προσπαθήσω», είπα.

Και προσπάθησα.

 

 

*****************************************************************

 

 

Μια φορά κι ένα καιρό, πριν από πάρα πολύ καιρό, την περασμένη Παρασκευή ας πούμε, η-Γουίννυ-ο-Πουφ ζούσε ολομόναχος σ’ ένα Δάσος, υπό το όνομα Σάντερς.

(«Τι θα πει, υπό το όνομα;» ρώτησε ο Κρίστοφερ Ρόμπιν.

«Θα πει πως είχε γραμμένο το όνομα πάνω στην πόρτα με χρυσά γράμματα και καθόταν από κάτω.»

«Η-Γουίννυ-ο-Πουφ, δεν ήξερε τι θα πει ακριβώς», είπε ο Κρίστοφερ Ρόμπιν.

«Τώρα ξέρω» είπε μια γκρινιάρικη φωνή.

«Τότε ας συνεχίσω», είπα.)

Μια μέρα, καθώς έκανε τον περίπατο του, έφτασε σ’ ένα ξέφωτο στην μέση του Δάσους. Στην μέση του ξέφωτου, ήταν μια μεγάλη βελανιδιά κι από την κορυφή της ακουγόταν ένα δυνατό βούισμα.

Η Γουίννυ-ο-Πουφ κάθησε στην ρίζα του δέντρου, ακούμπησε το κεφάλι στις μπροστινές του πατούσες κι άρχισε να σκέφτεται.

Πρώτα-πρώτα, σκέφτηκε:

«Αυτό το βούισμα, κάτι σημαίνει. Δεν μπορεί ν’ ακούγεται ένα τέτοιο βούισμα βζζ και βζζ και να μην σημαίνει κάτι. Αν υπάρχει βούισμα, τότε σίγουρα,  υπάρχει και κάποιος που βουίζει. Κι απ’ ότι ξέρω,  βουίζεις,  μόνο αν σου συμβαίνει να’ σαι μέλισσα.

Έπειτα, σκέφτηκε πάλι πολλή ώρα, κι είπε: «Κι απ’ ότι ξέρω,  είσαι μέλισσα  μόνο και μόνο για να μπορείς να φτιάχνεις μέλι.»

Κι έπειτα, σηκώθηκε και είπε: «Κι απ’ ότι ξέρω,  μπορείς να φτιάχνεις μέλι, μόνο και μόνο γιατί μ’ αρέσει να το τρώω.»

Άρχισε λοιπόν να σκαρφαλώνει στο δέντρο.

Και

σκαρφάλωνε

και

σκαρφάλωνε

και

σκαρφάλωνε

και

καθώς

σκαρφάλωνε

τραγουδούσε

ένα

τραγουδάκι

στον

εαυτό του.

Ήταν

κάπως

έτσι:

 

Χα χα χα. χο χο πως θέλει

το αρκούδι λίγο μέλι!

Βζζ και βζζ και πο πο πο

Απορώ πολύ γι αυτό!

 

Μετά, σκαρφάλωσε λίγο πιο πάνω…και λιγάκι ακόμα…και λιγουλάκι ακόμα. Στο μεταξύ, είχε σκεφτεί άλλο ένα τραγούδι:

 

Αν τα αρκούδια κι οι αρκούδες

Ήτανε μέλισσες λιχούδες

θα φτιάχναν μελισσοφωλιά

Πιο βολικιά, πιο χαμηλά…

(Κι οι μέλισσες που αρκούδες θα ’ταν

Το μέλι όλο δικό τους θα ’χαν

Δεν θα κουράζονταν να ιδρώνουν

Τόσο ψηλά να σκαρφαλώνουν!)

 

Είχε αρχίσει να κουράζεται, γι αυτό και τραγουδούσε αυτό το κάπως παραπονιάρικο τραγούδι. Βρισκόταν όμως κοντά τώρα, κι αν στεκόταν λίγο σ’ εκείνο το κλαδί…

Κρατς!

«Βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε ο Πουφ καθώς έπεφτε τρία μέτρα πιο κάτω στο χαμηλότερο κλαδί.

«Αχ, αν δεν -» είπε καθώς κουτρουβαλούσε έξι μέτρα πιο κάτω στο επόμενο κλαδί.

«Σκόπευα να -» εξήγησε καθώς έπαιρνε μια τούμπα και χτυπούσε πάνω σ’ ένα άλλο κλαδί δέκα μέτρα πιο κάτω, «αυτό που σκόπευα-»

«Φυσικά, μάλλον ήταν-» παραδέχτηκε καθώς διέσχιζε με μεγάλη ταχύτητα τα έξι επόμενα κλαδιά.

«Όλα αυτά συμβαίνουν, υποθέτω-» συμπέρανε καθώς αποχαιρετούσε το τελευταίο κλαδί στριφογυρίζοντας γύρω του τρεις φορές και προσγειωνόταν χαριτωμένα πάνω σ’ έναν αγκαθωτό θάμνο, «συμβαίνουν,  επειδή θέλω τόσο πολύ το μέλι. Οχ, βοήθεια!»

Σύρθηκε έξω απ’ τον αγκαθωτό θάμνο, βούρτσισε τ’ αγκάθια και τα ’βγαλε από την μύτη του, κι άρχισε πάλι να σκέφτεται. Και το πρώτο πρόσωπο που σκέφτηκε, ήταν ο Κρίστοφερ Ρόμπιν.

(«Εμένα σκέφτηκε;» ρώτησε δειλά ο Κρίστοφερ Ρόμπιν μην τολμώντας να το πιστέψει.

«Εσένα βέβαια.»

Ο Κρίστοφερ Ρόμπιν, δεν είπε τίποτα, αλλά τα μάτια του γούρλωναν όλο και πιο πολύ και το πρόσωπό του γινόταν όλο και πιο κόκκινο.)

Η-Γουίννυ-ο-Πουφ λοιπόν, πήγε να βρει τον φίλο του τον Κρίστοφερ Ρόμπιν, που ζούσε πίσω από μια πράσινη πόρτα, σ’ ένα άλλο μέρος του Δάσους.

«Καλημέρα Κρίστοφερ Ρόμπιν», είπε.

«Καλώς την-Γουίννυ-τον-Πουφ», είπες εσύ.

«Μήπως έχεις κάτι που να μοιάζει με μπαλόνι;»

«Μπαλόνι;»

«Να, τώρα ακριβώς, καθώς ερχόμουν, έλεγα στον εαυτό μου: Αναρωτιέμαι αν ο Κρίστοφερ Ρόμπιν έχει κάτι που να μοιάζει με μπαλόνι…Αυτό ακριβώς έλεγα στον εαυτό μου καθώς σκεφτόμουν μπαλόνια κι αναρωτιόμουν.»

«Και τι το θέλεις το μπαλόνι;»

Η-Γουίννυ-ο-Πουφ έριξε μια ματιά γύρω να δει μήπως ακούει κανείς, έβαλε την πατούσα του μπροστά στο στόμα και ψιθύρισε:   

«Για να Προμηθευτώ μέλι!»

«Μα δεν μπορείς να Προμηθευτείς μέλι με μπαλόνια!»

«Μπορώ!» Είπε ο Πουφ.

Έτυχε να ’χεις πάει την προηγούμενη μέρα σ’ ένα πάρτι στο σπίτι του φίλου σου του Πίγκλετ και σας είχαν δώσει μπαλόνια στο πάρτι. Είχες πάρει ένα μεγάλο πράσινο μπαλόνι· κι ένας από τους συγγενείς του Κούνελου είχε πάρει ένα μεγάλο γαλάζιο, αλλά το είχε αφήσει γιατί ήταν τόσο μικρός που κανονικά δεν θα ’πρεπε να πηγαίνει καθόλου σε πάρτι. Κι έτσι, εσύ είχες φέρει μαζί σου στο σπίτι και το πράσινο μπαλόνι και το γαλάζιο.

«Ποιο απ’ τα δυο προτιμάς;» ρώτησες τον Πουφ.

Εκείνος, έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στις μπροστινές του πατούσες και σκέφτηκε πολύ προσεχτικά.

«Να πως έχουν τα πράγματα», είπε. «Όταν κυνηγάς μέλι μ’ ένα μπαλόνι, το πιο σημαντικό είναι, να μην αφήσεις τις Μέλισσες να καταλάβουν πως πλησιάζεις. Τώρα, αν έχεις πράσινο μπαλόνι, μπορεί να νομίσουν πως είσαι απλώς ένα μέρος του δέντρου και να μην σε προσέξουν. Αν πάλι, έχεις γαλάζιο μπαλόνι, μπορεί να νομίσουν πως είσαι απλώς ένα μέρος του ουρανού και πάλι να μην σε προσέξουν. Το ερώτημα είναι: Τι από τα δυο είναι προτιμότερο;»

«Δεν θα μπορούσαν να προσέξουν εσένα κάτω από το μπαλόνι;», ρώτησες.

«Μπορεί ναι, μπορεί και όχι», είπε η-Γουίννυ-ο-Πουφ. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις με τις Μέλισσες».

Σκέφτηκε για μια στιγμή και συνέχισε:

«Θα προσπαθήσω να φαίνομαι σαν ένα μικρό μαύρο σύννεφο. Αυτό θα τις ξεγελάσει.»

«Τότε καλύτερα να πάρεις το γαλάζιο μπαλόνι», είπες.

Βγήκατε λοιπόν έξω με το γαλάζιο μπαλόνι κι εσύ πήρες μαζί για την περίσταση και το όπλο σου – όπως έκανες πάντα. Η-Γουίννυ-ο-Πουφ πήγε σ’ ένα μέρος με πολλή λάσπη και κυλίστηκε μέχρι που έγινε κατάμαυρος.

Κι όταν το μπαλόνι φούσκωσε κι έγινε μεγάλο, το κρατήσατε κι οι δυο από τον σπάγκο, κι έπειτα, εσύ το άφησες απότομα. Κι ο Αρκούδος Πουφ υψώθηκε με χάρη στον ουρανό κι έμεινε εκεί: Στο ίδιο ύψος με την κορυφή του δέντρου και έξι μέτρα μακριά της.

«Ζήτω!», φώναξες.

«Δεν είναι θαύμα;», σου φώναξε η-Γουίννυ-ο-Πουφ από ψηλά. «Με τι μοιάζω;»

«Μοιάζεις με αρκούδο κρεμασμένο από μπαλόνι», είπες.

«Ώστε δεν μοιάζω», είπε ο Πουφ ανήσυχος, «δεν μοιάζω μ’ ένα μικρό μαύρο συννεφάκι στον γαλάζιο ουρανό;»

«Όχι και πολύ.»

«Χμ, ίσως όμως από ψηλά να φαίνομαι διαφορετικά…Κι όπως είπα, ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις με τις Μέλισσες.»

Δυστυχώς, δεν φυσούσε καθόλου αέρας για να τον σπρώξει πιο κοντά στο δέντρο, κι έτσι έμεινε εκεί δα. Μπορούσε να δει το μέλι, μπορούσε να το μυρίσει, αλλά δεν μπορούσε να το φτάσει.

Μετά από λίγο, σε φώναξε πάλι:

«Κρίστοφερ Ρόμπιν!», είπε μ’ έναν μάλλον δυνατό ψίθυρο.

«Ορίστε!»

«Μου φαίνεται πως οι Μέλισσες κάτι υποψιάζονται

«Τι πράγμα;»

«Δεν ξέρω. Αλλά κάτι μου λέει πως συμπεριφέρονται καχύποπτα.»

«Μήπως νομίζουν ότι κυνηγάς το μέλι τους;»

«Ίσως να’ ναι κι αυτό. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις με τις Μέλισσες.»

Έγινε μια μικρή σιωπή, κι έπειτα σε ξαναφώναξε:

«Κρίστοφερ Ρόμπιν!»

«Ναι;»

Έχεις καμμιά ομπρέλα στο σπίτι σου;»

«Ναι νομίζω.»

«Θα ’θελα, αν μπορείς, να την φέρεις εδώ, να την κρατάς, να περπατάς πάνω κάτω και κάθε τόσο να κοιτάς ψηλά και να λες: Τς τς, θαρρώ πως θα βρέξει…Νομίζω πως αν το’ κανες αυτό, θα με βοηθούσες να ξεγελάσω αυτές τις Μέλισσες.»

Γέλασες από μέσα σου. «Χαζούλη γέρο-αρκούδε!» σκέφτηκες, αλλά δεν το είπες δυνατά γιατί ήσουν πάντα πολύ τρυφερός μαζί του. Και πήγες στο σπίτι και πήρες την ομπρέλα σου.

«Αχ, ήρθες!», φώναξε η-Γουίννυ-ο-Πουφ μόλις γύρισες πίσω στο δέντρο. «Είχα αρχίσει ν’ ανησυχώ. Ανακάλυψα πως οι Μέλισσες τώρα σίγουρα συμπεριφέρονται καχύποπτα

«Ν’ ανοίξω την ομπρέλα μου;»,  είπες εσύ.

«Ναι, αλλά περίμενε μια στιγμή. Πρέπει να είμαστε πρακτικοί. Η Μέλισσα που μας ενδιαφέρει να την ξεγελάσουμε είναι η Βασίλισσα-Μέλισσα. Μπορείς να δεις από κει κάτω ποια είναι η Βασίλισσα-Μέλισσα;»

«Όχι.»

«Κρίμα. Τέλος πάντων, περπάτα τώρα πάνω κάτω με την ομπρέλα σου λέγοντας, «Τς τς, θαρρώ πως θα βρέξει», κι εγώ,  θα κάνω ό,τι μπορώ· θα τραγουδήσω ένα μικρό Συννεφοτράγουδο – όπως ακριβώς θα το τραγουδούσε ένα σύννεφο…Πάμε!»

Κι έτσι, καθώς εσύ περπατούσες πάνω κάτω κι αναρωτιόσουν μεγαλόφωνα αν θα βρέξει, η-Γουίννυ-ο-Πουφ τραγούδησε αυτό το τραγούδι:

 

«Τι καλά

Να είσαι συννεφάκι

Ν’ αρμενίζεις

Στο γαλάζιο αεράκι!

Με χαρά

Το κάθε συννεφάκι

Τραγουδά

Ωραίο τραγουδάκι!

 

Τι καλά

Να είσαι συννεφάκι!

Ν’ αρμενίζεις

Στο γαλάζιο αεράκι!

Καμαρώνω

Μέσα στ’ αεράκι

Γιατί είμαι

Μαύρο συννεφάκι!»

 

Οι Μέλισσες, βούιζαν ακόμα, το ίδιο καχύποπτα. Μερικές μάλιστα, άφησαν την φωλιά τους κι άρχισαν να πετούν γύρω απ’ το συννεφάκι. Καθώς εκείνο άρχιζε να τραγουδά την δεύτερη στροφή του τραγουδιού, μια απ’ αυτές κάθησε για μια στιγμή πάνω στην μύτη του, κι ύστερα έφυγε πάλι.

«Κρίστοφερ –άου!- Ρόμπιν!»,  φώναξε το συννεφάκι.

«Ναι;»

«Τώρα μόλις σκέφτηκα κι έβγαλα ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα. Αυτές εδώ, είναι λάθος είδος Μέλισσες».

«Δεν είναι το σωστό είδος;»

«Όχι· είναι λάθος είδος. Και γι αυτό, πιστεύω πως μάλλον θα κάνουν και λάθος είδος μέλι. Εσύ τι λες;»

«Δεν θα κάνουν καλό μέλι; Αυτό εννοείς;»

«Ναι, Γι αυτό, σκέφτομαι να κατέβω.»

«Πως;», ρώτησες.

Η-Γουίννυ-ο-Πουφ δεν το είχε σκεφτεί το πως. Αν άφηνε τον σπάγκο, μπουμ! θα’ πεφτε, κι αυτή η ιδέα δεν του πολυάρεσε. Έτσι, συλλογίστηκε για αρκετή ώρα κι ύστερα είπε:

«Κρίστοφερ Ρόμπιν, πρέπει να πυροβολήσεις το μπαλόνι με το όπλο σου. Το έχεις το όπλο σου;»

Και βέβαια το έχω», είπες. «Αλλά, αν το κάνω αυτό, πάει το μπαλόνι.»

«Αλλά, αν δεν το κάνεις, θα αναγκαστώ να το αφήσω και τότε πάω εγώ».

Αφού έθετε έτσι το ζήτημα, πείστηκες. Σημάδεψες πολύ προσεχτικά το μπαλόνι και πυροβόλησες.

«Άου!»,  είπε ο Πουφ.

«Αστόχησα;»,  ρώτησες.

Δεν αστόχησες ακριβώς», είπε ο Πουφ, «αλλά δεν χτύπησες το μπαλόνι».

«Λυπάμαι πολύ, με συγχωρείς», είπες. Πυροβόλησες ξανά, κι αυτή την φορά χτύπησες το μπαλόνι κι άρχισε να ξεφουσκώνει, κι η-Γουίννυ-ο-Πουφ κατέβηκε αργά-αργά στο έδαφος.

Τα χέρια του όμως είχαν πιαστεί, επειδή κρατιόταν τόση ώρα από τον σπάγκο του μπαλονιού, κι έμεναν έτσι αλύγιστα και σηκωμένα ψηλά για περισσότερο από μια βδομάδα. Κι όταν ερχόταν καμμιά μύγα και καθόταν στην μύτη του, ο Πουφ αναγκαζόταν να φυσάει για να την διώξει.

Και σκέφτομαι -δεν είμαι σίγουρος όμως-, πως γι αυτό τον φώναζαν πάντα Πουφ.  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.