Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφία

Α. A. MILNE: Η Γουίννυ – ο – Πουφ, Μετάφραση: Παυλίνα Παμπούδη  

Κεφάλαιο Τέταρτο

 

Όπου ο Άχβαχ Χάνει την Ουρά του και ο Πουφ την Βρίσκει

 

Ο Άχβαχ, ο γκρίζος γέρο γάιδαρος, στεκόταν ολομόναχος σε μια κατάξερη γωνιά του Δάσους, με τα μπροστινά του πόδια ανοιχτά και το κεφάλι γερμένο στο πλάι, και σκεφτόταν τα πράγματα.

Καμιά φορά, σκεφτόταν θλιμμένα «Γιατί;», καμιά φορά σκεφτόταν «Για ποιο λόγο;», καμιά φορά σκεφτόταν «Για ποια αιτία;» και καμιά φορά, δεν ήξερε ούτε ο ίδιος τι σκεφτόταν.

Έτσι, όταν η-Γουίννυ-ο-Πουφ ήρθε σχεδόν κουτρουβαλώντας κοντά του, ο Άχβαχ χάρηκε που θα μπορούσε να σταματήσει για λίγο τις σκέψεις και να πει «Γεια σου, τι κάνεις;», μ’ ένα πολύ μελαγχολικό ύφος.

«Καλά. Κι εσύ, πώς  πας;» Είπε η-Γουίννυ-ο-Πουφ.

Ο Άχβαχ, κούνησε το κεφάλι του απ’ την μια μεριά ως την άλλη.

«Δεν πάω…», είπε. «Δεν μου φαίνεται πως πάω, εδώ και πολύ καιρό.»

«Αχ, τι κρίμα», είπε ο Πουφ. «Λυπάμαι γι αυτό. Άσε με να σε δω λίγο.»

Στάθηκε λοιπόν ο Άχβαχ εκεί, κοιτάζοντας λυπημένα χάμω κι η-Γουίννυ-ο-Πουφ έκανε μια βόλτα γύρω του.

«Μπα; Τι έπαθε η ουρά σου;» είπε κατάπληκτος.

«Τι έπαθε;» ρώτησε ο Άχβαχ. 

«Δεν είναι στην θέση της».

«Είσαι σίγουρος;»

«Για άκου εδώ! Μια ουρά, ή είναι στην θέση της ή δεν είναι. Δεν μπορεί να κάνει κανείς λάθος. Κι η δική σου, δεν είναι!»

«Μα τότε, τι υπάρχει στην θέση της;»

«Τίποτα!»

«Για να δω», είπε ο Άχβαχ και γύρισε αργά γύρω-γύρω, μέχρι που βρέθηκε στην θέση που θα’ πρεπε να βρίσκεται η ουρά του. Και μετά, γύρισε απ’ την αντίθετη κατεύθυνση μέχρι που βρέθηκε πάλι εκεί που βρισκόταν πρώτα. Και τέλος, έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια του, κοίταξε, κι είπε μ’ ένα μακρόσυρτο λυπημένο αναστεναγμό:

«Μάλλον έχεις δίκιο».

«Φυσικά έχω δίκιο» είπε ο Πουφ.

«Αυτό, εξηγεί πολλά…» είπε μελαγχολικά ο Άχβαχ.

«Κάπου θα πρέπει να την έχεις αφήσει» είπε η-Γουίννυ-ο-Πουφ.

«Κάποιος θα πρέπει να την έχει πάρει», είπε ο Άχβαχ. «Τέτοιοι που είναι Αυτοί…», πρόσθεσε μετά από μια μεγάλη σιωπή.

Ο Πουφ αισθάνθηκε πως έπρεπε να πει ένα καλό λόγο, αλλά δεν ήξερε τι να πει. Αποφάσισε λοιπόν, να κάνει κάτι άλλο για να βοηθήσει.

«Άχβαχ», είπε επίσημα. Εγώ, η-Γουίννυ-ο-Πουφ, θα σου βρω την ουρά σου».

«Σ’ ευχαριστώ Πουφ» απάντησε ο Άχβαχ. «Εσύ είσαι πραγματικός φίλος, δεν είσαι σαν κι Αυτούς…»

Έτσι, η-Γουίννυ-ο-Πουφ έφυγε για να βρει την ουρά του Άχβαχ.

Ήταν ένα ωραίο ανοιξιάτικο πρωινό στο Δάσος. Αφράτα συννεφάκια έπαιζαν ευτυχισμένα σ’ ένα γαλάζιο ουρανό, περνώντας πότε-πότε μπροστά από τον ήλιο σα να’ θελαν να τον κρύψουν, και γλιστρώντας μακριά μετά ξαφνικά, για να πάρουν άλλα την σειρά τους.

Ο ήλιος, ανάμεσά τους, έλαμπε γενναία· και μια λόχμη που φορούσε τα έλατα της όλο τον χρόνο, έμοιαζε τώρα γέρικη και κακοντυμένη, πλάι στην καινούργια πράσινη δαντέλα που τόσο όμορφα είχαν φορέσει οι οξιές.

Προχωρούσε ο Αρκούδος, ακούραστος, περνώντας μέσα από λόχμες και σύδεντρα· κατέβαινε πλαγιές με αγκάθια και ρείκια, διέσχιζε κοίτες ρυακιών γεμάτες πέτρες, ανέβαινε απότομες ανηφοριές, και πάλι βρισκόταν μέσα στα ρείκια.

Κι έτσι, κουρασμένος και πεινασμένος, έφτασε κάποτε στο τέρμα, στο Εκατοστό Στρέμμα του Δάσους. Κι εκεί, στο Εκατοστό Στρέμμα του Δάσους, ζούσε η Κουκουβάγια.

«Κι αν υπάρχει κάποιος που να ξέρει οτιδήποτε για το οτιδήποτε», είπε από μέσα του ο Αρκούδος, «αυτός είναι η Κουκουβάγια. Αλλιώς, να μη με λένε Γουίννυ-ο-Πουφ. Έτσι με λένε όμως», πρόσθεσε. «Λοιπόν, εδώ είμαστε!»

Η Κουκουβάγια, ζούσε στις ΚΑΣΤΑΝΙΕΣ, ένα παλιομοδίτικο πύργο, πολύ ωραίο. Ήταν το πιο μεγαλόπρεπο σπίτι που μπορούσε να ’χει κανείς, ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν στον Αρκούδο, γιατί είχε κι απ’ τα δυο: Και κορδόνι με καμπανάκι, και κανονικό κουδούνι. Κάτω απ’ το κανονικό κουδούνι, υπήρχε ένα σημείωμα που έλεγε: 

ΠΑΡΑΚΑΛΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙΣΤΕ ΑΝ ΘΕΛΕΤΕ ΑΠΑΝΤΙΣΙ

Και κάτω απ’ το καμπανάκι με το κορδόνι, υπήρχε άλλο σημείωμα που έγραφε:

ΠΑΡΑΚΑΛΟ ΤΡΑΒΙΞΤΕ ΑΝ ΔΕΝ ΘΕΛΕΤΕ ΑΠΑΝΤΙΣΙ

Αυτά τα σημειώματα τα είχε γράψει ο Κρίστοφερ Ρόμπιν, ο μόνος στο Δάσος που μπορούσε να συλλαβίζει. Γιατί η Κουκουβάγια, αν κι ήταν σοφή σε πολλά πράγματα και ικανή να διαβάζει και να γράφει τ’ όνομα της ΚΟΚΟΒΑΓΑ, όμως τα χάλαγε στις ευαίσθητες λέξεις όπως ΙΛΑΡΑ και ΒΟΥΤΥΡΟΤΗΓΑΝΙΤΑ.

Η-Γουίννυ-ο-Πουφ διάβασε προσεχτικά και τα δυο σημειώματα, πρώτα από τ’ αριστερά προς τα δεξιά κι έπειτα, για την περίπτωση που θα του ’χε ξεφύγει τίποτα, τα διάβασε κι από τα δεξιά προς τ’ αριστερά. Τέλος, για να’ ναι τελείως σίγουρος, χτύπησε και τράβηξε το κορδόνι, και τράβηξε και χτύπησε το κουδούνι, και φώναξε πολύ δυνατά:

«Κουκουβάγια, θέλω απάντηση! Εγώ σου μιλώ, ο Αρκούδος!»

Η πόρτα άνοιξε κι η Κουκουβάγια κοίταξε έξω.

«Γεια σου Πουφ» είπε. «Πως πάνε τα πράγματα;»

«Χάλια» είπε ο Πουφ, «γιατί ο φίλος μου ο Άχβαχ έχει χάσει την ουρά του. Και στενοχωριέται γι αυτό. Θα είχες την καλοσύνη, για χάρη του, να μου πεις πώς θα μπορέσω να την βρω;»

«Να σου πω», είπε η Κουκουβάγια. «Για τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχει ένας καθορισμένος τρόπος ενέργειας».

«Και ποιος είναι αυτός ο Καθαρισμένος Τροποσενέργιας;»  ρώτησε ο Πουφ. «Γιατί, ξέρεις, εγώ είμαι ένας Αρκούδος με Πολύ Λίγο Μυαλό, και οι μεγάλες λέξεις με μπερδεύουν».

«Είναι Αυτό Που Πρέπει Να Γίνει».

«Αν είναι τέτοιο πράγμα, τότε εντάξει» είπε ο Πουφ ταπεινά.

«Πρέπει, λοιπόν, πρώτα-πρώτα, να Προκηρύξουμε Αμοιβή. Μετά-»

«Μια στιγμή», είπε ο Πουφ σηκώνοντας την μπροστινή του πατούσα. «Τι να κάνουμε, λέει; Φταρνίστηκες την ώρα που πήγαινες να μου πεις».

«Δεν φταρνίστηκα».

«Μα, ναι, Κουκού, φταρνίστηκες».

«Με συγχωρείς Πουφ, δεν έκανα τέτοιο πράγμα. Δεν γίνεται να φταρνίζομαι χωρίς να το ξέρω».

«Και πώς γίνεται να το ξέρεις χωρίς να φταρνίζεσαι;»

«Αυτό που είπα, ήταν: Πρώτα -πρώτα, θα Προκηρύξουμε μια Αμοιβή». 

«Πάλι φταρνίστηκες» είπε ο Πουφ λυπημένα.

«Μια Αμοιβή!» είπε πολύ δυνατά η Κουκουβάγια. «Θα γράψουμε μια Αγγελία που θα λέει πως θα δώσουμε κάτι μεγάλο σ’ όποιον βρει την ουρά του Άχβαχ».

«Α, κατάλαβα…» είπε ο Πουφ, κουνώντας το κεφάλι του. «Αλήθεια, μια και μιλάμε για κάτι μεγάλο», συνέχισε ονειροπόλα, «εγώ, συνήθως, τέτοια ώρα τα πρωινά, τρώω κάτι λίγο…».

Και κοίταξε με λαχτάρα προς τον μπουφέ, στην γωνιά του σαλονιού της Κουκουβάγιας. «Να, ας πούμε, καμιά κουταλιά γάλα του κουτιού, ή, γιατί όχι; ίσως και μια γλειψιά μέλι-»

«Εντάξει λοιπόν» είπε η Κουκουβάγια. «Θα γράψουμε τώρα την Αγγελία και θα την προωθήσουμε παντού στο Δάσος».

«Μια γλειψιά μέλι» μουρμούρισε ο Αρκούδος στον εαυτό του, «ή-ή και τίποτα. Εξαρτάται από την περίπτωση».

Αναστέναξε βαθιά και προσπάθησε μ’ όλες του τις δυνάμεις να παρακολουθήσει αυτά που έλεγε η Κουκουβάγια. Μα η Κουκουβάγια συνέχιζε να λέει και να λέει, χρησιμοποιώντας όλο και μακρύτερες λέξεις, μέχρι που στο τέλος ξαναγύρισε στο σημείο απ’ όπου είχε ξεκινήσει, και εξήγησε στον Πουφ πως το πρόσωπο που θα έπρεπε να γράψει την Αγγελία, ήταν ο Κρίστοφερ Ρόμπιν. 

«Αυτός είναι που έγραψε και τα σημειώματα έξω από την πόρτα μου, για χάρη μου. Τα είδες, Πουφ;»

Εδώ και αρκετή ώρα, ο Πουφ έλεγε «Ναι» και «Όχι», με την σειρά, παρακολουθώντας με κλειστά μάτια τα λεγόμενα της Κουκουβάγιας, κι έχοντας πει «Ναι, ναι», την τελευταία φορά, είπε τώρα «Όχι, όχι, καθόλου», χωρίς να ξέρει τι τον είχε ρωτήσει η Κουκουβάγια.

«Δεν τα είδες;» είπε η Κουκουβάγια λίγο ξαφνιασμένη. «Έλα να ρίξεις μια ματιά τώρα».

Βγήκαν λοιπόν έξω. Κι ο Πουφ κοίταξε λίγο το κουδούνι με το σημείωμα από κάτω, και κοίταξε πολύ το καμπανάκι με το κορδόνι. Και το κοίταξε πολύ, γιατί ένιωσε πως είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο, κάπου, κάποτε.

«Ωραίο κορδόνι, ε;» είπε η Κουκουβάγια. Ο Πουφ, συμφώνησε.

«Κάτι μου θυμίζει» είπε, «αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ τι. Που το βρήκες;»

«Το βρήκα στο Δάσος. Κρεμόταν από ένα θάμνο και σκέφτηκα στην αρχή πως κάποιος ζούσε μέσα στον θάμνο. Το τράβηξα λοιπόν, αλλά κανείς δεν μου άνοιξε. Και μετά, το τράβηξα πιο δυνατά και μου’ μεινε στα χέρια. Κι αφού κανείς δεν φαινόταν να το χρειάζεται, το πήρα στο σπίτι μου και-»

«Κουκού» είπε ο Πουφ επίσημα, έκανες λάθος. Κάποιος το χρειαζόταν».

«Ποιος;»

«Ο Άχβαχ. Ο αγαπημένος μου φίλος Άχβαχ. Αυτός, αυτός το αγαπούσε πολύ».

«Το αγαπούσε»;

«Ήταν κάτι που τον άγγιζε. Ήταν προσκολλημένος σ’ αυτό» είπε ο Πουφ σοβαρά.

*******************************************************

Και μ’ αυτά τα λόγια, ξεκρέμασε την ουρά και την πήγε πίσω στον Άχβαχ· κι όταν ο Κρίστοφερ Ρόμπιν την κόλλησε ξανά στην θέση της, ο Άχβαχ άρχισε να τρέχει χοροπηδώντας στο Δάσος και κουνώντας την τόσο ευτυχισμένα, που η-Γουίννυ-ο-Πουφ ένιωσε παράξενα και βιάστηκε να πάει σπίτι του, να τσιμπήσει κάτι για να συνέλθει. Και καθώς σκούπιζε το στόμα του, μισή ώρα μετά, τραγούδησε στον εαυτό του περήφανα:

 

Ποιος την βρήκε την Ουρά

Κι είχαμε πολλή χαρά;

Εγώ βρήκα την Ουρά

Κι ήταν η ώρα δυο παρά!

(Η αλήθεια είναι ότι

Ήταν έντεκα και κάτι

Όταν βρήκα την Ουρά

Κι είχαμε πολλή χαρά!)  

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.