Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφία

Α. Milne: Η Γουίννι – ο – Πουφ (απόσπασμα) μτφρ: Παυλίνα Παμπούδη, εκδ. Νεφέλη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

 

Όπου ο Πουφ και ο Πίγκλετ πάνε Κυνήγι και παρά λίγο να πιάσουν ένα Γουζλ

 

Ο Πίγκλετ ζούσε σ’ ένα πολύ μεγαλόπρεπο σπίτι, στην μέση μιας οξιάς. Και η οξιά βρισκόταν στην μέση του Δάσους και ο Πίγκλετ βρισκόταν στην μέση του σπιτιού του. Δίπλα στο σπίτι του, υπήρχε μια σπασμένη πινακίδα που έγραφε πάνω της: Ο ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ ΤΙΜ.

Όταν κάποτε  ο Κρίστοφερ Ρόμπιν ρώτησε τον Πίγκλετ τι σήμαινε αυτό, ο Πίγκλετ απάντησε πως ήταν το όνομα του παππού του και το είχαν από παλιά στην οικογένεια. Ο Κρίστοφερ Ρόμπιν είπε πως δεν ήταν δυνατόν να λέγεται κανείς ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ ΤΙΜ, αλλά ο Πίγκλετ απάντησε πως ήταν δυνατόν: Ο παππούς του λεγόταν έτσι, Παραβάτης Τιμ, που ήταν το χαϊδευτικό του ονόματος Παραβάτης Τιμόθεος. Είχε δυο ονόματα ο παππούς του, για την περίπτωση που θα ’χανε το ένα. Παραβάτης λεγόταν επειδή έτσι λεγόταν κι ένας θείος του, και Τιμόθεος λεγόταν επειδή λεγόταν Παραβάτης.

«Κι εγώ έχω δυο ονόματα», είπε ο Κρίστοφερ Ρόμπιν ανέμελα.

«Βλέπεις λοιπόν;», είπε ο Πίγκλετ.

Μια όμορφη χειμωνιάτικη μέρα λοιπόν, καθώς ο Πίγκλετ καθάριζε το χιόνι που είχε φράξει την πόρτα του σπιτιού του, έτυχε να σηκώσει το κεφάλι και να δει την-Γουίννι-τον-Πουφ. Ο Πουφ, περπατούσε γύρω-γύρω κάνοντας κύκλους, και κάτι άλλο θα σκεφτόταν, γιατί όταν τον φώναξε ο Πίγκλετ, αυτός δεν σταμάτησε.

«Ε», είπε ο Πίγκλετ. «Τι κάνεις;»

«Κυνηγάω», είπε ο Πουφ.

«Τι κυνηγάς;»

«Ακολουθώ κάτι ίχνη», είπε η-Γουίννι-ο-Πουφ με πολύ μυστηριώδες ύφος.

«Ποιανού είναι αυτά τα ίχνη;» Ρώτησε ο Πίγκλετ πλησιάζοντας.

«Αυτό ακριβώς ρωτάω κι εγώ τον εαυτό μου: Ποιανού είναι αυτά τα ίχνη;»

«Και τι σκέφτεσαι να απαντήσεις στον εαυτό σου;»

«Πρέπει να περιμένω μέχρι να το τσακώσω αυτό το κάτι», είπε ο Πουφ. «Κοίτα κι εσύ. Τι βλέπεις εδώ;», συνέχισε, δείχνοντας το χώμα μπροστά του.

«Ίχνη. Πατημασιές», είπε ο Πίγκλετ κι έβγαλε ένα μικρό τσίριγμα απ’ τον ενθουσιασμό του. «Αχ, Πουφ! Λες να’ ναι κανένα…κανένα Γουζλ;»

«Μπορεί», είπε ο Πουφ. «Μερικές φορές είναι. Μερικές φορές πάλι, δεν είναι. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι θα συναντήσεις όταν ακολουθείς ίχνη.»

Μετά απ’ αυτά τα λίγα λόγια, ο Πουφ συνέχισε την παρακολούθηση, κι ο Πίγκλετ αφού έμεινε να τον κοιτάει για ένα-δυο λεπτά, έτρεξε πίσω του. Η-Γουίννυ-ο-Πουφ σταμάτησε ξαφνικά και έσκυψε πάνω από τα ίχνη, έχοντας τώρα κάπως συγχυσμένο ύφος.

«Τι τρέχει;», ρώτησε ο Πίγκλετ.

«Είναι πολύ παράξενο», είπε ο Αρκούδος. «Τώρα είναι σα να τρέχουν δυο ζώα. Αυτό εδώ, ό,τι κι αν ήταν, έχει συναντηθεί μ’ ένα άλλο ό,τι κι αν είναι, και τώρα προχωράνε μαζί, παρέα. Θα’ θελες Πίγκλετ να ’ρθεις μαζί μου, για την περίπτωση που αυτά τα δυο είναι Εχθρικά Ζώα;»

Ο Πίγκλετ έξυσε χαριτωμένα τ’ αυτί του κι είπε ότι δεν είχε δουλειά μέχρι την Παρασκευή και θα χαιρόταν πολύ να ρθει, για την περίπτωση που θα’ ταν πραγματικά ένα Γουζλ αυτό που κυνηγούσαν.

«Θέλεις να πεις, για την περίπτωση που θα’ ταν πραγματικά  δυο Γουζλ», είπε η-Γουίννι-ο-Πουφ κι ο Πίγκλετ απάντησε πως, όπως και να ’χε το πράγμα, αυτός δεν είχε δουλειά μέχρι την Παρασκευή. Κι έτσι, ξεκίνησαν πάλι μαζί.

Εκεί κοντά, υπήρχε ένα μικρό σύδεντρο με πεύκα και φαινόταν σα να ’χαν περπατήσει γύρω του τα δυο Γουζλ – αν πραγματικά ήταν αυτό, αυτό που ήταν.

Περπάτησαν λοιπόν γύρω στο σύδεντρο ο Πουφ και ο Πίγκλετ, ακολουθώντας τους. Κι ο Πίγκλετ, για να περάσει η ώρα διηγόταν στον Πουφ τι είχε κάνει ο παππούς του, ο Παραβάτης Τιμ, για να ξεπιαστούν τα πόδια του μετά από μια Ιχνηλασία, και πως ο παππούς του, ο Παραβάτης Τιμ, υπέφερε από Άσθμα, κι άλλες τέτοιες ενδιαφέρουσες ιστορίες. Κι ο Πουφ, αναρωτιόταν με τι να’ μοιαζε άραγε ένας παππούς, και μήπως κατά τύχη ήταν δυο παππούδες αυτό το ζώο που ακολουθούσαν, κι αν ήταν, θα μπορούσε άραγε να πάρει τον ένα στο σπίτι του και να τον έχει, και τι θα έλεγε ο Κρίστοφερ Ρόμπιν. Και τα ίχνη προχωρούσαν συνέχεια μπροστά τους…

Ξαφνικά, η-Γουίννι-ο-Πουφ σταμάτησε κι έδειξε μπροστά, αναστατωμένος:

«Κοίτα»!

«Τι;», είπε ο Πίγκλετ μ’ ένα πήδημα. Κι αμέσως, για να δείξει πως δεν είχε φοβηθεί, πήδηξε πάλι μια-δυο φορές, σα να’ κανε τάχα γυμναστική.

«Τα ίχνη»!, είπε ο Πουφ. « Ένα τρίτο ζώο έχει συναντήσει τ’ άλλα δυο»!

«Πουφ!», φώναξε ο Πίγκλετ. «Νομίζεις πως είναι άλλο ένα Γουζλ»;

«Όχι», είπε ο Πουφ, «γιατί κάνει διαφορετικές πατημασιές. Ή θα είναι δυο Γουζλ κι ένα – ας το πούμε Γιζλ, ή θα’ ναι δυο Γιζλ κι ένα Γουζλ. Έλα, ας συνεχίσουμε την παρακολούθηση.»

Έτσι, συνέχισαν να περπατάνε, κάπως ανήσυχοι όμως τώρα, γιατί σκέφτονταν μήπως τα τρία ζώα που πήγαιναν μπροστά τους είχαν Εχθρικές Διαθέσεις. Κι ο Πίγκλετ ευχόταν από μέσα του, μ’ όλη του την καρδιά, να’ ταν εκεί, μαζί τους, ο παππούς του, ο Π. Τ., εκεί κι όχι οπουδήποτε αλλού, κι ο Πουφ σκεφτόταν, τι ωραία που θα ήταν να συναντούσε ξαφνικά – αλλά εντελώς τυχαία – τον Κρίστοφερ Ρόμπιν, (κι αυτό το σκεφτόταν βέβαια, μόνο και μόνο επειδή συμπαθούσε πολύ τον Κρίστοφερ Ρόμπιν).

Κι ύστερα, απότομα, η-Γουίννι-ο-Πουφ σταμάτησε πάλι κι έγλειψε την άκρη της μύτης του για να την δροσίσει, γιατί αισθανόταν τόσο ξαναμμένος κι ανήσυχος, όσο ποτέ άλλοτε στην ζωή του: Υπήρχαν τώρα τέσσερα ζώα μπροστά τους!

«Καταλαβαίνεις, Πίγκλετ; Κοίτα τις πατημασιές τους! Τρία – ας πούμε Γουζλ κι ένα – ας πούμε Γιζλ. Άλλο ένα Γουζλ ήρθε να τα συναντήσει!»

Πραγματικά, αυτό φαινόταν πως είχε γίνει. Υπήρχαν τα ίχνη` διασταυρώνονταν και μπερδεύονταν μεταξύ τους, αλλά εδώ κι εκεί ξεχώριζαν καθαρά: Ήταν ίχνη από τέσσερα ζευγάρια πατούσες!

«Νομίζω», είπε ο Πίγκλετ αφού έγλειψε κι αυτός την μύτη του κι ένιωσε πολύ λίγο καλύτερα, «νομίζω πως κάτι θυμήθηκα ξαφνικά. Θυμήθηκα ξαφνικά κάτι που είχα ξεχάσει να το κάνω χθες και δεν θα μπορούσα να το κάνω αύριο. Γι αυτό, νομίζω πως πρέπει να γυρίσω πίσω και να το κάνω τώρα».

«Θα το κάνουμε τ’ απόγευμα και θα ’ρθω κι εγώ μαζί σου», είπε ο Πουφ.

«Δεν είναι απ’ τα πράγματα που γίνονται απόγευμα», είπε ο Πίγκλετ βιαστικά. «Είναι ένα ιδιαίτερα πρωινό πράγμα, κάτι που πρέπει να γίνεται το πρωί, και μάλιστα ανάμεσα στις ώρες – τι ώρα λες να’ ναι τώρα;»

«Γύρω στις δώδεκα», είπε ο Πουφ κοιτάζοντας τον ήλιο.

«Ανάμεσα στις δώδεκα και στις δώδεκα και πέντε, όπως σου’ λεγα. Λοιπόν, αγαπητέ μου παλιόφιλε Πουφ, αν μου επιτρέπεις-Τι είν’ αυτό;»

Ο Πουφ, κοίταξε τον ουρανό και μετά, καθώς άκουσε μια σφυρίχτρα, κοίταξε ψηλά, στα κλαδιά μιας μεγάλης βελανιδιάς, κι είδε τον φίλο του.

«Είναι ο Κρίστοφερ Ρόμπιν», είπε.

«Α, ωραία, τότε θα είσαι εντάξει. Θα είσαι πολύ ασφαλής μαζί του», είπε ο Πίγκλετ. «Γεια χαρά»!

Κι έτρεξε στο σπίτι του όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πολύ ευχαριστημένος που βρισκόταν και πάλι μακριά απ’ Όλους τους Κινδύνους.

Ο Κρίστοφερ Ρόμπιν κατέβηκε σιγά-σιγά από το δέντρο του.

«Χαζούλη γερο Αρκούδε μου», είπε. «Τι ήταν αυτά που έκανες;» Πρώτα έκανες δυο φορές μόνος σου τον γύρο του σύδεντρου, μετά έτρεξε πίσω σου ο Πίγκλετ και κάνατε πάλι τον γύρο μαζί και μετά έκανες τον γύρο για τέταρτη φορά-»

«Για στάσου», είπε η-Γουίννι-ο-Πουφ σηκώνοντας ψηλά την πατούσα του.

Κάθισε μετά κάτω και σκέφτηκε όσο πιο πολλές σκέψεις μπορούσε να σκεφτεί. Έπειτα, εφάρμοσε την πατούσα του πάνω σε μια από τις πατημασιές…Κι έπειτα, έξυσε δυο φορές την μύτη του και σηκώθηκε.

«Ναι», είπε η-Γουίννι-ο-Πουφ. «Καταλαβαίνω τώρα. Ήμουν τρελός και χαζός», συμπλήρωσε, «και οπωσδήποτε, είμαι ένας Αρκούδος Χωρίς Καθόλου Μυαλό».

«Είσαι ο Καλύτερος Αρκούδος του Κόσμου», είπε ο Κρίστοφερ Ρόμπιν παρηγορώντας τον.

«Είμαι; Αλήθεια;» Είπε ο Πουφ γεμάτος ελπίδες. Και μετά, έλαμψε ξαφνικά από χαρά.

«Όπως και να ’χει το πράγμα» κατέληξε, «πλησιάζει η Ώρα του Φαγητού».

Και πήγε στο σπίτι του να φάει.

……………………………………………………………………………………

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.