Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠοίηση

Βάλτερ Πούχνερ: H ANAΣΑ ΤΟΥ ΑΤΛΑΝΤΑ  

 ΕΣΥ, ΓΙΓΑΝΤΑ, που σηκώνεις

Στα εξάρματα των ώμων σου

Όλο το βάρος του κόσμου

Με τα βουνά, τα πουλιά, τους θεούς

Με τους βυθούς της θάλασσας

Των βράχων τους γκρεμούς

Τις πολιτείες των ανθρώπων

Με τα τείχη, τις τάφρους

Τους τύμβους, τους τάφους

Κι όλο το θόλο του ουρανού

Κατάστικτον από άστρα

Πλανήτες, ήλιους, φεγγάρια

Όλα τα σύμπαντα, τους γαλαξίες

Και τα ασύλληπτα έτη φωτός

 

Η ανάσα σου βαριά και βαθιά

Δίνει ωστόσο το ρυθμό στο χρόνο

Και είναι της ζωής ο σφυγμός.

 

Ο Ηρακλής σε ξεγέλασε

Που του πήρες τα μήλα της δύσης

Καυχήθηκε ύστερα για το άθλος·

Και πάνω στο βουνό,  βουνό εσύ

Τώρα κρατάς αχθοφόρος το σύμπαν

Σημαιοφόρος τον άξονα του παντός

Στις πλάτες σου η ύπαρξη όλη

Απλώνεται σε άπειρες εκτάσεις

Τα πνευμόνια σου δίνουν τον άνεμο

Η πνοή σου είναι η Δημιουργία.

  

ΜΕΓΑΛΑ τα κύματα του Ατλαντικού

Χιλιάδες μίλια τρέχουν οι ράχες τους

Και τους αφρούς ιδρώνουν

Ώσπου να σβήσουνε στις αμμουδιές

Της Ταγγέρης, του Ραμπάτ στην Καζαμπλάνκα

Θολώνουν κι άλλο την πυκνή ομίχλη

Της κατασκοπείας του κινηματογράφου

Ώσπου να φτάσουν στα πόδια του πατέρα

Η δύναμή του είναι ο κόσμος όλος.

 

ΑΠ’ ΤΑ ΡΟΥΘΟΥΝΙΑ του γίγαντα

Θύελλες δέρνουν στέπες και ερημιές

Ψυχρά φαράγγια και καυτές πεδιάδες

Απ’ το χιονισμένο μέτωπό του στάζουν

Βροχές και τρέφονται ποτάμια

Και ριζώνουν δάση στο χώμα του

Βράχια σηκώνουν κούτελο στα ύψη

Και στα πόδια του τρέφει μια Εδέμ

Στις πελώριες παλάμες του τόπου

Ρέει η άμμος του γιαλού, της ερήμου

Φυτεύεται ο σπόρος, μεστώνει ο καρπός

Λάμπει η ελιά, δροσίζουν τα φρούτα

Στη σκιά του ένας παλαιός πολιτισμός

Με ρίζες στο βυθό των αιώνων.

 

 ΦΩΝΕΣ του Μαρακές (Ηλία Κανέτι)

Δεν σφύριζαν τα φίδια

Δεν βρωμούσαν οι καμήλες

Το χρώμα της νύχτας εξαφανίστηκε

Σε μια πανδαισία αισθήσεων

Υπό την αυστηρή ματιά του προφήτη

Και στα στενά της Μεντίνας πάντα κυλά

Στριμωγμένη στο μέτρο η ζωή

Δέρματα όζουν αρώματα ευωδιάζουν

Σώματα πάνω σε σώματα

Κρέατα ωμά χρυσάφια που λάμπουν

Η ματιά αφή η χειρονομία άγγιγμα

Το παιχνίδι των αριθμών

Από στόμα σε στόμα

Μήτρα κλειστή από άλλο κόσμο

Που δεν μπορεί πια να γεννήσει

Έκθετη, άγονη για τον τουρισμό

Ανατολή, η αφή του αυθεντικού

Φωνές του Μαρακές, έχουν γίνει

Λογοτεχνία και έτοιμο προϊόν.

 

 ΜΙΑ ΚΑΣΜΠΑ στη βροχή

Ή πυρκαγιά στα σουκ της Μεντίνας

Ένας αμμόλοφος που κινείται

Προς την πάλλουσα καρδιά

Και παντού η αστυνομία

Η φωτογραφία του βασιλιά

Το μπαξίσι, τα μικρόβια, η βρώμα

Η σκόνη και η ανέχεια του χρόνου

Που βαραίνει τους δείκτες στον κύκλο

Πολιτείες στο όνειρο της ιστορίας

Καλλιτεχνήματα δεξιότητας και υπομονής

Το σκαλιστό της πέτρας του, κυανό των Βερβέρων

Η φινέτσα και της φτώχειας η ασχήμια

Δεν φτάνουν πια καραβάνια από το Τιμπουκτού

Μόνο οι λεγεωνάριοι άφησαν στίγμα

Η φωνή του μουεζίνη φέρνει άλλη μια δύσκολη αυγή

Ο Αλλάχ δεν αγαπά τα παιδιά του όπως τους αξίζει

Και ο προφήτης το δυνατό υποβάθμισε φύλο

Πρωτοχρονιά στην έρημο, στον αφρό του Ατλαντικού

Στα χιόνια των οροσειρών, το κυανό της Μεσογείου

Στο μαύρο της κελεμπίας, το βαθυγάλανο των Τουαρέγκ

Στην μπούρκα και τη μαντήλα

Μάτια που ζητούν κι ευγένεια που σκλαβώνει

Η κατάρα του τουρισμού που έγινε ευεργεσία

 

 ΧΑΡΤΕΣ ΑΠΟ ΧΑΡΤΙ κρατούν

Τη σφαίρα του όλου στα ύψη

Κι ο γίγας της Σαχάρας στην πλάτη του

Απλώνει τις αχανείς εκτάσεις της γης

Με οροσειρά στηρίζει στα ψηλά τον Αλλάχ

Μην πέσει στην καυτή την άμμο της ερήμου

Η σπάλα του κολοσσού κοντά στον Ατλαντικό

Τ’ άλλα αφομοιώθηκαν στην μονοτονία

Των οροπεδίων με τους αμμόλοφους και τις καμήλες

Ως μοναδική διασκέδαση που κινείται

Κι οάσεις στάζει σε πύρινο κείμενο

Στάλες δακρύων για τέτοιο τοπίο τόσο έρημο

Γυρίζουμε σελίδα κι άλλη βουνοπλαγιά

Οι αφροί της θάλασσας δεν φτάνουνε στην ξεραΐλα

Όπου φως παντοδύναμο μοιάζει με θάνατο

Αλάτι και άμμο χωρίζουν τα βουνά

Φαλακρά κι αυτά, στις σχισμές λίγο χνούδι

Σε στείρα στέρνα έστησε ο πολιτισμός πανηγύρι

Στις χαραμάδες του άγονου φυτεύτηκαν χρώματα

Και φωνές και οσμές και καρδιές όλο ζωή.

  

ΕΙΣΠΝΟΗ ΕΚΠΝΟΗ εισπνοή εκπνοή

Ανάσα βαριά και βαθιά, βασανισμένη

Με αναστεναγμούς ο Σίσυφος

Τραβάει την ανηφόρα στον Γολγοθά

Στο βουνό του, τέσσερις χιλιάδες μέτρα

Πάνω από τη θάλασσά του

Με τη σφαίρα του κόσμου στην πλάτη

Και το θόλο όλο του ουρανού

Τα των θνητών και τα των αθανάτων

Τόσες επιθυμίες, σκέψεις, ελπίδες

Τόση γνώση και τόσο το άγνωστο

Εισπνοή εκπνοή εισπνοή εκπνοή

Ο ρυθμός της ευθύνης αργόσυρτος

Η ανάσα βαριά και βαθιά, βασανισμένη

 

 Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΠΑΛΙ άλλα λέει:

Ήταν της βουλιαγμένης Ατλαντίδας ρήγας

Ένας από τους δώδεκα βασιλείς

Άρχοντας επιφανής του νησιού των οραμάτων

Των φαντασιώσεων η Εδέμ κάπου εκεί

Όπου το πουθενά συναντά την επινόηση

Και η επιθυμία το θαύμα της τελειότητας

Πολιτεία ουράνια υποθαλάσσια

Υπερκόσμιος ου-τόπος των ιδεών

Των ιδανικών το τέλειο υλικό σχήμα·

Τίποτε για τον τιμωρημένο Τιτάνα

Τον πιο δυνατό της χαμένης γιγαντομαχίας

Αλλά και αστρονόμο και αστρολόγο

Παρατηρητή του έναστρου στερεώματος

Επάνω στο βουνό του στο Μαγρίμπ.

 

Η ΔΙΑΡΚΕΙΑ απαλύνει τη βάσανο

Η συνέχεια επιφέρει τη συνήθεια

Η επανάληψη σμιλεύει την υπομονή

Μετά από χρόνο και μετά από καιρό

Ο πιο θηριώδης των γιγάντων

Ένιωθε το βάρος να ελαφρύνεται

Να γίνεται ευκολότερο το έργο του

Για τις υπερφυσικές του δυνάμεις

Ώσπου στο τέλος έμοιαζε παιχνίδι.

 

Η σφαίρα του κόσμου είχε γίνει κούφια

Οι θνητοί κατέστρεψαν την επιφάνεια

Τα δάση τα προϊστορικά γίναν πετρέλαιο

Και ο λιγνίτης ρεύμα και καπνός

Και ο καπνός κάλυψε της γης το δέρμα

Από το πύρινο κέντρο εκτινάχθηκε

Το μάγμα στα ύψη του αιθέρα

Κι έσπασε ο φλοιός 

Που ήταν η κοιτίδα της ζωής

 

Κι ο θόλος του στερεώματος άδειασε

Από άστρα, ήλιους και φεγγάρια

Από πλανήτες, γαλαξίες και συστήματα

Από θεότητες, δαιμόνια και φαντασιώσεις

Κι έγινε αέρας κενός και παγωμένος

Ελαφριά ομίχλη σκόνης αστρικής

Η βαρύτητα έπεσε σε μαύρη τρύπα

Και κατακρημνίστηκε στην άβυσσο

Στο χάος μιας επόμενης δυνατότητας.

 

Τότε ο Άτλας απελευθερωμένος

Κατέβηκε απ’ την οροσειρά του

Και πήγε στη δική του θάλασσα

Ξάπλωσε στην αμμούδα της Εζαουΐρα

Ανάμεσα στους χίπηδες, τους ροκάδες των sixties

Πήρε βαθιές και ηδονικές ανάσες

Σε κάθε εισπνοή ρουφούσε τον ωκεανό

Και φαινόταν ο πάτος του γυμνού βυθού

Σε κάθε εκπνοή διαπλανητικό τσουνάμι

 

Ο Άρχων, ο Γίγαντας, το Βουνό.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.