Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠοίηση

Βάσω Καρακώστα: ένα ποίημα

ΣΑΡΑΝΤΑΠΕΝΤΕ ΣΤΡΟΦΕΣ


Μια μέρα καθώς έριχνε λέει να σκοτώσει
ο ουρανός με σταυρωτό χαλάζι
κι έτρεχε όλο σώμα έτρεχε η Κλειώ
σαν άλογο το φράχτη να πηδήσει
μπας κι από τα πετροβολητά σωθεί
πριν πέτρα κι αυτή γίνει τους άκουσε
που πιάσανε για τον καιρό κουβέντα.
Το πρόσωπό της τσίγκινο έμεινε
βαθουλωμένο δεξιά, βαθουλωμένο αριστερά
και κοίταζε το δρόμο.
Μπροστά, μια πικραλίδα βούρδουλας
αψιδωτή για καλωσόρισμα
της ενοχής σ’ όποια χαρά περνούσε
Πίσω, μυρώνι πόζαρε της ψευδομαρτυρίας
φτιάχνοντας ολόισια χωρίστρα
Και δίπλα η αγριοβαμβακιά
αχόρταγη στα αίματα μονοκαλλιεργούσε
της λαϊκής την πιο καλή φωνή
-Εδώ, εδώ είναι τα καλύτερα!
Περάστε όλα προς χρήσιν!
Μαδούσαν τα κεφάλια τους και έραιναν
το δρόμο με κόκκινο των αλεπούδων τρίχωμα
Ίδιο με χαρτοπόλεμο που το μυαλό του
σκάει από τις υψηλές των φόβων τις θερμότητες
Και συγκαμένοι από τη μάλλινη επώαση
αυγών καχυποψίας είδε η Κλειώ
πώς κίτρινο τον κρόκο εκσφενδόνιζαν
σε διπλανού κεφάλι για να το πάρουν
όχι στο λαιμό, μα στο μυαλό τους μέσα
Κι ύστερα, όπως δίνει το ρυθμό
με γδούπο η σφραγίδα, σε σάρκα μία
είδε τη ζαρζαβατοπομπή να ενώνεται
με κάποια του δήμου μπάντα.
Να χάνεται μες στα στενά..
Εκείνη, πιο τσίγκος απ’ τα τσίγκινα
κύλαγε βαρελίσια και ζήταγε έναν κατιφέ
να βάλει στην κοιλιά της μπας και την πέψη
γλίτωνε από την ταραχή της.
Κλειώ! Φώναξε τότε ο χορευτής
σαρανταπέντε φέρνοντας στροφές
σαν τα παλιά δισκάκια.
Ξύπνησε πορτοκαλί χωρίς να ξέρει ώρα
όπως κι ο ήλιος αγνοεί ανατολή και δύση.
Της έφερε νερό να πιει. Νερό απ’ το πηγάδι
που βγάζει τη χρυσή τομή
Το φ από του φάρυγγα τα πιο στενά φαράγγια
Το φ από τη φτέρη του φτερού που πελεκάει καλάμια
Κι η γη να περιστρέφεται..
Και τ’ ουρανού τ’ απόσπασμα να σιγοτραγουδάει..

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.