Loading...
Μητρική γλώσσα

Γεωργία  Παπαδάκη: ΓΟΗΣ  

       Η λέξη αυτή, που σήμερα δηλώνει τον άνθρωπο ο οποίος σαγηνεύει με την ομορφιά του και την ακτινοβολία του, στην αρχαία ελληνική είχε διαφορετικές σημασίες.

       Κατ’ αρχάς, το ουσιαστικό γόης-τος () είναι παράγωγο του ρήματος γοάω-ῶ= θρηνώ γοερά και σημαίνει κατά λέξη αυτόν που θρηνεί κραυγάζοντας. Επειδή, δε, με γοερές κραυγές ψάλλονταν μαγικές επωδές με τις οποίες γίνονταν επικλήσεις υπερφυσικών δυνάμεων, η λέξη απέκτησε την έννοια του μάγου. Ανάλογη σημασία είχαν και τα παράγωγά της, γοητεύω= ασκώ μαγεία, γοητεία= μαγεία, γοητευτικός= έμπειρος σε μαγικά τεχνάσματα (εξού οι δημοτικές λέξεις γητεύω, γητευτής, γήτεμα, γητειά, των  οποίων η αρχική έννοια εμπεριέχει το στοιχείο της μαγείας).

       Ο Ηρόδοτος γράφει για έναν λαό γειτονικό των Σκυθών, τους Νευρούς ‒ τοποθετούνται μεταξύ των ποταμών Δνείπερου και Δνείστερου ‒: Κινδυνεύουσι δὲ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι γόητες εἶναι. Δηλαδή: « Οι άνθρωποι αυτοί φαίνεται να είναι μάγοι». Και αυτό το βασίζει, όπως λέει, στους Σκύθες και τους ΄Ελληνες που κατοικούν στη Σκυθία, οι οποίοι ισχυρίζονται πως μία φορά τον χρόνο κάθε Νευρός γίνεται για λίγες μέρες λύκος και κατόπιν ξαναγυρνά στη φυσική του μορφή.1

       Η δεύτερη σημασία της λέξης γόης ήταν απατεώνας. Και με αυτή την έννοια τη συναντούμε εδώ σε έναν λόγο του ρήτορα Δείναρχου, τον Κατὰ Δημοσθένους.

        Ο Δείναρχος (366-292 π.Χ.) είναι ο τελευταίος των αττικών ρητόρων του  Κανόνα,2 τόσο από άποψη χρονολογίας όσο και αξίας. Γεννήθηκε στην Κόρινθο και έζησε στην Αθήνα ασκώντας το επάγγελμα του λογογράφου.3 ΄Ακμασε μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, όταν κυβερνούσε στην Αθήνα ο Δημήτριος ο Φαληρέας, με τον οποίο ανέπτυξε σχέσεις φιλίας. Από τους πολλούς λόγους του  διασώθηκαν ώς τις μέρες μας τρεις, ο ένας προσωπικά κατά του Δημοσθένη. Οι λόγοι του Δείναρχου στερούνται χάρης και πρωτοτυπίας, και χαρακτηρίζονται  από την τραχύτητα και σφοδρότητα του ύφους του. Παρόλο που υπήρξε πολιτικός αντίπαλος του Δημοσθένη, μιμήθηκε τους λόγους του, γι’ αυτό ονομάστηκε «κρίθινος Δημοσθένης», ως αποτυχημένος μιμητής του. Με την εκδίωξη του προστάτη του, του Δημήτριου του Φαληρέα, από την αρχή της πόλης ύστερα από την επικράτηση του Δημήτριου του Πολιορκητή, διέφυγε στη Χαλκίδα. Μετά από διαμονή εκεί 15 χρόνων, αμνηστεύθηκε και επέστρεψε στην Αθήνα.

       Ο λόγος Κατὰ Δημοσθένους, ο οποίος δεν εκφωνήθηκε από τον Δείναρχο, εφόσον ως μέτοικος4 δεν είχε το δικαίωμα, αλλά από έναν άγνωστο σ’ εμάς ομιλητή και κατήγορο του Δημοσθένη, σχετίζεται, όπως και οι δύο άλλοι σωζόμενοι λόγοι του, με το σκάνδαλο του Άρπαλου, που ξέσπασε το 324 π. Χ. και στο οποίο κατηγορήθηκε ότι είχε εμπλοκή και ο Δημοσθένης.

       Ο Άρπαλος ήταν Μακεδόνας, φίλος και ταμίας του Αλέξανδρου. Διέμενε στη Βαβυλώνα, καταχράστηκε το μεγάλο ποσό των 5.000 ταλάντων από το θησαυροφυλάκιο και διέφυγε με αυτό στην Αθήνα, όπου με ένα μέρος του δωροδόκησε Αθηναίους πολιτικούς, μεταξύ αυτών και τον Δημοσθένη ‒ άγνωστο για ποιο σκοπό.

     Ο Δείναρχος στον λόγο του επιτίθεται με σφοδρότητα κατά του τελευταίου, εναντίον του οποίου διατύπωσε διάφορες κατηγορίες, πέραν της βασικής ότι έλαβε τα χρήματα. Το δικαστήριο τελικά καταδίκασε τον Δημοσθένη σε πρόστιμο 5 ταλάντων, ο ρήτορας φυλακίστηκε γιατί δεν είχε να τα πληρώσει, δραπέτευσε και έφυγε στην Τροιζήνα. ΄Όμως μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, γύρισε στην Αθήνα θριαμβευτικά.

     Σε κάποιο σημείο, λοιπόν, γράφει ο Δείναρχος για τον Δημοσθένη:

   

            Γόης οὗτος, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ μιαρὸς ἄνθρωπός ἐστι,

           καὶ οὔτε τῷ γένει τῆς πόλεως πολίτης οὔτε τοῖς πεπολιτευμένοις

          αὐτῷ καὶ πεπραγμένοις.

 

                                           Σε μετάφραση

 

           Αγύρτης είναι, άνδρες Αθηναίοι, και σιχαμερός ο άνθρωπος αυτός,

         και ούτε από την καταγωγή του5 ούτε από τις πολιτικές ενέργειες

         και πράξεις του είναι πολίτης τούτης της πόλης.

 

Ηθικόν δίδαγμα: Προσοχή στους γόητες και στις γόησσες, εφόσον και από γλωσσολογική άποψη επιβεβαιώνεται το ενυπάρχον στη σαγήνη τους στοιχείο της απάτης. Η απο-γοήτευση καραδοκεί.

  
1) Οι δοξασίες για ανθρώπους που μεταμορφώνονται σε λύκους, για λυκάνθρωπους, είναι ευρύτατα διαδεδομένες στον κόσμο. Στην αρχαία Ελλάδα μια τέτοια δοξασία απαντά στον αρκαδικό μύθο του Λυκάονα, του βασιλιά των Αρκάδων, που κάποτε θυσίασε ανθρώπινο βρέφος στον βωμό του Λυκαίου Διός και αμέσως τιμωρήθηκε από τους θεούς και μεταμορφώθηκε σε λύκο.
2) Βλ. κείμενό μας της 8ης Ιανουαρίου τρέχοντος έτους για τη λέξη «προίκα», σχ. 3.
3) Ό. π. σχ. 5.  
4) ΄Ο. π. σχ. 4.
5) Η μητέρα του Δημοσθένη, σύμφωνα με ορισμένους, είχε απώτερη καταγωγή σκυθική.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.