Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Γεωργία Παπαδάκη:  ΕΛΛΑΣ   ‒  ΕΛΛΗΝΕΣ  ‒  ΓΡΑΙΚΟΙ

        Τα πανάρχαια ονόματα Ἑλλὰς και Ἕλληνες, για την ετυμολογία των οποίων έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες χωρίς ωστόσο καμία να είναι αδιαμφισβήτητη, απαντούν για πρώτη φορά στον Όμηρο, όπου το μεν πρώτο ταυτίζεται με πόλη της Θεσσαλίας και την πέριξ αυτής χώρα, που μαζί με τη Φθία1 αποτελούσε το βασίλειο του Πηλέα και του Αχιλλέα, το δε Ἕλληνες είναι δηλωτικό των στρατιωτών του Αχιλλέα. Συγκεκριμένα, στη ραψωδία Β της Ιλιάδας και στον Κατάλογο νεῶν,2 ο ποιητής λέει για την Ελλάδα και τους Έλληνες:             

  όσοι τη Φθία κατοικούσανε και την Ελλάδα που ’χει τις όμορφες γυναίκες

 λέγονταν Μυρμιδόνες και Έλληνες και Αχαιοί,

 και των πενήντα πλοίων τους ήταν ο Αχιλλέας αρχηγός.

         Στην Οδύσσεια το Ἑλλὰς δηλώνει τη Στερεά Ελλάδα σε αντίθεση προς την Πελοπόννησο και, μετά τον Όμηρο, γίνεται πλέον καθολικό όνομα αναφερόμενο σε όλες τις περιοχές όπου κατοικούσαν Έλληνες, τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα, όσο και στις αποικίες της Μ. Ασίας. Παράλληλα, αναπτύσσεται πανελλήνια εθνική συνείδηση με ενωτικό κρίκο όλων των Ελλήνων, και της κυρίως Ελλάδας και της διασποράς, την ελληνική γλώσσα (και ας υπήρχαν διαλεκτικές διαφορές), τη θρησκεία, τα ήθη. Τα έπη του Ομήρου έγιναν το εθνικό τους έπος, και η εκστρατεία των Ελλήνων εναντίον της Τροίας θεωρήθηκε ως πανελλήνια επιχείρηση.

     Αυτή η κοινή εθνική συνείδηση εκφράζεται ανάγλυφα και στο επίγραμμα του Σιμωνίδη που χάραξαν οι Έλληνες μετά τη μάχη των Πλαταιών ‒ μάχη η οποία  έκρινε οριστικά τη σύγκρουσή τους με τους Πέρσες ‒επάνω στον βωμό του Ελευθερίου Διός που ανήγειραν στο πεδίο της μάχης: 

               Τόνδε ποθ’ Ἕλληνες νίκας κράτει ἔργῳ Ἄρηος

             Πέρσας ἐξελάσαντες ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι κοινὸν

             ἱδρύσαντο Διὸς βωμὸν ἐλευθερίου.

 

                                         Σε μετάφραση

 

       Κάποτε με τη δύναμη της νίκης σε σύγκρουση πολεμική

      οι Έλληνες, αφού τους Πέρσες έδιωξαν,

      ετούτον τον βωμό στον Δία ίδρυσαν τον Ελευθερωτή,

      κοινός να είναι της ελεύθερης Ελλάδας.                         

     Σύμφωνα με μία άλλη αρχαία παράδοση, τα ονόματα Ἑλλὰς ‒ Ἕλληνες συνδέονται με τους Σελλοὺς ή Ἑλλούς, όπως λέγονταν οι ιερείς του μαντείου του Δία στη Δωδώνη και γενικώς οι κάτοικοι της γύρω περιοχής, γι’ αυτό και έχει διατυπωθεί η άποψη ότι τα δύο εθνικά μας ονόματα προήλθαν ετυμολογικά από την παραπάνω ονομασία του λαού της Θεσπρωτίας. Αυτή η παράδοση οδήγησε τον Αριστοτέλη να υποστηρίξει στα Μετεωρολογικά του ότι αρχικά Ἑλλὰς ήταν το όνομα της περιοχής γύρω από τη Δωδώνη και τον Αχελώο, ορίζοντάς την έτσι ως την αρχική πατρίδα των Ελλήνων.3

    Κατά μία άλλη πάλι εκδοχή, το Ἑλλὰς συνδέεται με τις λέξεις σέλας, σελήνη, λέξεις που σχετίζονται με το φως, και σημαίνει «ηλιόλουστη».

       Ο μύθος, πάντως, μιλάει για τον ήρωα Ἕλληνα τον οποίο θεωρεί γενάρχη των Ελλήνων, και την αρχαιότερη σχετική μαρτυρία τη βρίσκουμε σε ένα απόσπασμα του Ησίοδου ( τέλη 8ου αι. π. Χ.), όπου διαβάζουμε ότι 

           από τον Έλληνα, τον φιλοπόλεμο το βασιλιά,  γεννήθηκαν ο Δώρος και ο Ξούθος και ο αρματομάχος  Αίολος. […]

     Ολοκληρωμένος ο μύθος μάς παραδίδεται από τη Βιβλιοθήκη, έργο του 1ου – 2ου αι. μ. Χ αποδιδόμενο στον Απολλόδωρο. Εκεί ο συγγραφέας λέει ότι ο Ἕλλην ήταν γιος της Πύρρας και του Δευκαλίωνα ή του Δία, ότι από τη Νύμφη Ορσηίδα απέκτησε τους τρεις παραπάνω γιους, ότι από τον Δώρο πήραν το όνομα οι Δωριείς και από τον Αίολο οι Αιολείς. Όσο για τον Ξούθο, αυτός απέκτησε από την Κρέουσα, την κόρη του Ερεχθέα, του βασιλιά της Αθήνας, τον Αχαιό και τον Ίωνα, από τους οποίους ονομάστηκαν οι Αχαιοί και οι Ίωνες.

        Αρχαίοι Έλληνες: ένας λαός προοδευτικός, φιλοπερίεργος, πολυμήχανος, δημιουργός του πρώτου ευρωπαϊκού ορθολογισμού, χωρίς ποτέ ωστόσο να χάσει «τη βαθιά και εναργή συνείδηση της δύναμης, του θάμβους αλλά και του κινδύνου που έχει το Παράλογο»· άνθρωποι έντονα ερωτικοί, με απέραντη αγάπη στην άμιλλα και με σύμπλεγμα ανωτερότητας απέναντι στους βαρβάρους.4

     Είναι χαρακτηριστική η ρήση που αποδίδεται στον Θαλή, κατ’ άλλους στον Σωκράτη:

       Ἔφασκε γάρ, φασί, τριῶν τούτων ἕνεκα χάριν ἔχειν τῇ Τύχῃ·

      πρῶτον μὲν ὅτι ἄνθρωπος ἐγενόμην καὶ οὐ θηρίον,

      εἶτα ὅτι ἀνὴρ καὶ οὐ γυνή, τρίτον ὅτι Ἕλλην καὶ οὐ βάρβαρος.

                                      Σε μετάφραση

      Λένε πως για τρία πράγματα υποστήριζε

     ότι χρωστάει ευγνωμοσύνη στην Τύχη, τα εξής:

     πρώτον, γιατί, όπως έλεγε, γεννήθηκα άνθρωπος και όχι θηρίο,

     κατόπιν, γιατί γεννήθηκα άντρας και όχι γυναίκα

     και τρίτον, γιατί γεννήθηκα Έλληνας και όχι βάρβαρος.

          Όσον αφορά στην ονομασία των Ελλήνων Γραικοί,5 που κυριάρχησε στην προεπαναστατική Ελλάδα, είναι και αυτή πανάρχαια και επίσης άγνωστης ετυμολογίας.

        Κατά την αρχαία παράδοση έτσι ονομάζονταν αρχικά οι Έλληνες. Ο Απολλόδωρος  προσθέτει στα παραπάνω ότι « ο Έλλην ονόμασε από τον εαυτό του τους Έλληνες, αυτούς που μέχρι τότε τους έλεγαν Γραικούς και μοίρασε στα παιδιά του τη χώρα». Και ο Αριστοτέλης στα Μετεωρολογικά του, συνεχίζοντας την πληροφόρησή του για την περιοχή της Δωδώνης στην οποία αναφερθήκαμε, γράφει ότι εκεί κατοικούσαν οι Σελλοί και

                     οἱ καλούμενοι τότε μὲν Γραικοί, νῦν δὲ Ἕλληνες.

         Ο Ησίοδος, τέλος, παραδίδει ότι γενάρχης των Γραικῶν ήταν ο «πολεμόχαρος Γραῖκος», γιος του Δία και της Πανδώρας, κόρης του Δευκαλίωνα.

         Οι Γραικοὶ έγιναν γνωστοί στους Ιταλούς, κατά μία άποψη ως κάτοικοι της ευβοϊκής πόλης Γραίας, καθώς οι Γραῖοι Γραικοὶ) συμμετείχαν με άλλους Ευβοείς στην ίδρυση της πρώτης ελληνικής αποικίας στη Δύση, των Πιθηκουσσών, στο νησάκι απέναντι από τη Νεάπολη (σημ. ΄Ισκια) και ακολούθως της Κύμης στην Καμπανία (περ. 750 π. Χ.). Οι Ιταλοί τούς ονόμασαν Graeci, ονομασία που επεκτάθηκε και σε όλους τους ελληνόφωνους αποίκους, από την οποία προήλθαν και οι αντίστοιχες λέξεις των νεότερων ευρωπαϊκών γλωσσών για την Ελλάδα και τους ΄Ελληνες ‒ GreekGreece, GrecGrèce κ.λπ.

        Στους ελληνιστικούς χρόνους ο όρος Γραικο απαντά παράλληλα προς το  Ἕλληνες, όπως και στη ρωμαϊκή εποχή ‒ οι Ρωμαίοι, επιπλέον, χαρακτήριζαν περιφρονητικά Γραικύλους (Graeculi) τους περισσότερους συγκαιρινούς τους ΄Ελληνες, λόγω της συχνά δουλικής τους συμπεριφοράς προς επιφανείς Ρωμαίους. 

 

Σημειώσεις:

 

1) Επίσης θεσσαλική πόλη, η πατρίδα του Αχιλλέα.
2) Για τον Κατάλογο νεῶν βλ. το κείμενό μας της 13ης Νοεμβρίου 2017 με θέμα το επίθετο ἀργυροδίνης.
3) Αλλά και σύμφωνα με τα πορίσματα της σύγχρονης έρευνας, στην περιοχή της Ηπείρου, στη δυτική Μακεδονία και στη βορειοδυτική Θεσσαλία τοποθετείται η εγκατάσταση των πρώτων ελληνικών φύλων που ήρθαν από τον βορρά ανάμεσα στα 2200 και 1900 π. Χ.  Στη συνέχεια, κατά το 1900 π. Χ., μεγάλες μάζες από αυτόν τον κύριο όγκο των Πρωτοελλήνων εξαπλώθηκαν στη Θεσσαλία και στη νότια ηπειρωτική Ελλάδα. Αλλά και τα ελληνικά φύλα που κατέκλυσαν την Ελλάδα πολύ αργότερα, μετά το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής ( μετά το 1150 π.Χ. ), πάλι από την Πίνδο και την ΄Ηπειρο ξεκίνησαν.
4) Βάρβαρος: ονοματοποιημένη λέξη από τον ήχο βαρ-βαρ με τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες απέδωσαν το βαρύ, τραχύ άκουσμα που είχαν από τις γλώσσες που μιλούσαν οι ξένοι λαοί και τις οποίες δεν κατανοούσαν. Στην αρχή λοιπόν σήμαινε αυτόν που μιλούσε ακατανόητα και συν τω χρόνω τον αλλόφυλο, τον μη Έλληνα ‒ με υποτιμητική χροιά.
5) Μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, οπότε το όνομα Έλληνας απέκτησε την έννοια του ειδωλολάτρη, του εθνικού, ο όρος Γραικοὶ  χρησιμοποιήθηκε στο Βυζάντιο κυρίως από τους Δυτικούς για να δηλώσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς· οι ίδιοι οι Βυζαντινοί τον χρησιμοποίησαν παράλληλα με τα ονόματα Ρωμαίος (ο υπήκοος του Ρωμαϊκού κράτους ), Ρωμιός, αλλά ελάχιστα. Η ονομασία διατηρήθηκε ώς την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους, οπότε αντικαταστάθηκε από το Έλληνας, που επέστρεψε ως εθνώνυμο.   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.