Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Γεωργία Παπαδάκη: ΜΕΛΙΗΔΗΣ

     Μια ομορφοφτιαγμένη σύνθετη λέξη της αρχαίας Ελληνικής είναι το επίθετο μελιηδής-ές. ΄Εχει σχηματιστεί από το ουσιαστικό μέλι και το επίθετο ἡδύς1 = γλυκός, και σημαίνει « αυτός που είναι γλυκός σαν μέλι » ‒ τι κρίμα, στο διάβα των αιώνων να μην είναι πια σε χρήση η ωραία αυτή λέξη, και να αποδίδουμε περιφραστικά την έννοιά της!

    Πρόκειται για μία από τις πολλές μελωδικές λέξεις που έπλασε η αρχαία ελληνική γλώσσα με το ίδιο πρώτο συνθετικό: μελίγλωσσος ( μελίγλωσσος ἀηδών), μελίπνοος (αυτός που αποπνέει οσμή μελιού και μεταφορικά αυτός που εκπέμπει γλυκιά φωνή, όπως Μοῦσα μελίπνοος), μελισταγής (αυτός που στάζει μέλι, ‒ κυριολεκτικά και μεταφορικά, λ. χ. μελισταγὲς στόμα), μελίφρων ( αυτός που γλυκαίνει την καρδιά, όπως ο ὕπνος, ο οἶνος ), μελίρρυτος (αυτός από τον οποίο ρέει μέλι ‒ μελιρρύτους ποταμοὺς τῆς σοφίας αποκαλεί ο υμνωδός τούς Τρεις Ιεράρχες) κ. ά.

   Παρακάτω θα δούμε τη λέξη μελιηδής σε ένα μικρό απόσπασμα από την Οδύσσεια του Ομήρου.

     Το μέλι με τη μεγάλη θρεπτική αξία του είναι μία από τις πιο διαλεχτές, αλλά και τις πιο αρχαίες τροφές του ανθρώπου. Στην Ελλάδα είναι γνωστό ήδη στους προϊστορικούς χρόνους ‒ ως meri απαντά στις πινακίδες της Γραμμικής Β.

΄Ηταν τροφή για τα μωρά, χρησίμευε για γλυκίσματα και ποτά, για φαρμακευτικούς σκοπούς και ως προσφορά στους θεούς και στους νεκρούς ‒ θεωρούνταν σύμβολο του θανάτου. Το χρησιμοποιούσαν επίσης στη συντήρηση τροφίμων, αλλά και σε ένα είδος ταρίχευσης του νεκρού (πανάρχαιος τρόπος γνωστός στον μεσογειακό κόσμο). Λέγεται ότι το μέλι άρεσε στον Δημόκριτο και ότι, όταν κάποτε ρωτήθηκε πώς μπορεί κανείς να είναι υγιής, απάντησε « αν τα μέσα του τα βρέχει με μέλι, και τα έξω του με λάδι». Κατά δε τον Αριστόξενο,2 η τροφή των πυθαγορείων ήταν το ψωμί με μέλι, και όσοι γευμάτιζαν πάντα με αυτά είχαν ανοσία.  

   Περίφημο ήταν το αττικό μέλι. Προερχόταν κυρίως από τον Υμηττό, το μελισσοβούνι της Αττικής με τη χαμηλή βλάστηση και τα αρωματικά φυτά, ιδίως το θυμάρι, τὸ θύμον των αρχαίων ( ο Αριστοτέλης λέει πως το θυμαρίσιο μέλι ξεχωρίζει αμέσως από τη γλύκα και την πυκνότητά του). Ο φημισμένος γαστρονόμος του 4ου αι. π. Χ., ο Αρχέστρατος, γράφει σε ένα ποίημά του:

         […] ΄Όμως την πίτα τη φτιαγμένη στην Αθήνα, αυτή να την τιμάς.

                 Διαφορετικά, εάν την έχεις πάρει απ’ αλλού,

                 πήγαινε κι αναζήτησε μέλι της Αττικής,

                 γιατί ετούτο είναι που την κάνει να το ’χει πάρει πάνω της.

Και ο Πετρώνιος στο Σατυρικὸν του λέει για έναν ήρωα του μυθιστορήματός του ότι «για να έχει δικό του μέλι Υμηττού, έφερε μέλισσες από την Αττική».

    Επιστρέφουμε στο απόσπασμα της Οδύσσειας με το επίθετο μελιηδής.

Στη ραψωδία ι ο Οδυσσέας ιστορεί στους Φαίακες τις περιπέτειές του και μιλώντας τους για τη χώρα των Λωτοφάγων τούς λέει ότι, όταν έφθασαν εκεί, έστειλε τρεις άντρες του να πάνε να μάθουν για τους κατοίκους του τόπου. Αυτοί συνάντησαν τους Λωτοφάγους που τους έδωσαν να φάνε λωτό.3

Ακολουθούν οι στίχοι στο πρωτότυπο (στ.94-97):

 

             Τῶν δ’ ὅς τις λωτοῖο φάγοι μελιηδέα καρπόν,

             οὐκέτ’ ἀπαγγεῖλαι πάλιν ἤθελεν οὐδὲ νέεσθαι,

             ἀλλ’ αὐτοῦ βούλοντο μετ’ ἀνδράσι Λωτοφάγοισιν

             λωτὸν ἐρεπτόμενοι μενέμεν νόστου τε λαθέσθαι.

 

                                  Σε μετάφραση

 

               Κι εκείνος απ’ αυτούς που του λωτού θα ’τρωγε τον καρπό,

             καρπό γλυκό σαν μέλι, πίσω δεν ήθελε μαντάτο πια να φέρει

             μηδέ στον τόπο του να επιστρέψει,

             μα είχαν την επιθυμιά  να μένουνε εκεί,

             λωτό αντάμα με τους Λωτοφάγους άντρες τρώγοντας,

             και να ξεχάσουνε τον γυρισμό τους στην πατρίδα.

 

        Μελιηδής είναι για τον ΄Ομηρο και ο οἶνος και μεταφορικά και ο ὕπνος, αλλά και ο νόστος,4 η επιστροφή του ξενιτεμένου στην πατρίδα του. Είναι πολύ γλυκό το νόστιμον ἧμαρ, η ημέρα της επιστροφής στη γενέθλια γη. Γι’ αυτό, ήδη στους μεταγενέστερους χρόνους της αρχαιότητας, το επίθετο νόστιμος από την έννοια της ευχαρίστησης του γυρισμού στην πατρίδα απέκτησε τη σημερινή σημασία αυτού που έχει ευχάριστη γεύση.

        Πόσο συναρπαστική είναι η μελέτη αυτής της υπέροχης γλώσσας, της ελληνικής!

 

 
1) Βλ. πρόσφατο κείμενό μας με θέμα το επίθετο ἡδύπνοος (5/9/’20).
2) Ο Αριστόξενος καταγόταν από τον Τάραντα της νότιας Ιταλίας, ήταν μουσικός και φιλόσοφος και έζησε γύρω στα 330 π. Χ. Υπήρξε μαθητής του Αριστοτέλη.
Είναι γνωστός ως θεωρητικός της μουσικής, και η προσφορά του συνίσταται στο ότι αυτός δημιούργησε πιο σωστή αντίληψη για την πραγματική ουσία της ίδιας της μουσικής, δημιούργησε την αισθητική της μουσικής. Απέδωσε σημασία στη μελωδική γραμμή, θεωρώντας αυτήν όχι ως σύνολο μεμονωμένων φθόγγων αλλά ως καλλιτέχνημα. Διαφοροποιείται έτσι από τους πυθαγορείους, γιατί θέτει ως κριτήριο της μουσικής την ακοή και όχι τις μαθηματικές σχέσεις.
3) Λωτός: όνομα διαφόρων φυτών και δέντρων. Ο μαγικός  λωτός της Οδύσσειας παραμένει απροσδιόριστος, πάντως δεν πρόκειται για το φρούτο που είναι σήμερα γνωστό με αυτό το όνομα.
4) Από το ουσιαστικό νόστος και το ρήμα ἀλγῶ (← ἄλγος= πόνος ) σχηματίστηκαν στους νεότερους χρόνους οι λέξεις νοσταλγός, νοσταλγία, νοσταλγώ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.