Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Γεωργία Παπαδάκη: ΝΟΜΟΣ

       Το ουσιαστικό νόμος παράγεται από το ρήμα νέμω, του οποίου βασικές έννοιες είναι α) μοιράζω, απονέμω σε κάποιον κάτι· β) έχω, κατέχω· γ) διοικώ και δ) με ποιμενικό περιεχόμενο, βόσκω.

       Νόμος1 λοιπόν κατά λέξη σημαίνει ό, τι απονέμεται στον καθένα, ό,τι κατέχει και χρησιμοποιεί κάποιος ως μερίδιό του. Από αυτή τη σημασία προήλθε η έννοια της συνήθειας, του εθίμου, δηλαδή της θείας ή ηθικής επιταγής που έχει καθολικό κύρος, και κατ’ επέκταση του γραπτού κανόνα δικαίου που τίθεται από την πολιτεία.

      Για τους αρχαίους Έλληνες ο νόμος δεν είχε την ίδια ακριβώς έννοια που έχει για μας· περιελάμβανε κανόνες  θρησκευτικούς και κοσμικούς, άγραφους και γραπτούς, καθώς έδιναν μεγάλη σημασία στο πανάρχαιο εθιμικό δίκαιο, που είχε πανελλήνιο χαρακτήρα και ήταν όμοιο και σχεδόν κοινό σε όλες τις ελληνικές πόλεις.

      Στην πρωτόγονη εποχή και στα πρώτα χρόνια του ελληνικού δικαίου ( από τον 15ο αι. π. Χ. μέχρι την εποχή των μεγάλων νομοθετών και των γραπτών νομοθεσιών, 7ος αι. π. Χ.), η πρώτη μορφή του νόμου ήταν το έθιμο, εθιμικοί κανόνες ηθικής και δικαίου, άγραφοι. Αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται διατάξεις που θεσπίζονταν από κάποιον ανώτατο άρχοντα και στη συνέχεια από τα νομοθετικά όργανα της πόλης, διατάξεις που ονομάστηκαν «νόμοι», άγραφοι στην αρχή και αυτοί.

    Στη μακρινή αυτή περίοδο ο Έλληνας πίστευε στη θεϊκή προέλευση των νόμων (νομοθεσία του Μίνωα, του Λυκούργου, του ημιμυθικού Σπαρτιάτη νομοθέτη, περ. 8ος αι. π.Χ.), και ίσως γι’ αυτό σεβόταν πάντα τον Νόμο και στα κελεύσματά του υπάκουε πρόθυμα, ακόμη και όταν το δίκαιο αποδεσμεύτηκε από τη θρησκεία.

    Με την πάροδο του χρόνου, οι γραπτοί νόμοι κέρδιζαν συνεχώς έδαφος, χωρίς  ωστόσο ποτέ να εξοβελίσουν το παλαιό εθιμικό δίκαιο, που επιβίωνε παράλληλα. Και καθώς οι νόμοι ορίζονταν πλέον από τους ίδιους τους πολίτες, έδιναν στον Έλληνα την αξία του ελεύθερου ανθρώπου σε σχέση με τους βαρβάρους που εξουσιάζονταν από έναν δυνάστη.

    Απέναντι στην ανυπακοή στους νόμους που χαρακτηρίζει εν πολλοίς τον σύγχρονο Έλληνα, παραθέτουμε τα λόγια και τις ρήσεις κάποιων μακρινών προγόνων μας για προβληματισμό.

     Όταν ο Ξέρξης ξεκινούσε την εκστρατεία του κατά της Ελλάδας, κάλεσε τον Σπαρτιάτη Δημάρατο2 και του ζήτησε πληροφορίες για τους Έλληνες. Και εκείνος, αναφερόμενος στους Σπαρτιάτες, μεταξύ των άλλων του είπε: «Αν και είναι ελεύθεροι, δεν είναι ελεύθεροι σε όλα· γιατί από πάνω τους υπάρχει ένας αφέντης, ο νόμος, που τον φοβούνται πολύ περισσότερο απ’ ό,τι εσένα οι υπήκοοί σου».

    Περνώντας στη δημοκρατική Αθήνα, θέλουμε να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι οι Αθηναίοι πίστευαν πως ο νόμος αποτελούσε ένα από τα σταθερά θεμέλια, αλλά και τη σπουδαιότερη εγγύηση της δημοκρατίας τους· γι’ αυτούς ο νόμος και η δημοκρατία έγιναν έννοιες αλληλένδετες.

    Κατ’ αρχάς ο Σωκράτης. Ο Αθηναίος φιλόσοφος, συζητώντας με τον φίλο του, τον Κρίτωνα3 ‒ στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο ‒ μέσα στο δεσμωτήριο όπου περιμένει την εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης του δικαστηρίου και απορρίπτοντας την πρόταση του τελευταίου να δραπετεύσει, αναλύει τους λόγους της άρνησής του και σε κάποιο σημείο τού λέει: […] « Μα έλα και σκέψου τούτο: Αν έρθουν εδώ τη στιγμή που είμαστε έτοιμοι να δραπετεύσουμε ή, όπως αλλιώς θες να το πεις, οι νόμοι και οι πολίτες και σταθούν μπροστά μας και ρωτήσουν: « Για πες μου, Σωκράτη, τι έχεις στον νου σου να κάνεις; Κάτι άλλο ή μήπως μ’ αυτό που πας να διαπράξεις σκέφτεσαι κ α ι εμάς τους νόμους να καταστρέψεις κ α ι ολόκληρη την πόλη, όσο περνάει απ’ το χέρι σου; ΄Η νομίζεις ότι μπορεί να υπάρχει ακόμη και να μην έχει αφανιστεί η πολιτεία εκείνη στην οποία οι δικαστικές αποφάσεις δεν έχουν καμία ισχύ, αλλά καθίστανται άκυρες και ανατρέπονται από απλούς πολίτες;» […] Και ο Σωκράτης ήπιε τελικά το κώνειο, καθιστώντας την ίδια του τη ζωή το τίμημα της προσωπικής του ελευθερίας και του σεβασμού του στη νομιμότητα  της λειτουργίας των θεσμών της πατρίδας του.

      Ο Ισοκράτης σε έναν λόγο του γράφει: « Πιστεύω πως όλοι συμφωνούν ότι οι νόμοι είναι η πηγή των περισσότερων και μεγαλύτερων αγαθών για τη ζωή του ανθρώπου».

     Ο Δημοσθένης είπε πως «οι νόμοι είναι η ψυχή της πολιτείας. ΄Όπως δηλαδή ακριβώς το σώμα, όταν στερηθεί την ψυχή, σωριάζεται κάτω, έτσι και η πολιτεία, όταν δεν υπάρχουν νόμοι, καταστρέφεται». Και στον Κατ’ Ἀριστογείτονος Α  λόγο του σημειώνει: « Αν οι νόμοι καταλυθούν και δοθεί στον καθένα η εξουσία να κάνει ό, τι θέλει, όχι μόνο η πολιτεία αφανίζεται, αλλά και η ζωή μας σε τίποτε δεν θα διαφέρει από τη ζωή των θηρίων».

     Και στους Νόμους του Πλάτωνα διαβάζουμε: « Σχετικά με την πόλη και τους πολίτες, είναι μακράν ο πιο ξεχωριστός αυτός που αντί για νίκες στην Ολυμπία και σε όλους τους αγώνες, πολεμικούς και ειρηνικούς, θα προτιμούσε τη φήμη της υπηρέτησης των νόμων της πατρίδας του, ότι δηλαδή στη ζωή του τους υπηρέτησε καλύτερα απ’ όλους τους ανθρώπους».

   Κατά τον Ηράκλειτο: « Ο λαός πρέπει να αγωνίζεται για τον νόμο, όπως μάχεται για τα τείχη της πόλης του».

    Ο Λακεδαιμόνιος Χί(ει)λων, ένας από τους επτά σοφούς της Αρχαιότητας 

( 6ος αι. π. Χ.), παραδίδεται πως δήλωσε ότι « η καλύτερη πολιτεία είναι εκείνη στην οποία δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στους νόμους και λιγότερο στα λόγια των ρητόρων».

 

   Όλες οι παραπάνω ρήσεις με τη σοφία τους, σήμερα, κατά κανόνα, μας αγγίζουν περισσότερο ως θεωρητικά αξιώματα παρά ως εφαρμόσιμα διδάγματα που μπορούν να ωφελήσουν την κοινωνία στην οποία ζούμε και να βελτιώσουν κι εμάς τους ίδιους ως πνευματικές και ηθικές υπάρξεις.

   Και όμως έχει διασωθεί ένα απόφθεγμα του οποίου η αλήθεια πιστοποιείται σε πρακτικό επίπεδο, καθώς ο άνθρωπος φροντίζει μέσα στην πάροδο τόσων αιώνων να κρατά ζωντανή και αμείωτη την ισχύ του (!)

Αποδίδεται στον Σόλωνα, ο οποίος με μια εξαιρετική παρομοίωση είπε:

     

            Τοὺς δὲ νόμους τοῖς ἀραχνίοις ὁμοίους· καὶ γὰρ ἐκεῖνα,

        ἐὰν μὲν ἐμπέσῃ τι κοῦφον καὶ ἀσθενές, στέγειν· ἐὰν δὲ μεῖζον,

        διακόψαν οἴχεσθαι.

 

                                     Σε μετάφραση

 

        Οι νόμοι μοιάζουν με τις αραχνιές· και αυτό γιατί, πράγματι, εκείνες,

       αν μεν πέσει μέσα τους κάτι ελαφρό και αδύναμο, το συγκρατούν.

       Αν όμως πέσει κάτι μεγαλύτερο, τις σκίζει και φεύγει.

 

 

              Ναι, ναι, οι αρχαίοι Έλληνες το έχουν πει και αυτό.

 

            

 

 

 

 

1) Ομόρριζα: διανέμω, νομή, νομεύς, νόμιμος, ἄνομος, νομός (αρχικά σήμαινε «τόπος βοσκής»), νέμεσις = η δίκαιη διανομή, η απονομή του πρέποντος εναντίον κακού και, με γενικότερη σημασία, η οργή για άδικη, ανάρμοστη πράξη, η δίκαιη αγανάκτηση, Νεμέα (← νέμος=δάσος), και πολλά άλλα.
2) Για τον  Δημάρατο βλ. το κείμενό μας με θέμα τη φράση « Κτενίζω κείμενο» (23/5/2019).
3) Για τον Κρίτωνα βλ. το κείμενό μας για τις τελευταίες στιγμές του Σωκράτη από τον Φαίδωνα του Πλάτωνα (18/2/2019).

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.