Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γεωργία Παπαδάκη: Νυστακτής  

       Άλλη μία ποιητική λέξη ανασύρουμε από το παρελθόν, το νυστακτής, που   προσδιορίζει το ουσιαστικό ὕπνος. Παράγεται από το ρήμα νυστάζω, παράγωγο αυτό, κατά μία άποψη, του νευστάζω (← νεύω ) = κλίνω το κεφάλι. Ως εκ τούτου, νυστάζω σημαίνει γέρνω προς τα κάτω απ’ τον ύπνο το κεφάλι, με παίρνει ο ύπνος, και ακολούθως ‒ όπως και σήμερα ‒  θέλω, έχω την ανάγκη να κοιμηθώ. Η λέξη λοιπόν νυστακτὴς αποδίδει  με κοσμητική ευστοχία την ιδιότητα του ύπνου να κάνει κάποιον να σκύβει το κεφάλι κοιμώμενος, και εδώ θα τη γνωρίσουμε μέσα από έναν στίχο από την κωμωδία Σφῆκες του Αριστοφάνη.                                               

       Οι Σφῆκες διδάχτηκαν στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, στα Λήναια του 422 π. Χ., αποσπώντας το δεύτερο βραβείο. Με το έργο του αυτό ο Αριστοφάνης εξαπολύει νέα επίθεση κατά του μισητού αντιπάλου του, του φιλοπόλεμου δημαγωγού Κλέωνα, σατιρίζοντας συγχρόνως τον τρόπο λειτουργίας της δικαιοσύνης, που στον καιρό του είχε παρουσιάσει μεγάλη κατάπτωση.

       Στην Αθήνα των κλασικών χρόνων η δικαιοσύνη δεν απονεμόταν από επαγγελματίες δικαστές, αλλά απευθείας από τον λαό, ο οποίος στελέχωνε την Ηλιαία, το κυρίαρχο δικαστήριο της χώρας. Για την ακρίβεια, την Ηλιαία συγκροτούσαν 6.000 πολίτες, κληρωτοί και με ετήσια θητεία. Συνεδρίαζε κατά τμήματα των 500 ατόμων και δίκαζε τις δημόσιες υποθέσεις. Μέλος της μπορούσε να γίνει οποιοσδήποτε πολίτης γνήσιος, άνω των τριάντα ετών, υπό τον όρο ότι δεν θα όφειλε στο δημόσιο και δεν θα του είχε επιβληθεί στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Στην αρχή οι Ηλιαστές δεν αμείβονταν. Αργότερα, ο Περικλής καθιέρωσε μισθό, δύο οβολούς για κάθε συνεδρίαση, που το 425 αυξήθηκαν σε τρεις από τον Κλέωνα.

    Ο ηλιαστικός μισθός συνιστούσε ένα οικονομικό βοήθημα, την καταβολή του οποίου επιδίωκαν με ζήλο πρωτίστως οι ασθενέστερες οικονομικά τάξεις. Ωστόσο η συμμετοχή τόσων πολλών πολιτών στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης, και μάλιστα στην πλειονότητά τους ανθρώπων μεγάλης ηλικίας1 ‒ στη διάρκεια του πολέμου πλεόναζαν, όπως είναι φυσικό, οι απόμαχοι‒ και κυρίως η προσπάθειά τους να κερδίσουν μέσω περισσότερων συνεδριάσεων περισσότερα χρήματα είχε αρνητικές συνέπειες. Οι Αθηναίοι καταλήφθηκαν από πραγματική δικομανία, καθώς οι καταγγελίες μεταξύ τους με στόχο την εξασφάλιση της συνεχούς λειτουργίας των δικαστηρίων έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Επιπροσθέτως, το κλίμα αυτό της νοσηρής φιλοδικίας εκμεταλλεύθηκαν οι δημαγωγοί, οι οποίοι βρήκαν πρόσφορο έδαφος για την εξόντωση των πολιτικών τους αντιπάλων. Με όργανο τους συκοφάντες, τα παρασιτικά αυτά στοιχεία που εξελίχθηκαν σε μάστιγα της αθηναϊκής δημοκρατίας, παρέπεμπαν σε δίκες συμπολίτες τους με κάθε λογής κατηγορίες· για κατάχρηση δημόσιου χρήματος, για συνωμοσία με σκοπό την επιβολή τυραννίας, για προδοσία και συνεργασία με τον εχθρό.

     Αυτό ήταν το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της εποχής όταν ο Αριστοφάνης  έγραψε την κωμωδία του Σφῆκες, παρομοιάζοντας με τούτο το έντομο, που φέρει δηλητηριώδες κεντρί, τους δικαστές. Δύο είναι οι ήρωες του δράματος: Ο Φιλοκλέων (το όνομα προσδιορίζει πολιτικά το ένα από τα κύρια πρόσωπα της κωμωδίας και σημαίνει αυτόν που αγαπά τον Κλέωνα) και ο Βδελυκλέων (αυτός που μισεί τον Κλέωνα). Ο πρώτος είναι ένας φτωχός Αθηναίος ηλιαστής, ο οποίος έχει κυριευθεί από το πάθος των συγκαιρινών του και το ’χει ρίξει στις δίκες και στο κυνήγι των τριών οβολών. Ο δεύτερος είναι ο γιος του, που αντιτίθεται στη μανία του πατέρα του και επινοεί διάφορους τρόπους για να τον συνετίσει. Καθώς όμως τίποτε  δεν μπορεί να κρατήσει τον γέρο μακριά από τα δικαστήρια,  αναγκάζεται να πάρει δραστικά μέτρα. Τον κλειδώνει μέσα στο σπίτι, φράζει το σπίτι ολόγυρα με δίχτυ και βάζει δύο δούλους να τον φυλάνε.

     Όταν αρχίζει το έργο, είναι βαθιά χαράματα. Έξω από το σπίτι οι δύο νυσταγμένοι υπηρέτες συνομιλούν, προσπαθώντας να κρατήσει ο ένας ξύπνιο τον άλλον. Κι όταν ο πρώτος κουτουλώντας από τη νύστα ομολογεί πως τον έχει πιάσει για τα καλά ο ύπνος, ο δεύτερος παραδέχεται και αυτός ‒ παραθέτουμε  τα λόγια του στο πρωτότυπο:

 

                          Κἀμοὶ γὰρ ἀρτίως ἐπεστρατεύσατο

                          Μῆδός τις ἐπὶ τὰ βλέφαρα νυστακτὴς ὕπνος·2

 

                                             Σε μετάφραση                   

 

     Μα και σε μένανε, πριν λίγο, γιουρούσι έκανε σαν μηδικός3 στρατός

     πάνω στα βλέφαρά μου ύπνος που το κεφάλι ρίχνει κάτω.

     

1) Μιας και το θέμα μας σχετίζεται με τον ύπνο, αξίζει να σημειώσουμε σ’ αυτό το σημείο την όχι σπάνια αναφορά των αρχαίων κειμένων σε δικαστές κοιμισμένους με το κεφάλι κάτω ‒ κανείς να μην έχει ανάγκη νυστάζοντος δικαστοῦ, διαβάζουμε στην Πολιτεία του Πλάτωνα.
«Νυστάζοντος βουλευτού», λέμε εμείς, φέρνοντας στον νου αντίστοιχες, όλο μεγαλοπρέπεια (!) εικόνες από τη σύγχρονη Βουλή των Ελλήνων…
2) Η προσωποποίηση του ύπνου, ο ΄Υπνος ως θεός, σύμφωνα με τον μύθο, ήταν δίδυμος αδελφός του Θανάτου και λατρευόταν σε πολλά μέρη της Ελλάδας.
Γι’ αυτό και ο κυνικός Διογένης, λέγεται ότι, όταν ετοιμοθάνατος είχε βυθιστεί σε ύπνο και ρωτήθηκε από τον γιατρό αν του συνέβαινε τίποτε κακό, απάντησε: « Κανένα. Ο αδελφός τρέχει να προλάβει τον αδελφό», δηλαδή ο ύπνος τον θάνατο.
3) Μῆδοι= κάτοικοι της Μηδίας, χώρας του ΒΔ Ιράν, που κυριεύτηκε από τον Κύρο (6ος αι. π. Χ.) και υπήχθη στην περσική Αυτοκρατορία. Οι ΄Ελληνες χρησιμοποίησαν το όνομα Μήδοι και για τους Πέρσες, γι’ αυτό αποκάλεσαν τον Περσικό πόλεμο και Μηδικό ή Μηδικά (πράγματα).

 

                                                              

 

 

         

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.