Loading...
Μητρική γλώσσαΠρωτοσέλιδο

Γεωργία Παπαδάκη:  ΠΡΟΙΚΑ

         Ο θεσμός της προίκας ‒ στην αρχαία ελληνική προίξ-κὸς ()1 ‒ έχει πανάρχαιες ρίζες. Αρχικά, στην ομηρική εποχή, ήταν ο μνηστήρας που πρόσφερε δώρα στον πεθερό του, προέκταση αυτό του πρωτόγονου εθίμου αγοράς της γυναίκας. Στην περίοδο που ακολουθεί τα ομηρικά χρόνια ετούτη η συνήθεια αλλάζει και γίνεται πλέον το αντίθετο. Στην αρχαία Αθήνα ο πατέρας της κοπέλας, ο κύριός της,2 διάλεγε τον άντρα με τον οποίο θα την πάντρευε, συχνά με τη βοήθεια μιας προξενήτρας, της προμήστριας, και αποφάσιζε αυτός για λογαριασμό της κόρης του ‒ η συγκατάθεσή της δεν ήταν καθόλου υποχρεωτική. Ακολουθούσε ο αρραβώνας, η ἐγγύησις, προφορική συμφωνία ανάμεσα στον πατέρα του κοριτσιού και τον μελλοντικό σύζυγο και τότε κανονιζόταν και το ζήτημα της προίκας (το να παντρευτεί μια κοπέλα χωρίς προίκα αποτελούσε εξαίρεση). Η προίκα, εκτός του ότι ήταν το κυριότερο γνώρισμα του νόμιμου γάμου, λειτουργούσε και ως μέσο αποτροπής του διαζυγίου, γιατί, αν ο σύζυγος χώριζε τη γυναίκα του, έπρεπε να επιστρέψει την προίκα στην οικογένειά της.

     Τον όρο «προίκα» θα τον δούμε εδώ σε ένα απόσπασμα από έναν λόγο του ρήτορα Λυσία, που επιγράφεται Ὑπὲρ τῶν Ἀριστοφάνους χρημάτων πρὸς τὸ δημόσιον.

      Ο Λυσίας ( περίπου 445 ‒ 380 π. Χ. ), ένας από τους δέκα κορυφαίους αττικούς ρήτορες του Κανόνα3, γεννήθηκε στην Αθήνα  από πατέρα μέτοικο,4 τον Κέφαλο από τις Συρακούσες. ΄Οντας έφηβος, μετοίκησε με την οικογένειά του στους Θουρίους της Κάτω Ιταλίας, στην πόλη που ίδρυσαν το 443 οι Αθηναίοι. Εκεί έζησαν κάποια χρόνια, και το 412 ο Λυσίας και ο αδελφός του Πολέμαρχος επανήλθαν στην Αθήνα, όπου άσκησαν το επάγγελμα των κατασκευαστών ασπίδων. Το 404 οι Τριάκοντα τύραννοι τους συνέλαβαν, προφανώς λόγω του ότι ήταν δημοκρατικοί, δήμευσαν την περιουσία τους και εκτέλεσαν τον Πολέμαρχο. Ο Λυσίας κατάφερε να δραπετεύσει στα Μέγαρα και μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας επέστρεψε στην Αθήνα και επιδόθηκε στο επάγγελμα του λογογράφου,5 στο οποίο διακρίθηκε γράφοντας πάνω από 200 δικανικούς λόγους, μη δυνάμενος ο ίδιος να παρίσταται ως συνήγορος στα δικαστήρια, καθώς δεν κατέστη ποτέ Αθηναίος πολίτης.

    Από τους λόγους του έχουν διασωθεί ακέραιοι 23 και διάφορα αποσπάσματα.

Η δικανική γλώσσα του θαυμάστηκε για την απλότητα και την ακρίβειά της και θεωρείται ως ένα από τα άριστα δείγματα της ακμής του αττικού πεζού λόγου.

    Επιστρέφουμε στον συγκεκριμένο λόγο που προαναφέραμε. Ο Λυσίας τον έγραψε για έναν Αθηναίο πολίτη, ο οποίος και τον απήγγειλε ενώπιον του δικαστηρίου της Ηλιαίας, αγωνιζόμενος για την περιουσία  και την τιμή του πατέρα του. Σε κάποιο σημείο λοιπόν της δίκης, ο πελάτης του ρήτορα μιλάει για την οικογένειά του· για το ότι ο πατέρας του παντρεύτηκε τη μητέρα του χωρίς να πάρει προίκα· ότι τις αδελφές του, μόλο που τις ζητούσαν πλούσιοι, τις πάντρεψε με μέλη χρηστών οικογενειών, γιατί αυτό ήταν το κριτήριό του και όχι ο πλούτος των γαμπρών· και συνεχίζει ‒ παραθέτουμε το απόσπασμα στο πρωτότυπο:

   πρὸς δὲ τούτοις

   ἐμοὶ πολλὴν ἐξὸν πάνυ προῖκα λαβεῖν ἐλάττω συνεβούλευ-

   σεν, ὥστ’ εὖ εἰδέναι, ὅτι κηδεσταῖς χρησοίμην κοσμίοις

   καὶ σώφροσι.

                                     Σε  μετάφραση

  Επιπλέον,

  ενώ εγώ, αναμφίβολα, μπορούσα να πάρω μεγάλη προίκα με το γάμο μου,

  με συμβούλεψε να πάρω μικρότερη, φτάνει να ξέρω με σιγουριά

  ότι θα αποκτήσω συγγενείς κόσμιους και χρηστούς.

 

 

1) Οι αρχαίοι είχαν άλλη μία λέξη για την προίκα, το ουσιαστικό φερνή (), εξού το μεταγενέστερο επίθετο πολύφερνος -η-ο, με το οποίο συνήθως χαρακτηρίζουμε τη γυναίκα που έχει μεγάλη προίκα και γι’ αυτό είναι περιζήτητη νύφη.
2) Η γυναίκα σε όλη τη διάρκεια της ζωής της ήταν υπό την προστασία και εξουσία ενός κυρίου· του πατέρα της ή του άντρα της. Αν είχε χάσει τον γονιό της, κύριός της γινόταν ένας αδελφός της ή ένας από τους παππούδες της ή ο νόμιμος κηδεμόνας της.
3) Οι φιλόλογοι της Αλεξανδρινής εποχής ξεχώρισαν 10 ρήτορες, τους επιφανέστερους, και τους ένωσαν σε έναν Κανόνα.
4) Οι μέτοικοι ήταν ξένοι στους οποίους είχε δοθεί άδεια μόνιμης εγκατάστασης σε μία πόλη. Στην Αθήνα αποτελούσαν έναν από τους βασικούς παράγοντες της οικονομικής ανάπτυξης της πόλης. Ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο και τη βιομηχανία, δραστηριότητες που επέτρεψαν σε ορισμένους και να πλουτίσουν. Υπηρετούσαν στον στρατό, πλήρωναν ετήσιο φόρο, αλλά δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα ‒ υπό ορισμένες προϋποθέσεις ήταν δυνατόν να αποκτήσουν. Επίσης, απαγορευόταν να αποκτούν ακίνητη περιουσία και να παντρεύονται Αθηναίες.
5) Λογογράφοι ονομάζονταν οι ρήτορες που έγραφαν έναντι αμοιβής για άλλους.
Ήταν ένα είδος δικηγόρων, που ετοίμαζαν τις αγορεύσεις των διαδίκων. Στα δικαστήρια παρίσταντο και αγόρευαν οι ίδιοι οι διάδικοι, και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρεπόταν να αντιπροσωπευθεί ο διάδικος από έναν  «συνήγορο», ο οποίος θα έπρεπε να είναι Αθηναίος πολίτης.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.