Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Γεωργία Παπαδάκη: Τέτοιες μέρες πριν 100 σχεδόν χρόνια… ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ – Ο αιματοβαμμένος Σεπτέμβριος του Ελληνισμού.

Ηρόδοτος: […] Αυτές είναι οι έντεκα παλιές πόλεις των Αιολέων.* Γιατί μία από αυτές, τη Σμύρνη, την πήραν οι ΄Ιωνες.[…] 

Λουκιανός (2ος αι. μ. Χ.): «Τέτοια είναι τα κάλλη της Σμύρνης· και δεν είναι καθόλου παράξενο που η πιο όμορφη από τις πόλεις της Ιωνίας έβγαλε την πιο όμορφη γυναίκα».

Από το βιβλίο του Γιώργη Παπάζογλου « Ονείρατα της άκαυτης και της καμμένης Σμύρνης. Αγγέλα Παπάζογλου, Τα χαΐρια μας εδώ».

Σμύρνη, Σεπτέμβριος 1922

 

[…] Αυτά γινούντουστε άμα ηρχούντουστε μπουλούκια κυνηγημένοι. Κι όπως ηρχούντουστε στην προκυμαία τρεχάτοι απ’ τα στενά, τρεχάτοι του σκοτωμού να ξεφύγουνε απ’ τσι τσέτες που ’ρχούντουνε από πίσω, να χωθούνε μέσα σ’ αυτούς που ήτανε στην προκυμαία, να γλυτώσουνε να μη τσι σφάξουνε, πηγαίνανε κι ηπέφτανε στσ’ άλλοι με φόρα κι όλοι μαζί πέφτανε στη θάλασσα. Έτσι γινούντουστε αυτά.

Ξέρεις πώς ξεχυνούντανε από μέσα απ’ τα στενά ο κόσμος; Δεν περιμένανε να ’ρθουνε όμορφα-όμορφα και σιγά-σιγά στην άκρη, γιατί τσι κυνηγούσανε οι τσέτες από πίσω. Στο τέλος όλοι οι τσέτες που υπήρχανε σ’ όλον τον κόσμο και τον ντουνιά, είχανε μαζευτεί γύρω-γύρω και μέσα στη Σμύρνη και περιμένανε εκεί τσι Ρωμιοί που κατεβαίνανε απ’ την Ανατολή να τσι σφάξουνε. Επίτηδες τα κάνανε αυτά. Και τη φωτιά που βάλανε, θέλανε να καταστρέψουνε τη ρωμιοσύνη τση Σμύρνης. Να μας τρομοκρατήσουνε… να εξαφανισθεί η Ελλάδα από κει. Οι ίδιοι οι Τούρκοι το παραδεχούντουστε πως η Σμύρνη δεν ήτανε ποτέ τούρκικια. Οι ίδιοι μας λέγανε «Γκιαούρ Ισμίρ», ελληνικιά Σμύρνη δηλαδή.

Τους περιμένανε εκεί να ’ρθούνε όσοι είχαν γλυτώσει ‒ ποιος ξέρει πώς είχε γλυτώσει ο καθένας ‒ και πέφτανε απάνω τους λυσσασμένοι.

Τρέχανε…Ξεχυνούντουστε στην προκυμαία απ’ τα στενά με δύναμη, με φόρα, πώς να σ’ το πω…Σα τση τουλούμπας το νερό που σβήνει τη φωτιά…τη πυρκαγιά…που πετιέται με δύναμη μπουνάρι. Πέφτανε απάνω στσ’ άλλοι που καθούντουστε και περιμένανε να φύγουνε στσή προκυμαίας την άκρη, και γινούντουστε αυτά …τα πνιξίματα…

Σ’ ένα μικρό καΐκι εκεί μπροστά μας, καΐκι ήτανε; Πλοιαράκι ήτανε; Μπήκανε μέσα πολλοί. Συνέχεια μπαίνανε, μέχρι που ήκατσε όλο κάτω. ΄Ηγειρε κι ακόμα μπαίνανε. Και κάνει μια και γέρνει και τσι παίρνει όλοι από κάτω και πάνε…  Δεν έμεινε στην επιφάνεια κανείς. Κουνάγανε, βρε Γιώργο μου, τα χέρια θαρρείς πως μας χαιρετούσανε εμάς, που ακόμα δε μας είχανε πετάξει στη θάλασσα οι άλλοι… εμάς που δεν είχαμε ακόμα πνιγεί… Πνιγούντουστε… πέθαινες… Κανείς δεν ηγύριζε να σου δώσει ένα χέρι να σε σώσει να σε δει…

Τόσες μέρες να γυρίζωμε στη Σμύρνη γύρω-γύρω και τ’ όνειρό μας νάναι του γιαλού η άκρη, και τώρα να βλέπωμε τη Δευτέρα παρουσία εκειδά… Μ’ αυτά που βλέπαμε, κανείς δεν πίστευε πως θα σωθεί. Είπαμε: «Γλυτώσαμε απ’ το μαχαίρι και θα πνιγούμε στ’ όνειρό μας εδωνά» […]

 

[…] Εν τέλει το πρωί πια, ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, ήρθανε καράβια, σταθήκανε δέκα γύρω-γύρω στη σκάλα. Μέχρι ν’ ανεβούμε απάνω είδαμε και πάθαμε, από κάτω που ήμαστε. ΄Όπως ξημέρωσε, γύρω-γύρω στη σκάλα ήτανε κάτι ξύλα χοντρά, μαδέρια, καντρόνια, πόρτες και πλέανε κι απάνω τους ήταν καμμένοι άνθρωποι, ντουμπανιασμένοι και καρβουνιασμένοι… ΄Ηρθανε πια οι καμμένοι της νύχτας κοντά μας για το γινάτι του χάρου.. Σα να θέλανε να πούνε: «΄Ηρθαμε να σας χαιρετίσωμε…Να πάτε στο καλό, αδέρφια…Βλέπετε; Και πεθαμένοι που είμαστε, φτάσαμε μέχρι τη θάλασσα. ΄Ηρθαμε στο προορισμό μας…».

 

 

 

* Η Σμύρνη αποικήθηκε από Αιολείς στις αρχές της 1ης  χιλιετίας π. Χ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.