Loading...
ΑφιερώματαΤέτοιες μέρες, τέτοια λόγια

Γεωργία Παπαδάκη:  Τέτοιες μέρες… τον περασμένο αιώνα

         Τα βράδια, η Σωσώ κι εγώ ‒ πού μας έβρισκες, πού μας έχανες ‒ στη Δεληγιάννη 3, στο σπίτι της Αρλέτας. Ε, τέτοιες μέρες να μην παίξουμε κάνα χαρτάκι; Τίποτε το ιδιαίτερο τότε, νά, καμιά τριανταμία για το καλό, με κέρματα ή με φασόλια.

         Για αλλαγή, πώς μου ήρθε εμένα η φαεινή ιδέα να παίξουμε, τι;, Μπαρμπούτι!! Πώς το θυμήθηκα;!

Άκουγα γι’ αυτό το παιχνίδι απ’ τα μικράτα μου, από τον πατέρα μου, που έλεγε ότι απαγορευόταν, που αφηγούνταν στο σπίτι πώς έχασε πολλά λεφτά στα ζάρια μια ο τάδε, μια ο  δείνα  (μιλάμε για τα χρόνια της δεκαετίας ’50-’60) στο καφενείο της λαϊκής φτωχομάνας συνοικίας μας, της Γούβας, νυν με την εξωραϊσμένη ονομασία Άγιος Αρτέμιος.

       Αμ’ έπος, άμ’ έργον, λοιπόν. Προμηθευόμαστε ζάρια, εγώ διδάσκομαι από τον πατέρα μου τους κανόνες ‒ εξάρες κερδίζουν, ντόρτια, 1-2 χάνουν, δεν ξέρω και τι άλλο ‒ και τα βράδια αυτών των ημερών βρίσκουμε καινούργια χαρά στο νέο παιχνίδι που το περιβάλλει και η γοητεία της παρανομίας· «καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω» η Σωσώ κι εγώ που παίζουμε με πάθος,  «τραβάτε με κι ας κλαίω» η Αρλέτα.

     

Εκείνο τον καιρό, τα Σαββατοκύριακα η  Αρλέτα τραγουδούσε στο Καφεθέατρο, στην Κοδριγκτώνος· από κοντά κι εμείς οι δύο, στενή παρέα. Ένα βράδυ, μέσα στις Γιορτές, το πρόγραμμα έχει αρχίσει, και η Αρλέτα βρίσκεται στη σκηνή πλαισιωμένη από δύο εξαίρετους κιθαρίστες, τον Θεολόγο και τον Ρακόπουλο. Τραγουδάει, και ο κόσμος την ακούει μέσα σε νεκρική σιγή, όπως εκείνη πάντα ήθελε. Δίπλα στη σκηνή, σε χαμηλότερο επίπεδο, ήταν ένα μικρό καμαράκι που χρησίμευε ως παρασκήνιο, και το άνοιγμα της πόρτας που συνέδεε τους δύο χώρους καλυπτόταν με μια κουρτίνα. Εκεί, στο παρασκήνιο, είμαστε η Σωσώ κι εγώ καθισμένες κάτω, πάνω στη μοκέτα του πατώματος· και αυτό, γιατί έχουμε αποφασίσει να παίξουμε, όπως κάθε βράδυ, μπαρμπούτι, και η μοκέτα είναι η τέλεια τσόχα. Η Αρλέτα τραγουδάει, εμείς, σςςςς η μία, σςςςς η άλλη, για να μην κάνουμε καθόλου θόρυβο και ενοχλήσουμε, και ρίχνουμε τα ζάρια που πέφτουν πάνω στη μοκέτα αθόρυβα. Η οργάνωση τέλεια!

     Όμως δεν έχουμε υπολογίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: πρώτον, την υπερφυσική ακουστική δύναμη της Αρλέτας και, δεύτερον, τον θόρυβο των ζαριών μέσα στις χούφτες μας. Οπότε, εκεί που είμαστε απορροφημένες από το παιχνίδι, η Αρλέτα σταματάει το τραγούδι στη μέση, ζητάει συγγνώμη από το κοινό, αφήνει τη θέση της μπροστά στο μικρόφωνο, έρχεται στην πόρτα, τραβάει την κουρτίνα, σκύβει, μας βλέπει κατάχαμα, και ακολουθεί η εξής στιχομυθία:

ΑΡΛΕΤΑ (αξιοπρεπώς): Λυπάμαι πάρα πολύ! Δεν είστε στα καλά σας.

ΣΩΣΩ: Γιατί, καλέ; Ακούγεται έξω;;

ΑΡΛΕΤΑ: Τι να σου πω, παιδάκι μου!

Και επιστρέφει στη σκηνή και συνεχίζει το τραγούδι.

Αν ρωτάτε τώρα για μας, τις τρελές, μας πιάσανε τα γέλια· νευρικά, ασταμάτητα, πνιχτά, πυροδοτημένα και από τη φράση της Σωσώς, που ήταν «το κερασάκι στην τούρτα»:

‒ Μπορεί να μη βλέπει, αλλά ακούει.

Τα γέλια συνεχίστηκαν ηχηρά πλέον, μαζί και με την Αρλέτα όταν τέλειωσε το πρόγραμμα, μέσα από τον σχετικό τριπλό σχολιασμό του επεισοδίου, ο οποίος ήταν φυσικό να ακολουθήσει.

Ακόμη γελάμε εμείς οι δύο που απομείναμε… όταν το θυμόμαστε.

 

                                                                      Αχ, Αρλετάκι!

 

 

 

                                                                                                     

One comment
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.