Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Γεωργία  Παπαδάκη: Το ’να χέρι νίβει τ’ άλλο και τα δυο το πρόσωπο ‒ Έρχομαι στα χέρια

   

        Δύο φράσεις της καθομιλουμένης επινοημένες με βάση το ουσιαστικό «χέρι», οι οποίες έχουν αρχαιοελληνική προέλευση.

     Η πρώτη, παροιμία που χρησιμοποιείται για τις περιπτώσεις όπου υπάρχουν αμοιβαία συμφέροντα και με την αλληλοβοήθεια ικανοποιούνται αμφότερα, είναι εξελιγμένη μορφή της αρχαίας φράσης δὲ χεὶρ τὰν χεῖρα νίζει.1 Μάλιστα, γνωρίζουμε ότι πρώτος τη διατύπωσε ο κωμωδιογράφος Επίχαρμος, σύμφωνα με τον συγγραφέα του ψευδοπλατωνικού διαλόγου που τιτλοφορείται Ἀξίοχος ‒ παρακάτω παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα.  

        Ο Επίχαρμος ( α΄μισό του 5ου αι. π. Χ. ) ήταν Σικελιώτης ποιητής, ένας εκ των βασικών εκπροσώπων της σικελικής κωμωδίας, του οποίου ο τόπος καταγωγής αμφισβητείται. Κατά μία εκδοχή γεννήθηκε στις Συρακούσες, κατά μία άλλη στην Κω. ΄Εζησε πάντως στα Μέγαρα της Σικελίας και από εκεί στις Συρακούσες. Μας είναι γνωστοί τριάντα επτά τίτλοι έργων του γραμμένων σε δωρική διάλεκτο, από τα οποία έργα σώζονται μικρά αποσπάσματα. Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι ο Επίχαρμος επηρέασε την εξέλιξη της κωμωδίας στην Αθήνα. Θέματά του ήταν η παρωδία μύθων αλλά και η καθημερινή ζωή. Τα δράματά του είναι εφοδιασμένα με πολλά αποφθέγματα, όπως το γνωστό Τῶν πόνων πωλοῦσιν  ἡμῖν πάντα τἀγάθ’ οἱ θεοὶ ( όλα τα αγαθά έναντι κόπων μάς τα πωλούν οι θεοί). Γι’ αυτό σε ένα επίγραμμα για τον Επίχαρμο ο ανώνυμος ποιητής γράφει πως «είπε πολλά χρήσιμα για τη ζωή».

        Στον ψευδοπλατωνικό διάλογο που αναφέραμε, σε κάποιο σημείο παρουσιάζεται ο Σωκράτης να μιλάει στον Αξίοχο2 για τον σοφιστή3 Πρόδικο  και να του λέει:

 

                                             […]    Προῖκα γὰρ ἁνὴρ οὗτος

            οὐδένα διδάσκει, διὰ παντὸς δὲ ἔθος ἐστὶν αὐτῷ φωνεῖν

            τὸ Ἐπιχάρμειον, « ἁ δὲ χεὶρ τὰν χεῖρα νίζει»· δός τι, καὶ λάβε τι. […]

 

                                         Σε μετάφραση

    […] Γιατί δωρεάν τούτος ο άνθρωπος δεν διδάσκει κανέναν,

           μάλιστα έχει τη συνήθεια να λέει πάντα τη φράση του Επίχαρμου,

           « το ’να χέρι νίβει τ’ άλλο»· δώσε κάτι και πάρε κάτι! […]

   Τη φράση «έρχομαι στα χέρια», που σημαίνει μαλώνω, συμπλέκομαι με κάποιον, θα τη δούμε εδώ σε ένα απόσπασμα από την τραγωδία του Αισχύλου Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας.

    Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται γύρω από την αλληλοκτονία των δύο γιων του Οιδίποδα, του Ετεοκλή και του Πολυνείκη, στην πόλη των Θηβών. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, τα δύο αδέλφια ήρθαν σε ρήξη για την εξουσία. Επικράτησε ο Ετεοκλής, και ο Πολυνείκης κατέφυγε στο Άργος, όπου πήρε για γυναίκα του την κόρη του βασιλιά Άδραστου. Ο τελευταίος συνάθροισε συμμαχικά στρατεύματα υπό έξι στρατηγούς και οργάνωσε εκστρατεία κατά της Θήβας, για να επαναφέρει τον Πολυνείκη στον θρόνο.

    Τόπος του δράματος είναι η Θήβα, που πολιορκείται από τον εχθρικό στρατό και περιμένει από στιγμή σε στιγμή τη μεγάλη επίθεση. Η τραγωδία φθάνει στην κορύφωσή της, όταν ο Ετεοκλής μαθαίνει ότι στην έβδομη και τελευταία πύλη της Θήβας επικεφαλής της επίθεσης θα είναι ο Πολυνείκης και τότε αποφασίζει απέναντί του να σταθεί αμυνόμενος ο ίδιος, να αναμετρηθεί αδελφός με αδελφό. Ο Χορός, που τον αποτελούν Θηβαίες γυναίκες, προσπαθεί να τον μεταπείσει και αρχίζει με τούτα τα λόγια:

                Μή, φίλτατ’ ἀνδρῶν, Οἰδίπου τέκος, γένῃ

              ὀργὴν ὁμοῖος τῷ κάκιστ’ αὐδωμένῳ·

              ἀλλ’ ἄνδρας Ἀργείοισι Καδμείους ἅλις

              ἐς χεῖρας ἐλθεῖν· αἷμα γὰρ καθάρσιον.

              ἀνδροῖν δ’ ὁμαίμοιν θάνατος ὧδ’ αὐτοκτόνος‒

              οὐκ ἔστι γῆρας τοῦδε τοῦ μιάσματος.

 

                            Σε μετάφραση:

      Μη, συ ο πιο αγαπητός απ’ τους ανθρώπους, του Οιδίποδα παιδί,

     μη γίνεις όμοιος στην οργή μ’ αυτόν που έχει φήμη κάκιστη·

     άσε, αρκεί που θα ’ρθουνε στα χέρια Θηβαίοι4 με Αργείους·

     γιατί το αίμα αυτό την πράξη εξαγνίζει.

     Μα θάνατος για άντρες που ’χουν το ίδιο αίμα,

     έτσι, μ’ αυτό τον τρόπο αλληλοκτόνος‒

     α, το μίασμα αυτό δεν έχει γηρατειά, (ποτέ τη δύναμή του δεν τη χάνει).          

 

        1) Το αρχαίο ρήμα νίζω ή νίπτω (μεταγενέστερος αυτός τύπος, από τον οποίο σχηματίστηκε το «νίβω» της δημοτικής, και παράγωγό του είναι η λέξη νιπτήρας) σημαίνει «πλένω τα χέρια ή τα πόδια».

« […] καὶ ἤρξατο νίπτειν τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν […]» διαβάζουμε στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο για τον Κύριο λίγο πριν το Πάθος. Και απεκδυόμενοι κάθε ευθύνης, λέμε « νίπτω τας χείρας μου», όπως έπραξε ο Πιλάτος: « […] λαβὼν ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου […]».

Για το πλύσιμο ολόκληρου του σώματος χρησιμοποιήθηκε το λούω-ομαι, των δε ρούχων το πλύνω.

2) Πρόκειται για ιστορικό πρόσωπο, θείο του Αλκιβιάδη.

3) Για τους σοφιστές βλ. το κείμενό μας της 15ης Μαΐου 2018 με θέμα τη φράση « ΄Αι στον κόρακα».

4) Καδμεῖοι στο πρωτότυπο. Έτσι ονομάζονταν οι Θηβαίοι από τον γενάρχη τους, τον Κάδμο.

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.