Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Γεωργία Παπαδάκη: ΤΡΑΠΕΖΙ  ‒  ΤΡΑΠΕΖΑ

     Το νεοελληνικό όνομα «τραπέζι» σχηματίστηκε από το ουσιαστικό τραπέζιον (= μικρό τραπέζι), υποκοριστικό του αρχαίου προσηγορικού τράπεζα, τράπεσδα στη δωρική διάλεκτο, τράπεδδα1 στη βοιωτική. Η λέξη τράπεζα μαρτυρείται ήδη στα μυκηναϊκά κείμενα με τη μορφή topera=τόρπεζα και στον ΄Ομηρο, όπως θα δούμε, και δηλώνει το έπιπλο που αποτελούνταν από μία οριζόντια πλάκα η οποία στηριζόταν σε συνήθως τέσσερα πόδια και χρησίμευε κυρίως στην παράθεση φαγητού. Κατά μία άποψη, πιθανώς να είναι σύντμηση του υποθετικού τύπου τετράπεζος-ον= αυτός που έχει τέσσερα πόδια.

  

        Στην α ραψωδία της Οδύσσειας, ενώ ο Οδυσσέας βρίσκεται στο νησί της Καλυψώς, η οποία τον κρατά κοντά της παρά τη θέλησή του να γυρίσει στην πατρίδα του, οι θεοί, εκμεταλλευόμενοι την απουσία του Ποσειδώνα που είναι οργισμένος με τον Οδυσσέα επειδή τύφλωσε τον γιο του, τον κύκλωπα Πολύφημο, αποφασίζουν την επιστροφή τού ήρωα στην Ιθάκη. Στο πλαίσιο αυτό, η Αθηνά με τη μορφή θνητού έρχεται στο νησί με σκοπό να ενθαρρύνει τον Τηλέμαχο απέναντι στους μνηστήρες και να τον παρακινήσει να μεταβεί στην Πύλο και τη Σπάρτη, για να ζητήσει πληροφορίες για τον πατέρα του. Η θεά φθάνει στο ανάκτορο του Οδυσσέα, όπου βρίσκει τους μνηστήρες να διασκεδάζουν ‒ ακολουθεί η συνέχεια στο πρωτότυπο (στ. 109-112):

 

                κήρυκες δ’ αὐτοῖσι καὶ ὀτρηροὶ θεράποντες

               οἱ μὲν οἶνον ἔμισγον ἐνὶ κρητῆρσι καὶ ὕδωρ,

               οἱ δ’ αὖτε σπόγγοισι πολυτρήτοισι τραπέζας

               νίζον καὶ πρότιθεν, τοὶ δὲ κρέα πολλὰ δατεῦντο.

 

                                  Σε μετάφραση

 

          κι οι κήρυκες για χάρη τους κι οι πρόθυμοι ακόλουθοι,

          άλλοι ανακατεύανε κρασί μες στους κρατήρες και νερό,

       άλλοι πλένανε τα τραπέζια με σφουγγάρια πολυτρύπητα

       και τα ’βαζαν μπροστά τους, και άλλοι κρέατα πολλά

       μοιράζαν σε κομμάτια.

 

    Και με βάση το εν λόγω ουσιαστικό ο Δημόκριτος έχει διατυπώσει την παρακάτω ρήση:

        Η τύχη παραθέτει τραπέζι πολυδάπανο (τράπεζαν πολυτελέα),

        ενώ η σωφροσύνη τραπέζι που έχει όλα τ’ αναγκαία.

 

     Και από το τραπέζι περνάμε στην τράπεζα αργυραμοιβού ή τραπεζίτη, τράπεζα με τη σημερινή σημασία της λέξης.    

    Στην αρχαία Ελλάδα, αυτοί που ασχολούνταν με το εμπόριο του χρήματος χρησιμοποιούσαν κατά τις συναλλαγές τους μία τράπεζαν, δηλαδή ένα τραπέζι, πάνω στο οποίο έκαναν τις διάφορες εμπορικές τους πράξεις. Από αυτό το τραπέζι πήραν το όνομά τους τα πιστωτικά ιδρύματα.

      Πολύ νωρίς, ήδη στον 6ο αι. π.Χ., υπήρχαν ιερά και ναοί που δάνειζαν και σε πόλεις και σε ιδιώτες και επίσης, λόγω τού ότι  η κλοπή από ιερό θεωρούνταν ιεροσυλία και επομένως αποτελούσαν ασφαλείς χώρους για τη φύλαξη χρημάτων, δέχονταν καταθέσεις ιδιωτών και παρακαταθήκες. Σύντομα ακολούθησε η δημιουργία των πρώτων ιδιωτικών τραπεζών ‒ δημόσιες εμφανίστηκαν πολύ αργότερα, την ελληνιστική περίοδο ‒ από ευφυή άτομα που πρόσφεραν τόκο.

Η κύρια τραπεζική λειτουργία ήταν η ανταλλαγή νομισμάτων και ο έλεγχος της γνησιότητάς τους, επειδή κυκλοφορούσαν κίβδηλα νομίσματα, εργασίες που γίνονταν και από απλούς αργυραμοιβούς. (Καθώς κάθε ελληνική πόλη έκοβε δικά της νομίσματα, η κυκλοφορία τόσων πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία νομισμάτων δυσκόλευε τις εμπορικές συναλλαγές, καθιστώντας αναγκαία την ύπαρξη αργυραμοιβού). Άλλες τραπεζικές εργασίες ήταν η εκτέλεση εντολών πληρωμής σε τρίτους· η αποδοχή παρακαταθηκών ‒ χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων κ. ά.· έντοκες καταθέσεις και έντοκα δάνεια.

  Στην Αθήνα οι αρχαιότερες μνείες για τράπεζες και τραπεζίτες ανάγονται στο δεύτερο μισό του 5ου αι. π. Χ. Οι περισσότεροι τραπεζίτες ήταν μέτοικοι2 ή δούλοι που είχαν απελευθερωθεί. Αργυραμοιβοί και τραπεζίτες έστηναν το τραπέζι τους στην αγορά, και το «κατάστημά» τους ήταν τόπος συνάντησης κυρίως εμπόρων  ‒ επειδή κατέφευγαν στον δανεισμό συχνότερα από άλλους επιχειρηματίες ‒ και δη όσων συνδέονταν με το θαλάσσιο εμπόριο, Αθηναίων και ξένων.

 

     ΄Ενας πολύ γνωστός τραπεζίτης στην Αθήνα των αρχών του 4ου αι. π.Χ. ήταν ο Πασίων· επρόκειτο για δούλο, τον οποίο ο τραπεζίτης κύριός του τον απελευθέρωσε και του ανέθεσε τη διεύθυνση της τράπεζάς του. Ο Πασίων πλούτισε γρήγορα, και χάρις σε δωρεές και ευεργεσίες του προς το αθηναϊκό κράτος η πόλη τού παραχώρησε το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη. ΄Όταν αποσύρθηκε από τις επιχειρήσεις του, νοίκιασε και αυτός την τράπεζα μαζί με το ασπιδοποιείο του σε έναν δούλο του, τον Φορμίωνα, αφού του έδωσε επίσης την ελευθερία του. ΄Όπως ο Πασίων, έτσι και ο Φορμίων έκανε μια επιτυχημένη καριέρα τραπεζίτη, αποκτώντας και αυτός πολιτικά δικαιώματα. Μετά τον θάνατο του πρώτου, ο Φορμίων, ο οποίος σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης του ευεργέτη του είχε παντρευτεί τη χήρα του, κατέληξε στα δικαστήρια με αντίδικο τον Απολλόδωρο, τον γιο του Πασίωνος. Η όλη υπόθεση μας είναι γνωστή από τον διασωθέντα λόγο του Δημοσθένη Παραγραφὴ ὑπὲρ Φορμίωνος, τον οποίο απάγγειλε ένας συνήγορος του Φορμίωνος ‒ υπάρχει αμφιβολία για το αν αυτός ήταν ο ίδιος ο Δημοσθένης. Είναι αυτονόητο ότι στον λόγο αυτόν απαντά συχνά η λέξη τράπεζα.

   Το χωρίο που παραθέτουμε προέρχεται από το προοίμιο του λόγου, όπου ο  υπερασπιστής του Φορμίωνος αρχίζει να μιλάει για την ουσία της υπόθεσης και λέει προς τους δικαστές:

 

                […]

               Πρῶτον μὲν οὖν ὑμῖν ἀναγνώσεται τὰς συνθήκας,

               καθ’ ἃς ἐμίσθωσε Πασίων τὴν τράπεζαν τουτῳὶ

              καὶ τὸ ἀσπιδοπηγεῖον. […]

 

                                         Σε μετάφραση

 

           […]

Λοιπόν, κατά πρώτον, θα σας διαβάσει (ο γραμματέας) τη συμφωνία, βάσει της οποίας μίσθωσε ο Πασίων την τράπεζα και το ασπιδοποιείο σ’ ετούτον εδώ.3 […]

 

    Η σχέση των τραπεζών με δάνεια και οι τοκογλυφικές δραστηριότητες που ανέπτυσσαν οι τραπεζίτες αποτέλεσαν την αιτία που το επάγγελμα του τραπεζίτου περιεβλήθη με άσχημη φήμη.

    Σε ένα απόσπασμα από μία κωμωδία του ο ποιητής Αντιφάνης (περίπου  408-334 π. Χ.) μιλάει για τα απεχθέστερα είδη ανθρώπων και μεταξύ άλλων αναφέρεται και στους ιχθυοπώλες, που όμως τους τοποθετεί

                 

                          μετά γε τοὺς τραπεζίτας· ἔθνος

                         τούτου γὰρ οὐδέν ἐστιν ἐξωλέστερον.

 

                                        Σε μετάφραση

 

                       ύστερα βέβαια από τους τραπεζίτες·

                       γιατί σινάφι δεν υπάρχει κανένα πιο ολέθριο από αυτό.

 

 
1) Από τη ρίζα πεδ- παράγονται οι λέξεις: πεδ-ίον, πέδ-ιλον, πεδ-ιάς, πεζ-ός, πούς-ποδός= το πόδι ( με την τροπή του ε, που σώζεται στο αντίστοιχο λατινικό pespedis, σε ο ) κ. ά.
2) Για τους μετοίκους βλ. σχ. 4 του κειμένου μας με θέμα τη λέξη «προίκα» (8/1/2019).
3) Εννοεί τον Φορμίωνα.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.