Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γεωργία  Παπαδάκη: ΦΥΚΙΟΕΙΣ  

      Φυκιόεις, -εσσα, -εν: ένα ωραίο, εύηχο με τα πολλά φωνήεντά του επίθετο, το οποίο έπλασε η αρχαία ελληνική γλώσσα από το ουσιαστικό φῦκος- εος (τό), το όνομα του ταπεινού υδρόβιου φυτού που αποκαλούμε σήμερα «φύκι», για να δηλώσει την ακτή που είναι γεμάτη φύκια. Ακριβέστερα, το επίθετο αυτό δημιουργήθηκε από το υποκοριστικό και συνώνυμο1 του παραπάνω ουσιαστικού, δηλαδή από τον τύπο φυκίον ή φύκιον, του οποίου παράγωγο είναι και η νεότερη λέξη «φύκι».  

        Η λέξη φῦκος έχει σημιτική προέλευση και απαντά, όπως και το περί ου ο λόγος επίθετο, ήδη στον ΄Ομηρο ως το ενάλιο φυτό που ξεβράζει το κύμα στην ξηρά. Από αυτό το είδος του θαλάσσιου φυτού κατασκεύαζαν στην αρχαιότητα ερυθρό χρώμα που το μεταχειρίζονταν οι γυναίκες για κοκκινάδι του προσώπου, για φκ(τ)ιασίδι ( λέξη που, κατά μία εκδοχή, παράγεται από το φῦκος). Σε ένα κείμενο του 3ου αι. μ. Χ., όπου αντιδιαστέλλεται η φυσική γυναικεία ομορφιά από την επίκτητη που επιτυγχάνεται με τα διάφορα μέσα καλλωπισμού, διαβάζουμε:  Τὸ δὲ φυκίον καὶ ὁ κηρὸς καὶ τὸ Ταραντεινὸν  καὶ οἱ ἐπικάρπιοι ὄφεις καὶ αἱ χρυσαῖ πέδαι Θαΐδος καὶ Ἀρισταγόρας καὶ Λαΐδος φάρμακα. Δηλαδή: Το φτιασίδι και το κερί2 και το Ταραντεινό3 φουστάνι και τα φιδόσχημα βραχιόλια για τους καρπούς των χεριών και οι χρυσοί κρίκοι των σφυρών ήταν της Θαΐδας και της Αρισταγόρας και της Λαΐδας4 γητέματα.

      Εδώ παρουσιάζουμε το θηλυκό γένος φυκιόεσσα του επιθέτου σε ένα απόσπασμα που αντλήσαμε από ένα λυρικότατο Ειδύλλιο του Θεόκριτου,5 από τα καλύτερά του, το ΧΙ, το οποίο επιγράφεται Κύκλωψ. Στο ποίημα αυτό ο Θεόκριτος απευθύνεται στον φίλο του Νικία που ήταν δυστυχισμένος στον έρωτά του και τον συμβουλεύει να αντιδράσει τραγουδώντας, όπως έκανε και ο κύκλωπας Πολύφημος, που με το τραγούδι γιατρεύτηκε από τον έρωτά του για τη Γαλάτεια.6

           Ο ποιητής παρουσιάζει τον γίγαντα Πολύφημο με ελαφρά χιουμοριστικό τόνο, ως μια ευαίσθητη ύπαρξη με ψυχή γεμάτη τρυφερότητα. Δεν είναι το άγριο μυθολογικό ον, αλλά ένας βοσκός όπως οι άλλοι, ένας απλοϊκός ερωτοχτυπημένος. Στην αρχή λοιπόν του ποιήματος περιγράφει τι έκανε ο Πολύφημος όταν, νεαρός ακόμη, είχε ερωτευτεί τη Νηρηίδα. Πολλές φορές, λέει, γύριζε το κοπάδι μονάχο του τα βράδια στο μαντρί ‒ παραθέτουμε τη συνέχεια στο πρωτότυπο:

 

                                           ………………….. ……. … ὃ δὲ τὰν Γαλάτειαν ἀείδων

                               αὐτὸς ἐπ’ ἀιόνος κατετάκετο φυκιοέσσας

                                          ἐξ ἀοῦς, ἔχθιστον ἔχων ὑποκάρδιον ἕλκος,           

                               Κύπριδος ἐκ μεγάλας τό οἱ ἥπατι πᾶξε βέλεμνον.

 

                                                    Σε μετάφραση

                              

                  …………………….. ενώ εκείνος στη Γαλάτεια τραγουδούσε

             και έλιωνε απ’ την αυγή εκεί, στο ακρογιάλι που το σκέπαζαν τα φύκια,

             πληγή περίσσια μισητή μες στην καρδιά του έχοντας

             απ’ το μεγάλο βέλος που η Κύπριδα7  μέσα στα σωθικά του8 έμπηξε.                                            

        

   Και το τραγούδι του Πολύφημου που ακολουθεί τι δροσερή ομορφιά αναδίνει!

Τι γλυκύτητα αισθημάτων αποπνέουν οι στίχοι όπου ο Θεόκριτος βάζει τον καημενούλη κύκλωπα να τραγουδάει τον έρωτά του στη Γαλάτεια, προσφέροντάς της όλο τον πολύτιμο κόσμο του, τον κόσμο ενός βοσκού!:

                    […]

                Αλίμονο, που δε με γέννησε η μάνα μου με βράγχια

                στη θάλασσα να βυθιστώ ερχόμενος σ’ εσένα

                και να σου φίλαγα το χέρι σου, εάν δε θες το στόμα,

                και κρίνα να σου έφερνα λευκά ή παπαρούνα απαλή

                που ’χει τα βαθυκόκκινα πλατιά πέταλα στη στεφάνη! […]               

                Γαλάτεια, ας έβγαινες από τη θάλασσα,

                κι ως έβγαινες, ας ξέχναγες, όπως εγώ που τώρα κάθομαι εδώ,

                στο σπιτικό σου να γυρνούσες· κι αν ήθελες να βόσκαμε μαζί,

                μαζί και να αρμέγαμε το γάλα

                και το τυρί να πήζαμε, πυτιά βάζοντας δυνατή.

                […]

 της τραγουδάει μεταξύ των άλλων.              

       Ο έρωτας ακόμη και αυτόν τον πανάσχημο ζωώδη κύκλωπα τον γεμίζει με λεπτότητα, και ο ερωτικός του πόνος με τον ποιητικό οίστρο γίνεται γαλήνιος και φωτεινός.

     Τι θεός αυτός ο ΄Ερωτας !

 

 

 

1) Μερικά υποκοριστικά έχασαν με τον καιρό την υποκοριστική τους σημασία και κατάντησαν να σημαίνουν ό, τι και η πρωτότυπη λέξη από την οποία παράγονται, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
2) Ο λόγος για τις αρωματικές κηραλοιφές, με τις οποίες οι εταίρες, οι πόρνες άλειφαν κάθε σημείο του κορμιού τους.
3) Λεπτό και διαφανές φόρεμα των γυναικών του Τάραντα.
4) Θαΐς, Αρισταγόρα, Λαΐς: περίφημες εταίρες της αρχαιότητας.
5) Με τον ποιητή Θεόκριτο ασχοληθήκαμε στο κείμενό μας της 7ης Φεβρουαρίου 2018 με αφορμή τη φράση «φτύνω στον κόρφο».
6) Η Γαλάτεια ήταν Νηρηίδα, δηλαδή μία από τις πενήντα κόρες του παλαιότατου θεού της θάλασσας Νηρέα, την οποία, κατά μία σικελική λαϊκή παράδοση, την ερωτεύτηκε ο κύκλωπας Πολύφημος.
7) Κύπρις: επώνυμο της θεάς Αφροδίτης, όπως έχουμε και με άλλη ευκαιρία αναφέρει, οφειλόμενο στο νησί της Κύπρου, τον παλαιότερο και κατ’ εξοχήν τόπο λατρείας της.
8) Έτσι μεταφράζουμε τη λέξη ἧπαρ του αρχαίου κειμένου. Το συκώτι θεωρούνταν ως έδρα ζωτικής δύναμης και από τους ποιητές τόπος των συναισθημάτων, φόβου, θυμού κ.λπ., κάτι αντίστοιχο της καρδιάς.

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.