Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Γεωργία Παπαδάκη:  ΨΩΜΙ – ΑΡΤΟΣ

        Η λέξη «ψωμί» με την οποία η νεοελληνική γλώσσα αντικατέστησε τον ἄρτον  της αρχαίας ελληνικής έχει σχηματιστεί από τον μεταγενέστερο τύπο «ψωμίον», που σημαίνει τεμάχιο άρτου και είναι υποκοριστικό του αρχαίου ουσιαστικού ψωμὸς (). Το ψωμός δηλώνει επίσης κομμάτι άρτου και, κατά μία άποψη, παράγεται από το ρήμα ψώω ή ψάω = τρίβω.

 

      Αυτό το ουσιαστικό το βρίσκουμε να σημαίνει γενικά τεμάχιο τροφής, μπουκιά, σε έναν στίχο της ομηρικής Οδύσσειας και συγκεκριμένα στη ραψωδία ι,1 όπου ο Οδυσσέας εξιστορεί την περιπέτεια που έζησαν αυτός και οι σύντροφοί του με τον τρομερό Κύκλωπα. Μετά την αφήγηση για το πώς ο Κύκλωπας έφαγε έξι συντρόφους του, πώς ο ίδιος τον πότισε με δυνατό κρασί, τι απάντηση του έδωσε στην ερώτηση που του έκανε για το πώς τον λένε (« το όνομά μου είναι Κανένας» ), ποια ήταν τα απειλητικά λόγια του Κύκλωπα πριν βυθιστεί ζαλισμένος από το κρασί στον ύπνο, ο ήρωας συνεχίζει λέγοντας ‒  παραθέτουμε το απόσπασμα με την καθηλωτική στην παραστατικότητά της περιγραφή στο πρωτότυπο:

                  Ἦ καὶ ἀνακλινθεὶς πέσεν ὕπτιος, αὐτὰρ ἔπειτα

                  κεῖτ’ ἀποδοχμώσας παχὺν αὐχένα, κὰδ δέ μιν ὕπνος

                 ᾕρει πανδαμάτωρ· φάρυγος δ’ ἐξέσσυτο οἶνος

                 ψωμοί τ’ ἀνδρόμεοι· ὁ δ’ ἐρεύγετο οἰνοβαρείων.

                                        Σε μετάφραση

   ΄Ετσι μίλησε και γέρνοντας κατά πίσω έπεσε στ’ ανάσκελα

  και στη συνέχεια, μετά, ήτανε ξαπλωμένος

  με το λαιμό του τον παχύ στο πλάι γυρισμένο,

  κι ο ύπνος πλέον τον κυρίευε, ο δαμαστής των πάντων·

  και έξω από το φάρυγγά του χυνότανε κρασί

  και κρέατος ανθρώπινου μπουκιές· 

  ελόγου του ξερνοβολούσε μεθυσμένος.

         Με την ειδικότερη σημασία του τεμαχίου άρτου απαντά το ψωμὸς  στα Απομνημονεύματα2 του Ξενοφώντα.

     Για την ακρίβεια, σε ένα κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου, ο Ξενοφών παρουσιάζει τον Σωκράτη να συμμετέχει σε ένα δείπνο και να πραγματεύεται την έννοια της ὀψοφαγίας, βλέποντας έναν νεαρό να τρώει φαγητό χωρίς καθόλου ψωμί· ο νέος είναι ὀψοφάγος, γιατί έτσι χαρακτηρίζεται αυτός που τρώει ὄψον,3 δηλαδή προσφάι, χωρίς ψωμί. Το ίδιο ισχύει όμως και για έναν άλλον, αναφέρει ο Ξενοφών, που είδε ο Σωκράτης             

 

               ἐπὶ τῷ ἑνὶ ψωμῷ πλειόνων ὄψων γευόμενον·

          

Δηλαδή,  να τρώει με μια μπουκιά ψωμί πολλά φαγητά·

 

     Τον τύπο ψωμίον τον συναντούμε σε μια πληροφορία που μας δίνει ο Διογένης ο Λαέρτιος4 για τον Κυνικό φιλόσοφο Διογένη. Διαβάζουμε λοιπόν ότι ο Διογένης κάποτε, όταν είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια, πέταξε το κύπελλο που είχε μέσα στο δισάκι του λέγοντας πως ένα παιδί τον νίκησε στην απλότητα ‒ η συνέχεια στο πρωτότυπο:

                    ἐξέβαλε δὲ καὶ τὸ τρυβλίον, ὁμοίως παιδίον

                  θεασάμενος, ἐπειδὴ κατέαξε τὸ σκεῦος,

                  τῷ κοίλῳ τοῦ ψωμίου τὴν φακῆν ὑποδεχόμενον.

 

                                       Σε μετάφραση

         Επίσης πέταξε από το δισάκι και την κούπα του,

        όταν είδε πάλι ένα παιδί που, επειδή έσπασε το πιάτο,

        έπαιρνε τις φακές μέσα στη γούβα ενός κομματιού ψωμιού.

                                 

         Στην αρχαιότητα ἄρτον ( η λέξη είναι αβέβαιης ετυμολογίας) αποκαλούσαν εκείνον που γινόταν από σιτάρι και μᾶζα το κριθαρένιο ψωμί, το οποίο ήταν κατώτερης ποιότητας από το σταρένιο, κόστιζε πολύ λιγότερο και συνήθως το αγόραζαν οι φτωχοί.

        Εκτός όμως από αυτά τα δύο βασικά είδη ψωμιού, υπήρχε μεγάλη ποικιλία άρτων, που διέφεραν ως προς τα χρησιμοποιούμενα υλικά, τον τρόπο όπτησης και το σχήμα τους, όπως δηλώνει το πλήθος των ονομασιών που παραδίδουν οι αρχαίες πηγές: ἄζυμος, ζυμίτης, σεμιδαλίτης (από σιμιγδάλι), χονδρίτης (από χοντράλευρο), ἰπνίτης (ο ψημένος στον φούρνο), ἐσχαρίτης (ο ψημένος στη σχάρα), κριβανίτης (ο ψημένος στη γάστρα), ἐγκρυφίας ( ο ψημένος στη χόβολη), τὸ ἡμιάρτιον (είδος άρτου ημικυκλικού σχήματος), δίπυρος (το παξιμάδι), ἀλειφατίτης (ο ψημένος με λάδι ή λίπος), κολλύρα (κουλούρα), ἀνάστατος (το αφράτο ψωμί) κ. ά.

      Αρχικά η παρασκευή του ψωμιού ήταν οικιακό έργο, όμως από τον 5ο αι. π.Χ. εμφανίστηκε ο κλάδος των ἀρτοποιῶν και το επάγγελμα του ἀρτοπώλου και της ἀρτοπώλιδος, απ’ όπου οι περισσότερες οικογένειες προμηθεύονταν πλέον το ψωμί ‒ οι ἀρτοπώλιδες φημίζονταν για τη μακριά γλώσσα τους και θεωρούνταν τελευταίας υποστάθμης άτομα.

     Στο Περὶ ἀρχαίας ἱατρικῆς του ιπποκρατικού Corpus ο συγγραφέας παρουσιάζοντας σε κάποιο σημείο τη θεωρία του για την εξέλιξη της ανθρώπινης διατροφής, καταγράφει την κληρονομημένη γνώση πως μετά τον πρωτόγονο τρόπο ζωής του με φυτικές και ωμές τροφές ο άνθρωπος: «έφτιαξε τον ἄρτον από το στάρι, αφού το μούσκεψε, το ξεφλούδισε, το άλεσε, το κοσκίνισε, το ζύμωσε και το έψησε· από δε το κριθάρι έφτιαξε την μᾶζαν, (το κριθαρόψωμο)».

     Και μία τελευταία πληροφορία για το ψωμί·  οι αρχαίοι το χρησιμοποιούσαν  στα δείπνα και σαν πετσέτα. Επειδή έτρωγαν με τα χέρια, τα καθάριζαν με την ψίχα του ψωμιού, που κατόπιν την πετούσαν στα σκυλιά τα οποία τους ακολουθούσαν παντού.

 

        Ο άρτος, λοιπόν, το ψωμί αποτελεί τη βασική, την κύρια τροφή του ανθρώπου από τότε που ανακάλυψε την καλλιέργεια των δημητριακών στα πεδινά της Εγγύς Ανατολής  πριν 10.000 χρόνια, γεγονός σταθμός για την πολιτιστική ιστορία της ανθρωπότητας που πέρασε από το θηρευτικό στο παραγωγικό στάδιο.  

Γι’ αυτό και ο θυμόσοφος λαός, όταν θέλει να πει πως κάποιος κερδίζει τα προς το ζην αναγκαία, έχει τη φράση: «Βγάζει το ψωμί του».

 

 

 

 

1) Για τη ραψωδία ι έχουμε μιλήσει και στο κείμενό μας της 16ης Οκτωβρίου 2018 με αφορμή το επίθετο ὑψίκομος.
2) Τα Απομνημονεύματα αποτελούνται από τέσσερα βιβλία που περιέχουν σωκρατικούς διαλόγους.
3) Για το ὄψον, κάθε στέρεη τροφή που συνοδεύει στο γεύμα το ψωμί, την ὀψοφαγία και την ψαροφαγία βλ. και κείμενό μας ( 4 Αυγούστου 2018) με θέμα τις λέξεις « ψωνίζω ‒ ψάρι ». Εδώ πρέπει να προσθέσουμε ότι οι περισσότεροι ΄Ελληνες, κυρίως οι Αθηναίοι, φημίζονταν για τη λιτότητά τους. ΄Ομως ο οψοφάγος, μην τρώγοντας καθόλου ή ελάχιστο ψωμί, ανατρέπει τη διαιτητική ιεραρχία που έχει ως θεμελιώδες στοιχείο της ύπαρξης το ψωμί, το φτιαγμένο από σιτάρι ή άλλο δημητριακό, αφήνοντας την απλή διατροφή να εκτραπεί σε απόλαυση. Γίνεται εμμανής για τα καλά φαγητά, κυρίως για τα ψάρια, όπως έχουμε πει, και η διατροφική αυτή συνήθεια είναι κατακριτέα.
4) Ο Διογένης ο Λαέρτιος ( ο καταγόμενος από τη Λαέρτη της Κιλικίας ) έζησε περί το 200 μ. Χ. και έγραψε σε 10 βιβλία βίους φιλοσόφων, έργο μεγάλης αξίας για το πλήθος των βιογραφικών και φιλολογικών ειδήσεων που περιέχει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.