Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γεωργία Παπαδάκη : Ύφαλος  ‒  Σχοινί

      Δύο ενδιαφέρουσες για την προέλευσή τους ελληνικές λέξεις  ‒ η πρώτη έχει μείνει αμετάβλητη στο διάβα των αιώνων, η άλλη διαφοροποιείται ως προς την κατάληξη ‒ τις οποίες θα συναντήσουμε εδώ σε ένα απόσπασμα από το έργο του Αρριανού Ἀλεξάνδρου Ανάβασις.

       Κατά πρώτον η λέξη «ύφαλος»: στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα αναφέρεται στη βραχώδη προεξοχή του βυθού της θάλασσας που μόλις σκεπάζεται από τα νερά και έχει φθάσει ώς τις μέρες μας αυτούσια από τους αρχαίους χρόνους.

       Σχηματίζεται από την πρόθεση ὑπὸ → ὕφ- και το ουσιαστικό ἅλς (), γενική ἁλός, που σημαίνει θάλασσα (βλ. και ἀγχί-αλος = ο δίπλα στη θάλασσα, ο παραθαλάσσιος). Στην αρχαία ελληνική γλώσσα η λέξη ως επίθετο, ὕφαλος -ον, δηλώνει το υποθαλάσσιο, π. χ. ὕφαλος πέτρα = υποθαλάσσιος βράχος, και ως ουσιαστικό, τὰ ὕφαλα, το τμήμα του πλοίου που βρίσκεται κάτω από το νερό ‒ και σήμερα χρησιμοποιείται ως ναυτικός όρος, όπως και το αντίθετό του, τα ἔξ-αλα = το έξω από τη θάλασσα τμήμα· κατ’ αναλογία δημιουργήθηκαν τον 19ο αι. οι λέξεις ίσαλος, ίσαλα.

      Περνάμε στο ουσιαστικό σχ(κ)οινί· παράγεται από το αρχαίο σχοινίον, το υποκοριστικό της λέξης σχοῖνος ( και ), άγνωστης ετυμολογίας, που  μαρτυρείται ήδη στα μυκηναϊκά κείμενα. Σχοῖνον ονόμαζαν οι αρχαίοι κάθε ελώδες φυτό με μακρούς βλαστούς αντί φύλλων, το κοινώς λεγόμενο «βούρλο», αλλά και το πλέγμα από ίνες σχοίνου, δηλαδή το σχοινί που φτιαχνόταν από αυτό το φυτό.

Την έννοια του σχοινιού έχει και το υποκοριστικό, το σχοινίον· […]  περιβαλόντας σχοινία ἕλκειν τὰ ἀγάλματα [..], διαβάζουμε στον Ηρόδοτο, δηλαδή πέρασαν σχοινιά γύρω από τα αγάλματα και τα τραβούσαν.

      Πριν δούμε το αρχαίο απόσπασμα, λίγα λόγια για τον Αρριανό.

Ο Φλάβιος Αρριανός ( 95-175 μ. Χ.), Έλληνας ιστορικός και γεωγράφος, γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Βιθυνίας. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια και απέκτησε την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Σε νεαρή ηλικία ήρθε στη Νικόπολη και έγινε μαθητής του φιλοσόφου Επίκτητου. Διετέλεσε ανώτατος αξιωματούχος του Ρωμαϊκού κράτους και, έχοντας κερδίσει την εύνοια του Αδριανού, διορίστηκε από αυτόν διοικητής της Καππαδοκίας. Το έτος 148 τον βρίσκει επώνυμο άρχοντα στην Αθήνα, όπου αφοσιώνεται στη συγγραφή. Στο τέλος της ζωής του ξαναγύρισε στην πατρίδα του, τη Νικομήδεια.

    Από τα έργα του, σώζονται: 4 από τα 8 βιβλία του έργου του Ἐπικτήτου Διατριβαὶ και το Ἐγχειρίδιον, επιτομή και τα δύο της διδασκαλίας του φιλοσόφου· ο Περίπλους Εὐξείνου Πόντου, γεωγραφικό σύγγραμμα αφιερωμένο στον Αδριανό· ο Κυνηγετικός, στο οποίο μιμείται τον Ξενοφώντα που θαύμαζε απεριόριστα, άλλες δύο συγγραφές σχετικές με την στρατιωτική τακτική και λίγα αποσπάσματα άλλων έργων του.

    ΄Όμως εκείνο το έργο στο οποίο οφείλει τη φήμη του μέσα στους αιώνες είναι η Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις με τη συνέχειά της, την Ἰνδική, και αυτό γιατί αποτελεί το εγκυρότερο έργο για τη συναρπαστική προσωπικότητα του Αλέξανδρου. Ο Αρριανός παραβάλλοντας και ερευνώντας κριτικά τις πηγές του ‒ κυρίως στηρίζεται στα απομνημονεύματα δύο συμπολεμιστών του μεγάλου Μακεδόνα βασιλιά, του Αριστόβουλου και του Πτολεμαίου ‒ εξιστορεί σε 7 βιβλία τα γεγονότα από την άνοδο του Αλέξανδρου στον θρόνο έως τον θάνατό του. Για τον Αλέξανδρο ο ιστορικός τρέφει απέραντο θαυμασμό, ωστόσο δεν αποφεύγει να τον επικρίνει σε κάποιες περιπτώσεις, στην προσπάθειά του να είναι αντικειμενικός. Για τον τίτλο και τον αριθμό των βιβλίων στα οποία χώρισε το σύγγραμμά του ο ιστορικός από τη Νικομήδεια είχε ως υπόδειγμα την Κύρου Ἀνάβασιν του Ξενοφώντα, του φιλολογικού του προτύπου.

     Το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει βρίσκεται στο κεφάλαιο το σχετικό με την πολιορκία και την άλωση της φοινικικής πόλης Τύρου.

    Στη νικηφόρα προέλασή του στην Ασία, τη σοβαρότερη αντίσταση ο Αλέξανδρος τη συνάντησε στην Τύρο, μια πόλη απόρθητη, κτισμένη επάνω σε νησί, με ισχυρή οχύρωση, με πλήθος πολεμικές μηχανές, την οποία, παρά τη σθεναρή αντίσταση των υπερασπιστών της, κατάφερε να την καταλάβει ύστερα από μακρά πολιορκία επτά μηνών (332 π. Χ.).   

     Ένα από τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο Αλέξανδρος στη διάρκεια της πολιορκίας ήταν οι πολλές και μεγάλες πέτρες που είχαν ρίξει οι Τύριοι στη θάλασσα και προεξείχαν εμποδίζοντας τα μακεδονικά πλοία να προσεγγίσουν το τείχος της πόλης. Διέταξε λοιπόν να τις ανασύρουν, έργο που ήταν δύσκολο, γιατί έπρεπε να εκτελεσθεί όχι από στέρεο έδαφος αλλά από πλοία. Οι Τύριοι δυσκόλεψαν ακόμη περισσότερο την επιχείρηση, καθώς κατάφερναν να πλησιάζουν με δικά τους πλοία τα μακεδονικά και να κόβουν τα σχοινιά των αγκυρών τους, καθιστώντας μ’ αυτό τον τρόπο αδύνατη την απαραίτητη  αγκυροβολία τους. Ο Αλέξανδρος αντέδρασε βάζοντας πολλά πλοία πλάγια στις άγκυρες, ώστε να εμποδίζεται η έφοδος των πλοίων της Τύρου ‒ παραθέτουμε τη συνέχεια στο πρωτότυπο:

               […] Ἀλλὰ καὶ ὣς ὕφαλοι κολυμβηταὶ τὰς σχοίνους

                     αὐτοῖς ὑπέτεμνον. Οἱ δὲ ἁλύσεσιν ἀντὶ σχοίνων

                     εἰς τὰς ἀγκύρας χρώμενοι, οἱ Μακεδόνες, καθίεσαν,

                     ὥστε μηδὲν ἔτι πλέον τοῖς κολυμβηταῖς γίγνεσθαι.[…]

 

                                          Σε μετάφραση

 

         Αλλά και έτσι, κολυμβητές βουτώντας κάτω από την επιφάνεια

        της θάλασσας έκοβαν τα σχοινιά τους. Και τότε οι Μακεδόνες,    

        χρησιμοποιώντας αλυσίδες αντί σχοινιών στις άγκυρες,

        τις έριχναν στη θάλασσα, ώστε ακόμη περισσότερο να εξασφαλίσουν  

        ότι τίποτε δεν θα καταφέρουν οι κολυμβητές.

 

   Η κατάκτηση της έως τότε απόρθητης Τύρου ήταν πραγματικά άθλος και ενίσχυσε τη φήμη του Αλέξανδρου ως ακατανίκητου στρατηλάτη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.