Loading...
ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Αργυροδίνης, έγκυος, …ούτε στο δάκτυλό του

ΑΡΓΥΡΟΔΙΝΗΣ

Η ποιητική αυτή λέξη είναι σύνθετη και σχηματίζεται από τα ουσιαστικά ἂργυρος και δίνη (για το πρώτο συνθετικό αξίζει να επισημάνουμε ότι έχει μια μακραίωνη ιστορία ζωής, καθώς ανήκει στις εκατοντάδες μυκηναϊκές λέξεις που αντέχουν και ζουν για 40 αιώνες!). Ως επίθετο το ἀργυροδίνης προσδιορίζει ποταμούς και σημαίνει αυτόν που έχει δίνες στο χρώμα του αργύρου (από την κρυστάλλινη διαύγεια των νερών του)· είναι, με άλλα λόγια, τόσο καθαρά που, όταν στροβιλίζονται, ασημίζουν.

Πρώτη φορά απαντά η λέξη στον επιφανέστερο επικό ποιητή όλων των εποχών, τον Όμηρο, και συγκεκριμένα στην αριστουργηματική του Ἰλιάδα, απ’ όπου προέρχεται το απόσπασμα που παραθέτουμε.

Για τη ζωή του Ομήρου, παρόλο που υπάρχουν πολλές παραδόσεις, στην ουσία  ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Ακόμη και  στην αρχαιότητα αντιμετώπιζαν πολλά σκοτεινά σημεία σχετικά με την καταγωγή και την εποχή που έζησε· ενδεικτικό είναι ότι την τιμή της γενέτειράς του τη διεκδικούσαν πολλές πόλεις, όπως η Χίος, η Σμύρνη, η Κολοφών κ. ά. Γεγονός πάντως είναι ότι η πατρίδα του ποιητή βρισκόταν στην Ιωνία της Μ. Ασίας. Σύμφωνα με μία εκδοχή ήταν τυφλός – ούτε όμως αυτό είναι βέβαιο – και πέθανε στην ΄Ιο, το μικρό νησάκι των Κυκλάδων.

Η μεγάλη αξία των ομηρικών επών είχε τόσο πολύ εκτιμηθεί στα αρχαία χρόνια, ώστε ήδη τον 6ο αι. π. Χ. εισάγονται και διδάσκονται στα σχολεία – η επίδρασή τους στον ελληνικό κόσμο ήταν ανυπολόγιστη και η αξία τους πολύπλευρη· μορφωτική, διδακτική, εθνική, καλολογική. Αλλά και γενικά, κολοσσιαία υπήρξε η επιρροή τους στην πολιτιστική εξέλιξη ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Θέμα της  Ἰλιάδας είναι η εξιστόρηση γεγονότων του δέκατου και τελευταίου χρόνου του Τρωικού πολέμου που καλύπτουν διάστημα 51 ημερών, μέχρι τον θάνατο και την ταφή του Έκτορα. Συνδετικό κρίκο των δρώμενων ο ποιητής έθεσε την μῆνιν, την οργή του Αχιλλέα, επεισόδιο με το οποίο αρχίζει το έπος και του οποίου οι δραματικές συνέπειες καθιστούν το έργο του Ομήρου εφάμιλλο τραγωδίας.

    Το απόσπασμα με το επίθετο ἀργυροδίνης το αντλήσαμε από τη ραψωδία Β. Έχει προηγηθεί η σύγκρουση του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα, επειδή ο τελευταίος υποχρεώθηκε να απελευθερώσει την αιχμάλωτή του, τη Χρυσηίδα, την κόρη του Χρύση, ιερέα του Απόλλωνα – ύστερα από τον λοιμό που έστειλε ο θεός στους Αχαιούς –προβάλλοντας όμως την απαίτηση να πάρει ως αντάλλαγμα τη Βρισηίδα, την αιχμάλωτη του Αχιλλέα, όπως και έγινε. Ο Αχιλλέας οργισμένος έχει αποτραβηχτεί στη σκηνή του με την απόφαση να μείνει μακριά από τον πόλεμο, και η μητέρα του, η Θέτιδα, ικανοποιώντας την επιθυμία του έχει ζητήσει από τον Δία να εκδικηθεί τους Αχαιούς δίνοντας τη νίκη στους Τρώες. Πράγματι, ο υπέρτατος θεός, παραπλανώντας με ένα όνειρο τον Αγαμέμνονα, τον ξεσηκώνει να επιτεθεί κατά της Τροίας. Έτσι, οι Αχαιοί εξορμούν για τη μάχη.

Στο σημείο αυτό ο ποιητής κάνει μιαν ακριβή απαρίθμηση των πλοίων των Αχαιών (Κατάλογος νεῶν) που έφθασαν στην Τροία, με τους ηγεμόνες τους κατά πόλεις, και μια συντομότερη παρουσίαση των Τρώων και των συμμάχων τους. Μεταξύ των άλλων λοιπόν ελληνικών φύλων, ο Όμηρος αναφέρεται στους Ενιάνες και τους Περαιβούς, οι οποίοι, όπως λέει, κατοικούσαν γύρω από τη Δωδώνη – και συνεχίζει:

οἵ τ’ἀμφ’ ἱμερτὸν Τιταρήσιον ἒργα νέμοντο,

ὃς ῥ’ ἐς Πηνειὸν προΐει καλλίρροον ὕδωρ,

οὐδ’ ὅ γε Πηνειῷ συμμίσγεται ἀργυροδίνῃ,

ἀλλά τέ μιν καθύπερθεν ἐπιρρέει ἠΰτ’ ἒλαιον·

ὅρκου γάρ δεινοῦ Στυγὸς ὕδατός ἐστιν ἀπορρώξ.

Σε μετάφραση

και οι οποίοι τα χωράφια δούλευαν γύρω απ’ τον ποθητό τον Τιταρήσιο,*

που το καλοτρεχούμενο νερό του στον Πηνειό το χύνει

δίχως αυτό ν’ ανακατεύεται με τον αργυροδίνη Πηνειό,

αλλά από πάνω του κυλάει σαν λάδι·

γιατί ’ναι μέρος του νερού της Στύγας,** του όρκου, ναι, του τρομερού.

 

Αυτός είναι ο Όμηρος· περιμένεις έναν άχρωμο στρατιωτικό κατάλογο, και ξεπετάγονται μέσα από τους στίχους στραφταλίζοντας ένας ἱμερτός, και ένας καλλίρροος και ἀργυροδίνης  ποταμός!

 

* Τιταρήσιος: παραπόταμος του Πηνειού, ο οποίος σήμερα ταυτίζεται με τον λεγόμενο Ξεριά.

** Στύξ –γός: ποταμός του ΄Αδη, στο νερό του οποίου ορκίζονταν οι θεοί τον φο βερό τους όρκο.

ΕΓΚΥΟΣ

Η λέξη  ἔγ (←ἐν)+ κυος  προέρχεται από το ρήμα κυέω ή κύω, που σημαίνει εγκυμονώ ( από τη ρίζα κυ- σχηματίζονται και οι λέξεις κύησις, κυοφορέω, κῦμα αχ, το κύμα χωρίς την περισπωμένη δεν κυματίζει! ‒ κύτος = κοίλωμα, κύλιξ, κύστις, απο-κύημα κ. ά.), και το παρατιθέμενο απόσπασμα που την περιέχει ανήκει στο περίφημο έργο του Ηρόδοτου, την Ἱστορία του.

      Ο Ηρόδοτος, ο «πατέρας της ιστορίας», γεννήθηκε το 484/80 π.Χ. στην Αλικαρνασσό. Συμμετείχε στην ανατροπή του τυράννου της πόλης του – η Αλικαρνασσός βρισκόταν τότε υπό καρική κυριαρχία – αλλά έπεσε στη δυσμένεια των συμπολιτών του και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά την πατρίδα του. Γύρω στα 450 π.Χ. ήρθε στην Αθήνα, όπου πέρασε σημαντικό μέρος της ζωής του, και, όταν το 443 οι Αθηναίοι ίδρυσαν στην Κ. Ιταλία μια νέα αποικία, τους Θουρίους, πήρε μέρος στον αποικισμό, εγκαταστάθηκε στη νέα πόλη και έγινε πολίτης της. Σχετικά με το τέλος της ζωής του δεν έχουμε καμία πληροφορία· υπάρχει αβεβαιότητα αν πέθανε στους Θουρίους, αλλά και η χρονολογία του θανάτου του δεν είναι ακριβής – πάντως πρέπει να ζούσε στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου.

     Ο Ηρόδοτος ταξίδεψε πολύ. Συλλέγοντας πληροφορίες και καταγράφοντας τις δικές του παρατηρήσεις επισκέφτηκε απομακρυσμένους ξένους τόπους· εκτός του ότι γνώρισε την κυρίως Ελλάδα και την Κάτω Ιταλία, έφθασε μέχρι τις ακτές της Μαύρης θάλασσας βόρεια, τη Μεσοποταμία ανατολικά, την Αίγυπτο και την Κυρηναϊκή νότια. Αποτέλεσμα αυτών των περιηγήσεων είναι ένα τεράστιο πλήθος από ποικίλες πληροφορίες – εθνογραφικές, γεωγραφικές, ιστορικές, θρησκευτικές, ανεκδοτολογικές –  για όλους τους λαούς με τους οποίους ήρθε σε επαφή, πληροφορίες που εμπλουτίζουν την Ἱστορία του.

Για το έργο του κάποιοι μελετητές του τον επέκριναν και στους αρχαίους και στους νεότερους χρόνους, και αυτό γιατί συνήθιζαν – εσφαλμένα – να τον αξιολογούν σε σχέση με τον Θουκυδίδη, τον μεγαλύτερο ιστορικό της αρχαιότητας, και να εντοπίζουν τις αδυναμίες του στα σημεία που ο τελευταίος υπερτερεί (κριτική έρευνα, αξιοπιστία, ψυχολογική εμβάθυνση, βαθύτερη ερμηνεία του ιστορικού γίγνεσθαι). Σήμερα όμως η αξία του Ηρόδοτου έχει αποκατασταθεί. Απέναντι στην αποκλειστικά πολιτική ιστορία του Θουκυδίδη η ηροδότεια αναγνωρίζεται ως ιστορία πολιτισμού, και μάλιστα ολόκληρου του τότε γνωστού κόσμου.

Ο κύριος άξονας του έργου του Ηρόδοτου, το οποίο διανθίζεται παρεκβατικά από τον πλούτο των ποικιλόμορφων στοιχείων που αναφέραμε παραπάνω, είναι η κληρονομική έχθρα μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων και ειδικότερα οι Μηδικοί πόλεμοι.

Ο ιστορικός αρχίζει τη συγγραφή του προτάσσοντας τη γνώμη των Περσών για την παλιά αντίθεση ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία στη βάση των μυθικών παραδόσεων. Λέει λοιπόν πως υποστηρίζουν ότι αυτή η διάσταση ξεκίνησε με αρπαγές γυναικών που έγιναν από το ένα και από το άλλο μέρος· ότι την αρχή την έκαναν οι Φοίνικες αρπάζοντας την Ιώ, την κόρη του βασιλιά του Άργους Ινάχου, και ακολούθησε η αρπαγή της Ευρώπης και της Μήδειας από τους Έλληνες και της Ελένης από τον Πάρη· και ότι, ενώ στην αρχή γίνονταν μόνο αρπαγές, πρώτοι οι Έλληνες εξεστράτευσαν κατά της Τροίας, γεγονός που τους έκανε έκτοτε  παντοτινούς εχθρούς των Περσών.

Οι Φοίνικες όμως, συνεχίζει ο Ηρόδοτος, δεν συμφωνούν με τους Πέρσες στο θέμα της Ιώς. Διατείνονται ότι δεν την απήγαγαν, αλλά ότι εκείνη στο Άργος – παραθέτουμε τη συνέχεια από το πρωτότυπο αρχαίο κείμενο:

 ἐμίσγετο τῷ ναυκλήρῳ τῆς νεός· ἐπεὶ δὲ έμαθε ἔγκυος ἐοῦσα,

 αἰδεομένη τοὺς τοκέας, οὕτω δὴ ἐθελοντὴν αὐτὴν τοῖσι Φοίνιξι

 συνεκπλῶσαι, ὡς ἂν μὴ κατάδηλος γένηται.

 Σε μετάφραση

έσμιξε με τον καραβοκύρη. Και όταν κατάλαβε ότι ήταν έγκυος,

ντράπηκε τους γονείς της και έτσι με τη θέλησή της, από μόνη της,

έφυγε πλέοντας μαζί με τους Φοίνικες, για να μην αποκαλυφθεί.

 

Ακόμη και στους μύθους το εξώγαμο παιδί θεωρούνταν όνειδος για τη γυναίκα!

 

 …  ΟΥΤΕ  ΣΤΟ  ΔΑΚΤΥΛΟ  ΤΟΥ

Όταν συγκρίνουμε δύο ανθρώπους και θέλουμε να δείξουμε τον μεγάλο βαθμό υστέρησης του ενός έναντι του άλλου, λέμε πως « δεν τον φτάνει ούτε στο δάκτυλό του» ή « ούτε στο μικρό του δακτυλάκι».

Αυτός ο τρόπος έκφρασης είναι αρχαιοελληνικός, και μία παραλλαγή του συναντούμε σε μία επιστολή του ρήτορα Αλκίφρονος.

Ο Αλκίφρων, ένας από τους minores συγγραφείς της αρχαιότητας, έζησε την περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της Pax Romana, στο τέλος του 2ου αι. μ.Χ. Διακρίθηκε στην Ε π ι σ τ ο λ ο γ ρ α φ ί α, ένα λογοτεχνικό είδος πολύ αγαπητό στους αρχαίους, και μάλιστα σε αυτό των φανταστικών ή πλαστών επιστολών, το οποίο αποτελούσε συνηθισμένο γύμνασμα στις ρητορικές σχολές της εποχής. Πρόκειται δηλαδή για επιστολές επινοημένες από τον συγγραφέα, με  τους επιστολογράφους και αποδέκτες τους να είναι πρόσωπα φανταστικά ή πραγματικά παλαιότερων εποχών.

Από τις επιστολές του Αλκίφρονος έχουν διασωθεί περίπου 100, οι οποίες είναι γραμμένες με χάρη και γλαφυρότητα στην αττική διάλεκτο και αποτελούν ανεκτίμητη πηγή πληροφόρησης για την καθημερινή ζωή του αρχαίου κόσμου. Σύμφωνα με το περιεχόμενό τους κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες:

1) Ἁλιευτικαὶ ἐπιστολαὶ

Έχουν ως θέμα τον δύσκολο βίο των ψαράδων με τους κινδύνους της θάλασσας, την εκμετάλλευσή τους από τα αφεντικά και τους τοκογλύφους, αλλά και τις κου τοπονηριές τους, τους έρωτες, τις συζυγικές απιστίες τους και άλλες όψεις της καθημερινής τους ζωής.

2) Γεωργικαί ἐπιστολαί

Περιγράφουν τη σκληρή ζωή των αγροτών με τις ατυχίες, τα χρέη, τις πίκρες τους από τις κακές σοδειές, αλλά και τα γλέντια τους και τις χαρές της ζωής κοντά στη φύση.

3) Ἐπιστολαὶ παρασίτων

Οι παράσιτοι (παράσιτος [←παρά + σῖτος]= αυτός που τρώει στο τραπέζι άλλου) ήταν ανεπάγγελτα περιθωριακά άτομα, που με χαμερπείς κολακείες προσεταιρίζονταν πλούσιους συμπολίτες τους. Εξασφάλιζαν με αυτό τον τρόπο το φαγητό τους, καθώς συμμετείχαν σε διάφορα συμπόσια και δείπνα με πικρό όμως αντάλλαγμα· μετατρέπονταν σε παίγνιο των συνδαιτημόνων, από τους οποίους υπέφεραν κάθε είδος ταπείνωσης και εξευτελισμού. Οι επιστολές είναι εξομολογητικά κείμενα που αποδίδουν με ρεαλισμό τα αρχαία συμπόσια και τα πάθη αυτών των αξιοθρήνητων ανθρώπων

4) Ἑταιρικαὶ ἐπιστολαὶ

Με τις επιστολές της τελευταίας κατηγορίας ‒ στις περισσότερες, εταίρες απευθύνονται σε φίλες ή εραστές ‒ ο Αλκίφρων δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα της ερωτικής ζωής και της ψυχολογίας των περίφημων αυτών γυναικών της αρχαιότητας.

Μία από αυτές τις επιστολές, από την οποία σταχυολογήσαμε και το παρακάτω απόσπασμα, συνδέει δύο ιστορικά πρόσωπα, δύο Αθηναίες εταίρες, το Λεόντιον* – η επιστολογράφος – και τη Λάμια – η παραλήπτης –. Η πρώτη ήταν φίλη, προστατευομένη και μαθήτρια του σπουδαίου φιλόσοφου του 4ου αι. π. Χ., του Επίκουρου, και η δεύτερη ερωμένη του Δημήτριου του Πολιορκητή.

Το Λεόντιον, που φημιζόταν στην εποχή της για τη χάρη και το πνεύμα της, παρουσιάζεται στην επιστολή, τη γραμμένη με διάθεση διακωμώδησης των προσώπων, ως ένα κοινό ερωτιάρικο θηλυκό, χωρίς κανένα πνευματικό ενδιαφέρον,  οργισμένο με τον Επίκουρο.

Τι ακριβώς συμβαίνει;

Ο Επίκουρος δεν φτάνει που είναι ένας μπαμπόγερος 80 χρονών, αρρωστιάρης και ψειριάρης, είναι και ζηλιάρης. Το Λεόντιον διαμαρτύρεται ότι την καταπιέζει αφόρητα. Θέλει να την ελέγχει διαρκώς, τη βομβαρδίζει με γράμματα, και το χειρότερο, την εμποδίζει να χαρεί τον έρωτά της· γιατί, όπως εξομολογείται στη φίλη της, έχει κάνει δεσμό με τον νεαρό και ωραίο Τίμαρχο, που ήταν παλιός γείτονάς της και ο πρώτος που έσμιξε μαζί της.  Αγανακτισμένη λοιπόν ξεσπάει σε κάποιο σημείο γράφοντας:

Ἐγὼ μὲν εἰ καὶ ὅλη γένοιτο ἡ Ἀθηναίων πόλις Ἐπικούρων, μὰ τὴν Ἅρτεμιν

 οὐ ζυγοστατήσω πάντας αὐτοὺς πρὸς τὸν Τιμάρχου βραχίονα,

 μᾶλλον δὲ οὐδὲ πρὸς τὸν δάκτυλον.

Σε μετάφραση

Εγώ, βέβαια, ακόμη κι αν ολόκληρη η πόλη των Αθηναίων

περάσει στα χέρια των Επικουρείων, μά την ΄Αρτεμη,

δε θα βάλω στη ίδια ζυγαριά όλους αυτούς με το μπράτσο του Τίμαρχου,

ή μάλλον ούτε με το δάχτυλό του!

 

* Τα γυναικεία ονόματα ουδετέρου γένους με κατάληξη –ιον ήταν υποκοριστικά που τα έφεραν συνήθως γυναίκες ελαφρών ηθών, εταίρες, αυλητρίδες, πόρνες.

 

      

One comment
  1. Λένη Ζάχαρη

    Αγαπημένη μου Γεωργία,
    διαβάζοντας το «καθύπερθεν» με πέταξε ο νους μου στο Σπήλαιον της Αλληγορίας του Πλάτωνα, στην Πολιτεία, από την μια και στον Παπαδιαμάντη από την άλλη. .Το ταξίδι της γλώσσας μας ατέλειωτο… Μα οι σημερινές γενιές φτωχές. . Βγάζουν από εδώ, βγάζουν από εκεί, τίποτα δεν θα μείνει από τούτη τη γλώσσα στο τέλος!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *