Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Γιάννης Κονδυλόπουλος: Ένα αφήγημα

Η ΒΟΥΚΑΜΒΙΛΙΑ

        Στο επαρχιακό φυτώριο μας καθησύχασαν πως τα φυτά του είδους της ψηλώνουν λίγο.“Αν είναι έτσι, δώσε δυο, για να καλύψουμε τον χώρο”. Και τις φυτέψαμε σ’ ένα κοινό παρτέρι, τηρώντας την απόσταση ασφαλείας.
        Πρώτη μεγάλωσε η αδελφή της. Πήρε να δένει, να ψηλώνει και να μπουμπουκιάζει, μα  αυτή εκεί, σεμνή και μετρημένη. Σχεδόν αξιολύπητη.
        Πέρασε έτσι  καλοκαίρι και χειμώνας, και στο ξεκίνημα του νέου κύκλου το πράγμα αντεστράφη: η άνοιξη βρήκε τη μικρή να θάλλει. Μέχρι ν’ ανοιγοκλείσουμε τα βλέφαρά μας, η βιαστική αδελφή μαράγκιασε.  Και όσο ψήλωνε η μια, τόσο γερνούσε η άλλη, ώσπου μαράθηκε.
        Μας λύπησε η ξαφνική απώλεια της πρώτης, μα καμαρώναμε κρυφά την κάποτε σεμνή αδελφή ν’  απλώνεται και να θεριεύει. Καμάρωνε μαζί κι η γειτονιά για το στολίδι. Κι όσο το ένιωθε αυτή, τόσο ξεπεταγόταν· κι ό,τι φυτεύαμε κοντά το βρίσκαμε ξερό σε δυο βδομάδες.
        Την κλάδευα στην πρώτη ευκαιρία μ’ αγωνία, με την κρυφή ελπίδα να συνετισθεί, να πάψει πια να προκαλεί φυτά κι ανθρώπους. Μ’  αυτή εκεί, να επιμένει, η άπληστη!
        Δεν ξέρω ακόμη να σας πω ποιο θα ’ν’ το τέλος της, κι ας το φαντάζομαι. Προς το παρόν, ας  κατεβώ να την ποτίσω. Έχει ένα μήνα αναβροχιά και είναι κρίμα…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.