Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιάννης Κονδυλόπουλος: Παναγιώτα Λάσκαρη, “Μικρή σπουδή πάνω στο πρόσωπο ενός Τεύκρου – Συνομιλώντας με τον Γιώργο Σεφέρη”

 

 

 

            “Είναι παντού το ποίημα. Η φωνή σου / καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του / σαν το δελφίνι που για λίγο συντροφεύει / μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο / και πάλι χάνεται.”[1] Η φωνή του ποιητή ευτυχεί κάποτε να συναντήσει το ποίημα. Και τότε αυτό, “Ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας,”[2] αποκαλύπτεται και μας αποκαλύπτει: αποκαλύπτει το πρόσωπο το δικό μας και των άλλων, τον κόσμο, την ιστορία και τον μύθο, τον τόπο που τον νιώθει ο καθένας μας πατρίδα[3], κάποτε δε κι αυτό ακόμα που θεωρούμε αλήθεια. Πολλές φορές, η  φωνή του ποιητή (όπως κι αν επιλέξει αυτός να την αρθρώσει) ευτυχεί να συναντηθεί με την ευαισθησία του αναγνώστη. Άλλοτε πάλι, να συναντήσει τη φωνή ενός άλλου ποιητή. Στην τελευταία περίπτωση, η συνομιλία των δύο ποιητών μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αποδειχθεί ιδιαίτερα απο-καλυπτική και γόνιμη: ο ποιητής που αποφασίζει να ξεκινήσει μία τέτοιου είδους συνομιλία με το έργο του παλαιότερου ομότεχνού του πλουτίζει το αρχικό αυτό έργο με τη δική του διαμεσολαβημένη ανάγνωση, με τις δικές του αρμονικές. Όχι ότι το αρχικό έργο, ειδικά αν πρόκειται για έργο σπουδαίο, τις έχει ανάγκη. Για ποίηση μιλάμε όμως, τον χώρο όπου τίποτε δεν επιβάλλεται άνωθεν και που όλα συμβαίνουν αφιλοκερδώς.[4]

            Η απόφαση, βέβαια, να επιχειρήσει ένας νεότερος ποιητής μία τέτοια συνάντηση απαιτεί ιδιαίτερη τόλμη, ιδίως όταν η ποίηση με την οποία αποφασίζει να συνομιλήσει είναι αυτή ενός ογκόλιθου όπως ο Σεφέρης. Κατά τη γνώμη μου, η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται στην περίπτωση αυτή από την επάρκεια του νεότερου ποιητή. Ωστόσο, ο τελευταίος δεν κρίνεται πλέον απλώς ως ένας ακόμη επαρκής αναγνώστης, καθώς η επάρκειά του προσδιορίζεται από μία τελείως ξεχωριστή ποιότητα: πρόκειται, νομίζω, για επάρκεια ευαισθησίας.

 

            Μετά από αυτές τις -λιγότερο ή περισσότερο αναγκαίες- σκέψεις, σπεύδω στο προκείμενο και δηλώνω εξαρχής: η προσπάθεια της Παναγιώτας Λάσκαρη στην ποιητική της συλλογή με τίτλο: “Μικρή σπουδή πάνω στο πρόσωπο ενός Τεύκρου” και υπότιτλο: “Συνομιλώντας με τον Γιώργο Σεφέρη”, που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2020 από τις εκδόσεις Κουκκίδα, αποτελεί εγχείρημα άξιο λόγου. Η ποιήτρια, γεννημένη στην Αθήνα, κατοικεί εδώ και χρόνια στο Ξηροκάμπι Λακωνίας, στη δεύτερή της συλλογή[5] αποφάσισε να συνομιλήσει (κατά σειρά και) με τα 18 ποιήματα του τρίτου Ημερολογίου Καταστρώματος του Γιώργου Σεφέρη, της περίφημης κυπριακής του συλλογής, που πρωτοεκδόθηκε τον Δεκέμβρη του 1955 από τον Ίκαρο με τον εύγλωττο τίτλο: “…Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν”. Και συνομίλησε με ευαισθησία επαρκή. Όχι ως φιλόλογος (παρότι δεινή φιλόλογος η ίδια -αυτό αποτελούσε, άλλωστε, ένα πρόσθετο εμπόδιο που έπρεπε να υπερκεράσει), αλλά ως ποιήτρια-δημιουργός ενός νέου όλου. Πράγματι, διαβάζοντας κανείς τη συλλογή έχει την εντύπωση πως ακούει σε κάποια σημεία τη φωνή του Σεφέρη. Την ίδια όμως στιγμή ακούει καθαρά και τη φωνή της Λάσκαρη, όπως αυτή μάς έχει αποκαλυφθεί στις προηγούμενες συλλογές της. Στίχοι και θέματα από τα ποιήματα του Σεφέρη ενοφθαλμίζονται στο σώμα των ποιημάτων της Λάσκαρη. Ωστόσο, τα ποιήματα της συλλογής, παρότι αποκρίσεις σε στίχους του νομπελίστα (οι οποίοι δίνονται στην αριστερή σελίδα, αντικριστά σε κάθε ποίημα της Λάσκαρη), στέκουν από μόνα τους ως αυτάρκη και αυτούσια δημιουργήματα, χωρίς να απαιτείται πλήθος υποσημειώσεων ή παραπομπών στο ποίημα που έδωσε κάθε φορά το έναυσμα για την απόκριση της ποιήτριας. 

            Προς τεκμηρίωση της παραπάνω θέσεως παραθέτω το πρώτο ποίημα της συλλογής, χωρίς αναφορά στο σεφερικό ομόλογό του:

 

ΜΕ ΦΩΣ ΑΔΟΚΙΜΟ

 

Να βλέπεις πέρα απ’ τη φωνή είναι Σιωπή

τότε που αγλαΐζει η μέρα με φως αδόκιμο

πίσω από κόρφο του βουνού και χαρακιά της θάλασσας.

Που οι τέλειες πανοπλίες διαθλώνται κι εν τέλει χάνονται.

 

Μα θέλει μήνες και χρόνους το χαλί κόκκινο να

                                                         στρώνεις

και τους νεκρούς να κάνεις να μιλήσουν.

Τότε, πολύ μετά, κι αίφνης σαν

στο φως σπαρταρούν τα πράγματα

κι εσύ, εντός του.

 

Πολύ μετά. Σιωπή.

 

            Ας υποθέσουμε ότι κάποιος αναγνώστης δεν έχει τύχει να διαβάσει την ποίηση του Σεφέρη και έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με αναφορές όπως οι “τέλειες πανοπλίες”, το κόκκινο χαλί που θα κάνει τους νεκρούς να μιλήσουν ή το “φως” όπου “σπαρταρούν τα πράγματα”.  Το παραπάνω ποίημα της Λάσκαρη έχει, πιστεύω,  τη δική του αλήθεια και με τον υποβλητικό του τόνο μπορεί, έτσι κι αλλιώς,  να συναντήσει τον αναγνώστη. Άλλωστε, πάνω από όλα στόχος είναι η ανταπόκριση του τελευταίου, η περίφημη αναγνωστική απόλαυση. Αν, όμως, ο αναγνώστης τυχαίνει να είναι και επαρκής, τότε αντιλαμβάνεται πώς η φωνή της Λάσκαρη πηγαίνει να συναντήσει τη φωνή του Σεφέρη, να την πολλαπλασιάσει, να τη φωτίσει με το φως της δικής της ψυχής, να την εμπλουτίσει με νέες αποχρώσεις.[6] Δεν πρόκειται, όμως, για φωνή ή ηχώ που ξεκουφαίνει. Όταν, όπως εδώ, στόχος είναι η αλήθεια, “η ωραία Αληθώ” σύμφωνα με ένα από τα ποιήματα της συλλογής,[7] κάτι τέτοιο θα ήταν τουλάχιστον ανέντιμο.

            Όχημα για τη συνομιλία της ποιήτριας με τον Γιώργο Σεφέρη (βλ. υπότιτλο της συλλογής) αποτελεί η συνομιλία του ποιητικού υποκειμένου καθενός από τα ποιήματα της συλλογής της με το πρόσωπο-προσωπείο του Τεύκρου, προσωπείο που, όπως εμφαίνεται προγραμματικά ήδη από τον τίτλο, είναι αυτό που η ποιήτρια προκρίνει ως την κατεξοχήν persona του Σεφέρη εντός της κυπριακής του συλλογής.[8] Στον Τεύκρο-Σεφέρη αναφέρεται άμεσα ή έμμεσα σε όλα τα ποιήματα της συλλογής που παρουσιάζουμε το ποιητικό υποκείμενο. Παραθέτω ένα από αυτά, όπου ενυπάρχουν και πολλά από τα βασικά θέματα της συλλογής:

 

ΦΩΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑΣ

 

“Όλα είναι πάλι εδώ. Ο άγιος Μάμας,

η αγια-Μαρίνα, η Παναγιά η Φορβιώτισσα,

το μαγγανοπήγαδο και εκείνη η περιδιάβαση στην

     κόλαση…

Α! και τα βέλη σου, στην καρδιά του στόχου.

Μα δε βαριέσαι, ποιος ασχολείται με ελαφρά οπλισμένους

εμπειροπόλεμους;

 

Η μνήμη πονάει όταν φωτογραφίζει την παρ’ ολίγον

Ομορφιά, τότε και τώρα, από διαβολική συνήθεια

παρ’ ολίγον…[9]

 

       Πατρίδα, μνήμη, Ομορφιά,, αναμετρώνται και σε αυτή τη συλλογή (όπως και στο “Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄” του Σεφέρη) με το φως: ένα φως “αδόκιμο”, ένα “φως αφέντη”,[10] φως μέσα στο οποίο όλα ακριβοζυγιάζονται από την (ποιητική) αλήθεια. Βέβαια, στην πολύβουη εποχή μας οι “ελαφρά οπλισμένοι εμπειροπόλεμοι” τοξότες, όπως ο Τεύκρος-Σεφέρης, φαίνονται περιττοί και λίγοι “ασχολούνται” μαζί τους.  Και τα αηδόνια, όπως δηλώνεται στο ομώνυμο ποίημα, είναι δυσκολόβρετα:

 

Τ’  ΑΗΔΟΝΙΑ ΔΥΣΚΟΛΟΒΡΕΤΑ

 

Σε καιρούς που οι φωνές πληθύνανε, μαζί και οι κοασμοί,

 τ’ αηδόνια δυσκολόβρετα.

Αδύναμα και ντροπαλά για τη ρεκλάμα

σε μια μονιά το τραγουδάκι αρχινούνε για κείνον

τον τοξότη που ξεκίνησε

από τα βάθη του Άδη αρματωμένος για την παράδοξη

  Ομορφιά

που οι πολλοί την είπανε Ελένη

και την άδειασαν. […]”[11]

 

            Ωστόσο,  η Λάσκαρη συμφωνεί με τον Σεφέρη ότι το “Ποίημα είναι παντού”·[12]  κι ας περισσεύει η αδικία ανά τους αιώνες: “Έτσι τρέχει η Ιστορία, με αδηφάγα νομίσματα / να κυκλοφορούν ιεροπρεπώς και το νόημα πάντα να / υπολανθάνει…”.[13] Την Ιστορία “ξαστόχαστα ξανά και ξανά / οι άνθρωποι τη φοράνε κατάσαρκα[14] και γι’ αυτό “αρχαίος όσο και νέος ο Μύθος την Ιστορία φοδράρει για να μη φθείρεται[15] Προστρέχοντας στον Μύθο και την Ιστορία, η ποιήτρια, που γνωρίζει ότι “Η γραφή έχει τα μυστικά της”[16], τα αξιοποιεί ανάλογα και μας υπενθυμίζει ότι: “Το πιο μεγάλο μερτικό στην Ιστορία ο Θάνατος / ακριβοπληρωμένος για τους δυνατούς.”[17]

            “Η όψια έχει και την ανάποδή της”, λοιπόν, και όσο υπάρχει η Ποίηση θα υπάρχει Ομορφιά, θα υπάρχει φως και ελπίδα:

 

“[…] ”Μα η γραφή έχει τα μυστικά της κι ο πόνος

ξέρει ν’  ακουμπάει ευωδιαστό προσκέφαλο

στη νύχτα, όταν τ’ αστέρια αναδομούν το φως τους

απ’ τα μικρά κοιμώμενα του κήπου.

Η γραφή έχει τα μυστικά της κι είναι βαθιά

σαν Άδης κι αθίγγανη σαν Ουρανός…” […]”[18]

 

 

            “Στην Κύπρο κάθε πέτρα λέει ένα παραμύθι.[19], έγραψε ο Σεφέρης Ο ποιητής επισκέφθηκε την Κύπρο στο χρονικό διάστημα 1953-5 τρεις φορές. Ας θυμηθούμε σχετικές του καταγραφές:

            Καταρχάς, την ημερολογιακή, της Παρασκευής, 6 Νοέμβρη 1953:

“[…] Πρώτη εντύπωση: απ’ εδώ νιώθει κανείς την Ελλάδα (ξαφνικά) ευρύχωρη, πιο πλατιά. Το αίσθημα πως υπάρχει ένας κόσμος που μιλά ελληνικά· είναι ελληνικός. Που δεν εξαρτάται από την Ελληνική Κυβέρνηση, και το τελευταίο τούτο συντελεί σε ένα αίσθημα ευρυχωρίας. […][20]

            Έπειτα, τη σημείωση στην πρώτη έκδοση της συλλογής “… Κύπρον, ου μ΄εθέσπισεν” (υπογραμμίσεις δικές μου):

Τα ποιήματα της συλλογής αυτής, εκτός από δύο (Μνήμη α΄ και β΄), μου δόθηκαν το φθινόπωρο του ’53 όταν ταξίδεψα πρώτη φορά στην Κύπρο. Ήταν η αποκάλυψη ενός κόσμου κι ήταν ακόμη η εμπειρία ενός ανθρώπινου δράματος που, όποιες κι αν είναι οι σκοπιμότητες της καθημερινής συναλλαγής, μετρά και κρίνει την ανθρωπιά μας. […] Είναι περίεργο να το λέει κανείς σήμερα· η Κύπρος είναι ένας τόπος όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη […] (Βαρώσια, Σεπτέμβρης 1955)”.

            Η φωνή του Σεφέρη “συνάντησε” σπουδαία ποιήματα στην “Κύπρο τη θαλασσοφίλητη”.[21] Από το 1955 οι αναγνώστες του ευτυχούν να “συναντούν” και να συνομιλούν με την κορυφαία και διαχρονική του συλλογή “… Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν/ Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄”. Ανάμεσά τους και η Παναγιώτα Λάσκαρη, που ευτύχησε να “συναντηθεί” και να συνομιλήσει με τον λόγο του ποιητή με τρόπο ουσιαστικό. Σε αυτήν τους τη συνάντηση, η ποιήτρια προσκαλεί και εμάς με την έκδοση της συλλογής της “Μικρή σπουδή πάνω στο πρόσωπο ενός Τεύκρου”. Πιστεύω ότι αξίζει να αποδεχθούμε την πρόσκληση. Λαμβανομένης δε υπ’ όψιν της συγκυρίας της συμπλήρωσης 200 ετών από την Επανάσταση του 1821, οι φωνές των δύο ποιητών με την έμ-μετρη νηφαλιότητα μπορεί, μάλιστα, να αποβούν χρήσιμες, ώστε να αντικρίσουμε χωρίς αμετροέπεια και ά(σ)κοπες φωνασκίες, αλλά με τον πρέποντα σεβασμό τον φωτεινή μας πατρίδα και την Ιστορία της.

 

                                                                                                           

[1]      Γιώργος Σεφέρης, “Μνήμη Β΄, Έφεσος”, Στο Ποιήματα, Αθήνα: Ίκαρος 198214, σ. 261, στ. 5-9.

[2]      ό.π., στ. 12.

[3]      βλ., λ.χ., τη δήλωση του Γιώργου Σεφέρη στο “Χειρόγραφο ’41”: “Τα δύο τελευταία καλοκαίρια δεν είχαμε πάει στην εξοχή, στη Σκάλα του Βουρλά, που ήταν για μένα ο μόνος τόπος που, και τώρα ακόμη, μπορώ να ονομάσω πατρίδα με την πιο ριζική έννοια της λέξης: ο τόπος όπου βλάστησαν τα παιδικά μου όνειρα”. Στο Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές, Τρίτος τόμος – Παραλειπόμενα (1932-1971), Αθήνα: Ίκαρος 20023, σ. 17.

[4]      Για να θυμηθούμε το υπέροχο “Δώρο ασημένιο ποίημα” του Οδυσσέα Ελύτη.

[5]      Η πρώτη ποιητική συλλογή της Παναγιώτας Λάσκαρη με τίτλο “Εν κρυπτώ” εκδόθηκε το 2017 από τις “Εκδόσεις των Φίλων”.

[6]      Το “Με αδόκιμο φως” αποτελεί το πρώτο ποίημα της συλλογής (σελ. 11) και συνομιλεί με το πρώτο ποίημα του τρίτου Ημερολογίου Καταστρώματος, το “Αγιάναπα, α΄” και συγκεκριμένα τον στίχο “παράξενο, δεν πρόσεχα πως έβλεπα μόνο τη φωνή τους” (όπως δηλώνεται ρητά στη σελίδα 10 της συλλογής που παρουσιάζεται εδώ).

[7]      βλ. στη σ. 25 της συλλογής.

[8]      Η ίδια η ποιήτρια με παρέπεμψε στη μελέτη του Γιώργου Γεωργή, Ο Σεφέρης περί των κατά την χώραν Κύπρον σκαιών, Αθήνα: Σμίλη 1991. Βλ. σχετικά ιδίως στις σσ. 13 και 59-63 της μελέτης, όπου ο Γεωργής κάνει κατ’ επανάληψη λόγο για Τεύκρο-Σεφέρη.

[9]      Βλ. ό.π., σ. 15. Το ποίημα συνομιλεί με το σεφερικό “Λεπτομέρειες στην Κύπρο”.

[10]    Βλ. ό.π., σ. 27 το ποίημα που συνομιλεί με το σεφερικό “Στα περίχωρα της Κερύνειας”.

[11]    Το ποίημα της Λάσκαρη, στη σ. 19 της συλλογής, συνομιλεί με τον γνωστό στίχο από την “Ελένη” του Σεφέρη: “Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες”.

[12]    Βλ. ό.π., σ. 37 το ποίημα που συνομιλεί με το σεφερικό “Μνήμη Β΄”

[13]    Βλ. ό.π., σ. 17 το ποίημα “Στη μυλόπετρα των νομισμάτων”, που συνομιλεί με το σεφερικό “Επικαλέω τοι την Θεόν”.

[14]    Βλ. ό.π., σ. 29 το ποίημα “Αφήγηση πάνω σε μια στιλβωμένη τερακότα”, ποίημα που συνομιλεί με το σεφερικό “Πραματευτής από τη Σιδώνα”.

[15]    Βλ. το ποίημα ό.π. Για τη σχέση ιστορίας και μύθου πβλ. όσα έγραψε ο Κύπριος ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Ολισθηρός ιστός, Δοκίμια, Μελέτες, Άρθρα, Συνεντεύξεις, τόμος Α΄, Αθήνα: Άγρα 2009, σσ. 265-6: “Πήχης της ιστορίας είναι ο μύθος. Χωρίς τη μυθική διάσταση των πραγμάτων, η ιστορία απομένει ένα κέλυφος. Ο μύθος αποτελεί τελικά μια ιστορική αναγκαιότητα. […] Η ποίηση, ως μήτρα του μύθου, κάνει την ιστορία να φαντάζει περισσότερο ιστορική”. Επίσης, μια που αφορμή για ό,τι συζητούμε είναι η λεγόμενη “κυπριακή εμπειρία του Σεφέρη” βλ. την ομώνυμη διάλεξη του Χαραλαμπίδη, ό.π., σσ. 42-49, καθώς και ανακοίνωσή του με τίτλο: “Αγιάναπα Α΄ και Β΄: Από το δρόμο του χεριού που φτιάνει, ό.π., σσ. 50-59, όπου με τη γνωστή του εμβρίθεια ο Κ. Χ. αναπτύσσει πολλά από τα θέματα που μάς απασχολούν εδώ.

[16]    Αυτός είναι ο τίτλος του τελευταίου ποιήματος της συλλογής (στη σ. 45), που συνομιλεί με το ποίημα “Οι γάτες του Αϊ-Νικόλα”.

[17]    Βλ. το ποίημα “Σε νύχτα αγρύπνιας” (σ. 31), που συνομιλεί με στίχους από τις “Τρεις μούλες”.

[18]    Για τον στίχο βλ. ό.π., σ. 45.

[19]    Τον στίχο αυτόν του Σεφέρη παραθέτει ο Γιώργος Γεωργής στη σ. 27 της προαναφερθείσας μελέτης του, με την πληροφορία ότι τον έγραψε ο Σεφέρης στο λεύκωμα της συζύγου του Κύπρου Χρυσάνθη στις 8-12-1953.

[20]    Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951 – 4 Αυγούστου 1956), Αθήνα: Ίκαρος 2008, σ. 98.

[21]    Βλ. τα λόγια του Τεύκρου στο ποίημα “Ελένη” (Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Αθήνα: Ίκαρος 198214, σ. 241).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.