Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφίαΠρωτοσέλιδο

Γιάννης Νταουλτζής:  Το όνομά μου  

(…)
Το επώνυμο, / κάπως μου ‘πεσε σκύβοντας, /κι εγώ το’ δωσα ενέχυρο στον μπακάλη / από τα χρωστούμενα: / μαζεύτηκαν πολλά / από ψωμί και μορταδέλα / και φιάλες κρασί ρετσίνα. / Το πατρώνυμο και το γένος, /μου ‘πε πως δεν είναι πια δικά μου, / δεν τους ανήκω / δεν μοιάζω στη μάνα μου και στον πατέρα μου, (…)
 Δημήτρης Σούκουλης, Με λένε Ελένη

   Το όνομά μου Νταουλτζής. Μικρός, στο σχολείο με πειράζανε. «Νταούλι, νταούλο» φωνάζανε. Εγώ ήσυχος. Μύγα δεν. Αρνί. Μέχρι την Τρίτη Γυμνασίου, μαθητής του δώδεκα. Το πολύ. Στην Τετάρτη είχαμε έναν φιλόλογο καινούργιο. Κοντός ήτανε, με φουσκωμένη κοιλιά. Πίκο το φωνάζαμε. Από το Ποκοπίκο. Τον άντρα της Χουχούς στο Γκαούρ Ταρζάν. Το όνομά του το πραγματικό ούτε οι γονείς το ξέρανε. «Κύριο Πίκο» τον λέγανε, όταν παίρνανε τους βαθμούς με κεφαλή σκυφτή. Αυτός, μάλαμα, χαμογελούσε.

Ο Πίκο με πήρε με το γλυκό. Όταν σήκωσα λιγόψυχος το χέρι και έκανα μια ερώτηση  «Μπράβο για την ερώτηση, πολύ έξυπνη», με είπε. Περίεργο με φάνηκε, γιατί εγώ ήξερα ότι οι απαντήσεις είναι έξυπνες ή χαζές. Με τον τρόπο του με έκανε να αγαπήσω το γράμματα. Ήθελα να γίνω σαν κι αυτόν. Πήρα μπρος και από το δώδεκα πήγα στο δεκαεφτά. Μεγάλη υπόθεση τότε. Όταν ο πατέρας ρώτησε στο σχολείο για μένα του είπε ότι ήμουν ο πρώτος μαθητής. Σαν γύρισε στο σπίτι τον ρώτησα τι του είπανε. «Λάθος θα κάνανε» με είπε. «Ντράπηκα να ρωτήσω ξανά.»

Στην Πέμπτη Γυμνασίου πετούσα. Σε όλα. Πιότερο στα φιλολογικά αλλά και στη Φυσική και στα Μαθηματικά καλός ήμουν. Μέχρι που ήρθε αναπληρωτής ένας μαθηματικός. Νοέμβριος. Τελευταία ώρα τον είχαμε. Κρύο είχε κι ας μπουμπούνιζε η ξυλόσομπα. Μπήκε και με τα εκατό τόσα κιλά του και έκατσε αμίλητος στην έδρα. Έτριξε η φουκαριάρα παραπονιάρικα. Εμείς τσιμουδιά. Έδειξε το πρώτο θρανίο και «θα σηκώνεστε και θα με λέτε τα ονόματά σας» είπε, «με τη σειρά». Όταν έφτασε η σειρά μου «Νταουλτζής» είπα και πήγα να καθίσω. «Τι είπες ρε;» μούγκρισε ο λαιμός του. Σκιάχτηκα. «Νταουλτζής» ξαναείπα, χωρίς σιγουριά αυτή τη φορά. «Φύγε ρε έξω μη σε σβερκώσω», βόγκηξε. Δεν καταλάβαινα γρι, αλλά το αναμμένο του κεφάλι και οι αφροί στα χείλια με πείσανε να βγω πισωπατώντας. «Με τον πατέρα σου αύριο», άκουσα τον τελευταίο του βρυχηθμό. Να μην τα πολυλέμε, το όνομα της αρκούδας αυτής ήτανε Λυριτζής και θάρρεψε ότι τον έκανα κασκαρίκα. Όχι συγγνώμη, ούτε μια κουβέντα δεν με είπε μετά. Να με μαλακώσει. Δεν ξανάνοιξα μαθηματικό βιβλίο. Με περνούσανε με τη βάση, γιατί σε όλα τα άλλα μαθήματα ήμουν αϊτός. Ακόμα και τώρα έχω βραχνά στον ύπνο ότι εξετάζομαι στα Μαθηματικά και δεν ξέρω την απάντηση. Ο πατέρας μου γελούσε με το χουνέρι μου.

Ο πατέρας μανάβης ήταν. Πλανόδιος. Με το γάιδαρο και το κάρο. Δίροδο με ρόδες ξύλινες, όχι λαστιχένιες. Γύρω στεφάνι από μέταλλο. Το έσερνε η Μάρω. Γάιδαρος γκατζόλης. Μάρω. Έτσι το φωνάζαμε κι ας του κρεμόταν μια πούτσα δυο μέτρα. Παραξενιά του πατέρα. Ζώο μπελαλίδικο. Όλο το έσκαγε. Μάσαγε το σκοινί ή ξέχωνε το παλούκι που το ‘χαμε δεμένο στο οικόπεδο πίσω από το σπίτι. Μια φορά το ‘σκασε βράδυ. Το κάρο φορτωμένο. Έτοιμο για τη «γύρα» το πρωί. Θα σαπίζανε τα ζαρζαβάτια δίχως τη Μάρω να σέρνει το εμπόρευμα. Τι να κάνουμε, πήραμε φακούς, σκοτείνιαζε. Μας είπαν κάτι γειτόνοι ότι το ζωντανό τράβηξε κατά τα πευκάκια. Χωθήκαμε με τον πατέρα και φωνάζαμε «Μάρω, Μάρω». Αλαφιασμένα ζευγαράκια πετιόντουσαν μισόγυμνα πίσω από θάμνους και δέντρα. Ο πατέρας μου μουρμούρισε, «ρεζίλι θα γενούμε, θα νομίζει ο κόσμος ότι γυρεύουμε την αδερφή σου στα σκοτεινά και τα πονηρά» και με πήρε και γυρίσαμε άπρακτοι. Ξημέρωμα η Μάρω γύρισε με τα αυτιά κάτω. Δίψαγε. Περίμενα τον πατέρα να ξεσπάσει. Αυτός τη χάιδεψε, την πέρασε ξυστρί και την έζεψε.

Την αγαπούσε και τη φρόντιζε. Κάθε δυο μέρες με τη χούφτα της έδινε καλαμπόκι που την άρεζε. Μια φορά το χρόνο πετάλωμα. Βγάλσιμο του παλιού πέταλου. Κόψιμο νυχιού, λιμάρισμα, κάρφωμα του καινούργιου. Μάστορας ο πατέρας. Μαζί με μανάβης ήταν και παραγωγός. Τέσσερα πέντε στρέμματα, σκάρτα. Στους μπαχτσέδες πίσω από το Σπαρτάκο. Κάθε πρωί στη γύρα. Η περιοχή του τα «κρατικά». Σπίτια που χτίσανε μάνι μάνι το ’22 για τους πρόσφυγες. Εκεί γυρνούσε. Ντελάλιζε με μισές φωνές το «πράμα». Φώναζε «μανά…», μανάβης ντε, «ντομά…, πιπέ.., ματζά..», σημάδι για τις νοικοκυρές. Να μαζευτούν να γεμίσουν την παλάντζα. Βαριά βαριά. Κουβαρντάς ήτανε. Το πρωί στη γύρα. Από άνοιξη μέχρι φθινόπωρο.  Αξημέρωτα σήκωνε στους ώμους αγιάζι της νύχτας. Το μεσημέρι σκούπιζε από το μέτωπο την κάψα. Το απόγεμα μάζευε τα ζαρζαβάτια. Βοηθούσε και ο ξάδελφος. Κι εγώ μόλις πάτησα τα δεκατρία. Τα καλοκαίρια που έκλεινε το σχολείο. Όλοι φεύγανε, κατασκηνώσεις. Εγώ στο χωράφι. «Τώρα είσαι άντρας» με είπε. Δεν τον πίστεψα. Στα σύνορα του χωραφιού μας μένανε δυο γερόντια. Ούτε που θυμάμαι τα ονόματά τους. Τώρα ούτε σκόνη από τα κόκκαλά τους. Τούρκικα μόνο ξέρανε. Έξω από την Πάνορμο, λέγανε, ήτανε. Ούτε που την είχα ακούσει. Νόμιζα μαχαλάς στη Δράμα ήτανε. Για Τούρκους τους είχα. Δεν καταλάβαινα τι δουλειά έχουν στην Ελλάδα. Ούτε ένιωθα τι είναι Τουρκόφωνος.

Τούρκικα, «μπαχτσεβάνο» φώναζαν τον πατέρα μου. Κανείς με το οικογενειακό του. Και αυτός το ξέχασε. Νταουλτζής ήτανε. Στη Δράμα γεννήθηκε. Το ‘26. Πιο πριν στην Πάνορμο το σόι του. Τους λέγανε Μυλωνάδες. Μύλο, νερόμυλο είχανε. Στάρι αλέθανε. Καλαμπόκι αλέθανε. ‘Αλεσμα χοντρό για τα ζώα και ψιλό για ψωμί, μανέστρα, τραχανά. Ο Γιώργης, του παππού παππούς το μυλαύλακο με τα χέρια του το άνοιξε. Με πέτρες και κουρασάνι[1] το έχτισε. Κάθε τόσο γέμιζε χόρτα, κλαδιά. Τα πιο πολλά τα κρατούσε η παλουκαριά[2]. Τα άλλα τα μαζώνανε τα μικρά. Μαζεύανε και χελώνες και καβούρια για το σπίτι. Και νερόφιδα για να τα παιδεύουνε. Την κόφτρα[3] και το το σταματήρι δεν αφήνανε να τα αγγίξουνε[4]. Τις μυλόπετρες ο ίδιος τις αλφάδιασε, από τα Πετρωτά της Μαρώνειας, τις έφερε, ονομαστές. Κάθε τόσο με το μυλοκόπι χάραζε τις μυλόπετρες.

Ερχόταν ο κόσμος και για πληρωμή κρατούσε σιτάρι. Από λίγους χρήματα. Τότε ή Πάνορμος είχε Χριστιανούς πολλούς. Πιο πολλούς Μουσουλμάνους. Όταν κάνανε το ραμαζάνι νηστεύανε ολημερίς. Φαγητό και νερό ντιπ. Από τη χάση του ήλιου κι ύστερα τρώγανε. Ρολόγια δεν είχανε. Γυρνούσε ο νταουλιέρης και βάραγε το νταούλι. Σήμα ότι έληξε η νηστεία. Μπορούνε να φάνε αναμάρτητοι. Ένα μεσημέρι, ο παππούς του πατέρα, τζόρας και καλαμπουρτζής ήτανε. Ο Γιώργης ο Μυλωνάς. Τρωγόπινε στο καφενείο με δυο παραγιούς και δυο βοηλάτες.  Μέχρι αργά ρουφούσανε τσίπουρα και μεράκλωσαν. Πιάσανε τα σέρτικα τραγούδια. Κατέβασαν από τον τοίχο και δυο σαντούρια και πιάσανε τον χαβά. Δίπλα, μεσοτοιχία ήταν το Τούρκικο καφενείο. Καθώς έσβηνε στα χείλια του ένας αμανές , το μάτι του πήρε το νταούλι με τη βέργα πλαγιασμένο στον τοίχο. «Σαν θέλω τώρα παίρνω το νταούλι και το βαράω» είπε δυνατά σε όλο το καφενείο. «Αυτό δεν το κάνεις Γιώργη» τον τσίγκλησε ένας μπινές. Μύγα να τον τσίμπησε, γινάτεψε. Ντεληπετάχτηκε και άρπαξε νταούλι και βεργί, κι άρχισε να το κοπανάει. Όλο τον μαχαλά το Τούρκικο γύρισε. Ήταν η πρώτη φορά που αμάρτησαν οι Μουσουλμάνοι ομάδι. Γιατί σαν άκουσαν το νταούλι στρώσανε να φάνε παράκαιρα. Έγινε μεγάλο νταβαντούρι.

Προτού τελειώσει τη γύρα τον μπαγλαρώσανε οι τσανταρμάδες. Κλοτσοχτυπώντας τον ρίξανε στο χαπίσι[5]. Όλο το βράδι τον παιδεύανε. Τουλούμι τον κάμανε. Στο μπουντρούμι. Να μην ακούγεται. Ξημερώματα τα καραούλια τον πέταξαν έξω. Τον μαζέψανε. Έφτυνε αίμα μια βδομάδα. Στο τέλος παρέδωσε. Μαζί του χάθηκε το όνομα το Μυλωνά.

Νταουλτζήδες από τότε.

[1] δομικό υλικό που αποτελούταν από αναμειγμένα κομμάτια κεραμιδιών, άμμο και ασβέστη

[2] σκάρα που συγκρατεί ξύλα, χόρτα και φύλλα που παρασέρνει το νερό

[3] ξύλινο πλαίσιομε το ποίο  διακόπτεται, όποτε χρειάζεται η ροη του νερού

[4] Σταματήρι: ξύλινο εξάρτημα που ανακόπτει ή ελευθερώνει την παροχή νερού προς την φτερωτή

[5] φυλακή

 

 

Βιογραφικό σημείωμα:

 

Ο Γιάννης Νταουλτζής γεννήθηκε το 1961 στη Δράμα, όπου και έγινε άνθρωπος. Μετά σπούδασε στη Νομική Σχολή (Τμήμα Δημοσίου Δικαίου – Πολιτικών Επιστημών) του Πανεπιστημίου Αθηνών, και στο Φιλολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σήμερα εργάζεται ως φιλόλογος σε ιδιωτικό σχολείο στην Αθήνα. Έχει συμμετάσχει ως εισηγητής σε διάφορα εκπαιδευτικά συνέδρια και ως συγγραφέας σε βιβλία εκπαιδευτικού ενδιαφέροντος.

Το 2019 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις momentum η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Τατουάζ στον Παράμεσο»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.