Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιάννης Παπακώστας: Μίνα Γιαννοπούλου,  Μήπως είσαι η φλόγα;   Εκδ. Μελάνι,  2019  

Το μεθυσμένο πιάνο.

 

Η Νίνα Γιαννοπούλου είναι γιατρός, παράλληλα όμως με το  λειτούργημά της ασκεί και το ποιητικό. Το βιβλίο της με τον τίτλο  Μήπως είσαι η φλόγα; Είναι το τρίτο. Το πρώτο, Συλλέκτης κίτρινων αχιβάδων και το δεύτερο Το ξέρω, λιβάδι μου, το ξέρω, συνθέτουν ένα ενδεικτικό, για την ώρα,  πανόραμα της ποιητικής της δημιουργίας.

Με ένα μικρό, λιλιπούτειο τρίστιχο, μπαίνει στην ιερουργία του είδους. Είναι «Το πιάνο», μέσω του οποίου η ποιήτρια  θα ανοίξει τον χορό των εβδομήντα εννέα ποιημάτων, μέσω των οποίων θα εκφράσει κάθε  προβληματισμό και κάθε είδος ανθρώπινης ευαισθησίας. Και ακόμη θα εξομολογηθεί:

Δεν πίνω ποτέ

Για να παίξω καλά

πρέπει να μεθύσει το πιάνο μου.

Έτσι η μέθη της μεταβιβάζεται  στο όργανο, το οποίο, με τη σειρά του,  γίνεται  ο εκφραστής  της δικής της συναισθηματικής κατάστασης, της δικής της μέθης.

Τα ποιήματα, άλλα μικρά, άλλα μεγάλα, εξαντλούν με λόγο ευθύβολο  το θέμα. Πενθώ τον άνθρωπο, μας λέει, και με την επανάληψη του ρήματος  πενθώ, δίνει έμφαση σε έναν κόσμο, όπου οι άνθρωποι έχουν αφεθεί ανυπεράσπιστοι, σκοτώνουν και σκοτώνονται, τρελαίνουν και τρελαίνονται, με αποτέλεσμα η κοινωνία να αγριεύει. Το ποίημα μάς θυμίζει  τον  Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο οποίος, σε μια ανάλογη συναισθηματική κατάσταση τελών, με τη μουσική του σύνθεση, Το λυκόφως των θεών, έκανε όντως  το πιάνο να μεθύσει, παράλληλα δε και  να θρηνήσει, όπως επίσης και  ο συμπλέων Νίτσε με το μυθιστόρημά του Το λυκόφως των ειδώλων.

 Κάπως έτσι  το λέει η ποιήτρια κι αλλού, όπου αναζητεί  τη μετουσίωση του ονείρου σε πραγματικότητα:

Θέλω να φοράω τα όνειρα …

 δίνοντας στην πραγματικότητα

 μια αφορμή

 να συμβεί.

 («Μόδα»).

 

Βέβαια όνειρο και πραγματικότητα είναι συγκοινωνούντα δοχεία διακήρυτταν οι υπερρεαλιστές, οπότε το ένα ενυπάρχει στο άλλο. Έτσι η ποιήτρια βοηθάει το όνειρο να λάβει «εκδίκηση», αν και ο τεμαχισμένος, κλιμακωτός στίχος του ποιήματος άλλα υποδηλώνει. Και δεν είναι ο μόνος.

Και όμως δεν παραιτείται, αν και στο ποίημα «Με μαεστρία», προσπαθεί να μας δείξει τι πρέπει να κάνει και πώς πρέπει να οργανώσει μια ορχήστρα για να ακουστεί η μουσική της, πώς να μεταποιήσει το καθημερινό της χαοτικό σύμπαν σε μια ορχήστρα που χρειάζεται μαέστρο.  Όσο κι αν μεταποιεί τα πράγματα, δεν είναι διατεθειμένη να παραιτηθεί, κι ας έμεινε μόνη χωρίς εκείνον που έφυγε με τη μηχανή του, με την  «πολλών κυβικών μηχανή». Τα πολλά κυβικά ως υποδήλωση της ταχείας εξαφάνισης.

 Η Γιαννοπούλου,  φορτισμένη, δουλεύει με  κοφτές αρνήσεις,  με  ρήματα «κατά παράταξιν», χωρίς καν αναπνοή.  Πού χρόνος!

 Ούτε ήρθες

 Ούτε τηλεφώνησες

 Ούτε μήνυμα έστειλες

 Ούτε κάν θυμήθηκες

 Την πρόσκλησή μας

                                      -μάλλον.

Και βέβαια δεν περιορίζεται σε ένα θέμα. Το βλέμμα παίζει νευρικά γύρω και μέσα της και έξω και παντού. Κάθε ποίημα αναδύεται από διαφορετικό γαλαξία. Όλα μόνα, σαν δέντρα μοναχικά κι επομένως ευάλωτα στους κεραυνούς και στον αέρα. Το «παλτό» που άλλο δείχνει απέξω και άλλο από μέσα, ο υπεραθλητής Γιουσέιν Μπόλτ, του οποίου  σε ένα ποίημα εφτά στίχων και δέκα λέξεων έδωσε το πορτρέτο. Λέξεις  πινελιές δραστικές, προσδιοριστικές, κατάδηλες. Έτσι η  ποίησή της  είναι περισσότερο ποίηση αφοριστική, ποίηση καταγγελτική, δραστική. Για τούτο δεν την άφησε αδιάφορη και το «Μάτι», όπου, από τα πολιορκημένα από τις φλόγες κορμιά των παιδιών, έμειναν μόνο τα σταυρουδάκια τους. Εδώ στο πιάνο της η ποιήτρια θα έπαιζε το ποίημα σε λα έλασσον.  

 

«Μήπως είσαι η φλόγα;» Είναι το ποίημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή. Ανοίγει με ένα ερώτημα και κλείνει επίσης με το ίδιο ερώτημα. Ερώτημα ανοιχτό και αναπάντητο. Σε ποιον απευθύνεται; Εις εαυτήν, υποθέτω. Είναι η ίδια, εντός της οποίας η φλόγα ανάβει  από τον σπινθήρα  που η  ίδια γεννάει. Είναι αυτή πού ρωτάει χωρίς να απαντά. Έτσι, αυθόρμητα, αφκιασίδοτα, στήνεται και ο χορός της δημιουργίας της. Το μοτίβο των αναπάντητων ερωτημάτων  επαναλαμβάνεται, γιατί ενστικτωδώς κινείται σ’ αυτό που την προβληματίζει κι από το οποίο δεν έχει λάβει απάντηση.  

Σταδιακά το έναυσμα  θα μεταμορφωθεί, θα διαμορφωθεί, θα μεταπλαστεί δημιουργικά  και μέσα  από άλλες εμπειρίες, από διαβάσματα και πείρα ζωής, θα γίνει τέχνη.  Ωστόσο η εμπειρία  και η παιδεία της, που αποτελεί και τη μοναδική  οδό της διαλεκτικής που υποδεικνύει και η εσωτερική της παρόρμηση,  όπως εκ των πραγμάτων προκύπτει από την πολυμορφία των θεμάτων, αποδεικνύει ότι τα γεγονότα την τρέφουν και η προσωπική περίπτωση την κεντρίζει.

Με λαχανιασμένο ρεπορτάζ μοιάζει και το ποίημα «Φυγή», το οποίο από τη μέση και ύστερα αρχίζει να απογειώνεται, διαρθρωμένο σε δύο συνιστώσες/διεστώσες. Στη μία, που  στηρίζεται στα σχεδόν γυμνά ρήματα, δίνεται βιαστική κίνηση: άγχος, καφές, κινητό, ενώ στην άλλη δίνει τη σταδιακή «φυγή»:

Έκλεισα το τηλέφωνο και το απενεργοποίησα

Όταν το πρώτο αφηρημένο βλέμμα μου συνάντησε

Τους στύλους.

Το δεύτερο, υποψιασμένο πια

Αναρριχήθηκα στο Λυκκαβητό.

Το τρίτο, με πλήρη επίγνωση

Της σντελούμενης κοσμογονίας

Αναμετρήθηκε με την Ακρόπολη.

Ήμουν στην Αρχαία Αγορά.

Το επιβεβαίωναν τα κυπαρίσσια.

Και τα σύννεφα.

Είχα φύγει. Μαζί με τον χρόνο.

Με τον τρόπο που η φυγή γίνεται τέλεια.

Με άλλοθι. Διαρκές.

Την «παρουσία» μας.

Με το επιμύθιο κλείνει στοχαστικά  το ποίημα. Η παρουσία μας είναι τυπικά εδώ, αλλά εμείς έχουμε φύγει.

Η ποίηση της Γιαννοπούλου μοιάζει με εκείνο το σχήμα του σοφού Δημόκτριτου για την κίνηση των ιόντων στο σύμπαν. Τίποτα δεν είναι σε προκαθορισμένη τροχιά. Κανέναν κανόνα δεν ακολουθούν. Όλα κινούνται  και η συνάντηση του ενός με το άλλο είναι απλώς συμπτωματική. Ποιήματα ιόντα αναδύονται σε κάθε σελίδα του  κυβερνοχώρου της και  συνθέτουν το  καλλιτεχνικό τους corpus.  

 Μίλησα για «χορό»  ποιημάτων. Θυμίζω τη γνωστή ρήση του Σεφέρη ότι  «η ποίηση είναι ένα είδος χορού» ή:  «η ποίηση είναι γλώσσα που χορεύει», γιατί ακόμα και τα πιο μοντέρνα ποιήματα έχουν τα κρυφά χορευτικά τους – κλειδιά.   Στην περίπτωσή μας το είδος δεν ξεχωρίζει, προκύπτει.   Ενδιαφέρον, ως ένα είδος λαχανιασμένου  ρεπορτάζ, έχει το ποίημα «Φυγή», το οποίο απογειώνεται στους τελευταίους στίχους, όπως και η «Σπάνια φινέτσα», ξεχωριστή για την ειρωνεία της και την ανθρώπινη μοναξιά. Οπαδός λοιπόν της ενιαίας γραφής η Γιαννοπούλου, συναθροίζει σε μια συλλογή όλα όσα και όπως η συναισθηματική φόρτιση της στιγμής της τα υποβάλλει και τά επιβάλλει.

Και ενώ η ποιήτρια δεν γνωρίζει πρόγονο, γνωρίζει όμως τα «μυστικά του βάλτου», μόνο που δεν είναι της Πηνελόπης Δέλτα, αλλά της κωπηλασίαςˑ κωπηλατεί στα δικά της νερά. Έξω από επιρροές και επιδράσεις. Χαρακτηριστικό της γνώρισμα η γνησιότητα. Με κραυγές καμουφλάρει σε στίχους ά-στιχους, σε μέτρα- άμετρα και ρυθμούς άρυθμους, τα κοινωνικά προβλήματα. Ενδιαφέρουσα η «ερμηνεία» που προσπαθεί να δώσει για την Μήδεια.   

Η Νίνα Γιαννοπούλου  κουβαλάει εμπειρίες, δικές της ή άλλων,  και θέλει να τους δώσει υπόσταση στο χαρτί. Να εξωτερικεύσει τον δικό της οίστρο. Να κάνει τα πάθια της, την ευαισθησία της, αν θέλετε, τραγούδια. Έχει ζωή στο σώμα και πόνο στην καρδιά. Κι αυτό το πονεμένο σώμα και η πικραμένη ψυχή γίνεται το δοιάκι για να πλεύσει στη θάλασσα των βασάνων  και όχι αναγκαστικά των δικών της. Ως έγκυρη γιατρός κάτι περισσότερο ξέρει.  Η ποίηση άλλωστε είναι «το καταφύγειο που φθονούμε», ακούμε και πάλι, από μακριά, τον Κώστα Καρυωτάκη.                                   

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.