Loading...
Βιβλιοπαρουσιάσεις

Γιάννης Παπακώστας: Χρήστος Αντωνίου, Στο τέλος μιας εποχής (Ποιήματα), Εκδ. Πλέθρον, 1995

Ο Χρήστος Αντωνίου έχει εκδώσει συνολικά έξι ποιητικές συλλογές. Η πρώτη, με τον τίτλο Το άλλο ημισφαίριο ( Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη,1980), έχει συστεγαστεί μαζί με την τέταρτη συλλογή, Στο τέλος μιας εποχής (1995), που περιλαμβάνει ποιήματα μιας εικοσαετίας. Ακολούθησαν τα Σύρματα και τροχαλίες (Όστρακα, Πάτρα,1984), Οι λέξεις και το αίμα (Ηριδανός,1986),  Το κλαδί της ποίησης (Γαβριηλίδης, 2006)  και το  Ημερολόγιο ενός ολιγοήμερου έρωτα (ε.ε,2007).  Η συλλογή  Στο τέλος μιας εποχής   είναι αφιερωμένη στη γυναίκα του, που έφυγε πολύ νωρίς από τη ζωή.. Ενδεικτικό και το μότο:

  Ήσουν γλυκό πουλί

 κι εγώ χλωρό κλαδί.

 Εσύ πέταξες το Σεπτέμβρη

κι εγώ ξεράθηκα το  χειμώνα.

Με αυτούς του στίχους  έστρωσε συναισθηματικά το έδαφος  της συλλογής και προετοίμασε τον αναγνώστη για μια εποχή ξηρασίας που θα ακολουθήσει. Έτσι, από το  μότο  κιόλας, προβάλλει η πένθιμη ατμόσφαιρα που διέπει τον στίχο,  τους στίχους της συλλογής, αποτελώντας συγχρόνως και ορόσημο ανάμεσα σε μια εποχή που πέρασε και στην άλλη ή τις άλλες που ακολουθούν· ανάμεσα στο κλίμα που έζησε, στο τι οραματίστηκε και στο τι τελικά επικράτησε. Εξού και ο τίτλος της συλλογής: Στο τέλος μιας εποχής, Στο τέλος όχι μόνο της προσωπικής του ζωής μιας εικοσαετίας, αλλά και στο τέλος της κοινωνικοπολιτικής ζωής της περιόδου της Μεταπολίτευσης:

 Πρέπει να σκάψω μέσα μου δυο δεκαετίες πίσω

  για να βρω μια χούφτα χώμα γαληνεμένο

 να σπείρω την αγάπη μου.

 Ο Χρήστος Αντωνίου  είναι δρ. Φιλολογίας  με αντικείμενο την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη (Ο Κόσμος της Γοργόνας, Ε.Λ.Ι.Α. 1981).  Έχει επίσης εκδώσει  έναν τόμο δοκιμίων με θέματα και μελέτες που εκπηγάζουν από το έργο του Σεφέρη με τίτλο: Εννιά γοργόνες και χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα (ΜΑΪΣΤΡΟΣ, 2008). Δεν παύει άλλωστε  να δημοσιεύει  στα ηλεκτρονικά περιοδικά Φρέαρ και  Περί ου.

Τη συλλογή Στο τέλος μιας εποχής, συναπαρτίζουν δύο ενότητες: «Το άλλο ημισφαίριο», η πρώτη, και η ομότιτλη με τον τίτλο του βιβλίου, η δεύτερη. Από το πρώτο κιόλας ποίημα, φαίνεται  πως το ποιητικό εγώ θα περπατήσει πολύ στον χώρο του «άλλου ημισφαιρίου», του στερημένου από αέρα ζωής και ανθρώπους. Σημειολογικά πλέον, το να περπατά  με τα φαντάσματα και τα αγάλματα πλάι του, σημαίνει πως βιώνει το εδώ που ζει σαν το αλλού, στο οποίο δεν ζει. Με άλλα λόγια, η μεταφυσική του άλλου ημισφαιρίου έχει εγκατασταθεί στο εδώ:

 Γεννηθήκαμε στο άλλο μέρος της ζωής.

Δεν αναπνέουμε.   

Κάθε βράδυ τα φαντάσματα πληθαίνουν.

Οι μορφές των αγαλμάτων έφυγαν

Και περπατούν μαζί μας.

Τα μάρμαρα στυφά.

Οι δρόμοι αραιώνουν. Κανείς δεν είναι.

 Λείπουμε στο άλλο ημισφαίριο.

Ωστόσο, σε μια δική του, ιδιότυπη «νέκυια»  ο ποιητής ξαναζεί τις ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος ή, μήπως καλύτερα, του μέλλοντος;

τ’ ανοιχτά στον ήλιο παράθυρα,

τα μεγάλα μάτια των παιδιών, τα γαρίφαλα που

έφταναν μέσα στις κάμαρες.

Και λίγο παρακάτω:

Ξαφνικά μια ακτίνα τρύπησε τον αμφιβληστροειδή. Από τότες ένα φωτεινό αγκάθι είναι μπηγμένο στο μυαλό μου στο κέντρο της ευαισθησίας. Δυο τρεις φορές περπάτησα σ’ ένα ξέφωτο χωρίς τα μυωπικά κρύσταλλά μου κι όμως έβλεπα ως βαθιά μου. (…). Όλα είναι καλά, πρώτη φορά.      

Αυτά  τα λίγα σημάδια ευτυχίας  ανήκουν στο πρώτο  μέρος, στο οραματικό ημισφαίριο,  ενώ το τωρινό είναι αυτό που σηματοδοτεί τον άλλο κόσμο, τον κόσμο των νεκρών, χωρίς όμως να  παύει να συμπλέκεται  με τους ζωντανούς. Με τον τρόπο αυτό, ο ποιητής μέσα  από το προσωπικό του  βίωμα  θα ανατρέξει  στο παρελθόν για να ανασύρει το κεντρικό  θέμα  της  μάνας και των πεινασμένων παιδιών  της  μεταπλάθοντάς το στη συνέχεια σ’ ένα άλλο γενικό-κοινωνικό  οδυνηρό βίωμα, της απόγνωσης που νιώθουν τα παιδιά

με τ’ αδύνατα πόδια

που μ’ ένα ψίχουλο πάσχιζαν να θρέψουν τα όνειρά τους.

Τα περιστέρια γύριζαν πίσω δίχως το κλαδί της ελιάς

ενώ στο ψηφιδωτό της ψυχής τους ο «Σωζόμενος Άγγελος»

σάλπιζε την απαντοχή.

Η διαλεκτική του Αντωνίου ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς συνεχίζεται  πολύτροπα στο ποίημα «Ακρόπολη». Καθώς μια επίσκεψή του στον ιερό βράχο, στο «πετρωμένο καράβι», κατά Σεφέρη, που ταξιδεύει μέσα στον χρόνο, γίνεται αφορμή για μια τραγική περιδιάβαση στο διϊστορικό νόημα της ζωής. Κοιτάζει τον ξαπλωμένο στον ήλιο Διόνυσο, στο ανατολικό τρίγωνο (αέτωμα, προφανώς),  ακούει τα βήματα στα βράχια, αισθάνεται τη «ζεστή ανάσα» των προγόνων, σαν τον άνθρωπο που ζητά τη σύνδεση με τις ρίζες του, με τους προγόνους του. Το ποίημα, παρά το ότι  εξελίσσεται σαν μια, έστω, ματαιωμένη επικοινωνία με τους προγόνους και με  σημαντικές μορφές που υπαινίσσονται μεγάλα νοήματα της ζωής, έχει, από μια άλλη πλευρά, το ελπιδοφόρο μήνυμα, αν και

τ’ αγάλματα δεν μπορούν να μιλήσουν, χωρίς να σπάσουν

όμως:

ο Φοίβος ανατέλλει κάθε πρωί  την ομορφιά του.

Γενικώς, τα ποιήματα της συλλογής είναι αρκετά εκτεταμένα.  Δεν είναι λίγες οι στιγμές οι δηλωτικές  της  απογοήτευσης  από την απώλεια του προσδοκώμενου, από την  αίσθηση της μοναξιάς. Είναι  ο πικρός  απολογισμός, η φτώχεια, η χαμένη ευκαιρία για κοινωνική δικαιοσύνη, η επιβεβαίωση ότι όλα αυτά  αποτελούν επίσης και τα πλουμίδια  ενός ποιητικού  καμβά εξ αρχής υφασμένου με ανάλογα υλικά. Η ποίηση του Αντωνίου πρέπει να πω στο σημείο αυτό ότι συναιρεί μέσα της το προσωπικό του δράμα, τις υπαρξιακές, τις ερωτικές και τις πολιτικές του αναζητήσεις με τέτοιο τρόπο που ποτέ δεν παραβιάζει τους άγραφους νόμους της ποίησης, της τέχνης. Αν και έχουν μιαν ισχυρή δυναμική, όμως ποτέ δεν κραυγάζουν, ακόμη κι όταν έχουν καθαρά πολιτικό χαρακτήρα:

Χρώματα ξεχασμένα στις αφίσες του ‘77

μοιάζετε με αγγέλους που τους ψαλιδίσαν

τα φτερά, με τα κορίτσια που φίλησα

και δεν τα θυμάμαι πια.

Θα έκανα ακόμη μια στάση στο ποίημα «Κλειδί», όπου η δραματική ένταση, σε προσωπικό και σε γενικότερο  επίπεδο, κορυφώνεται, όταν ο ποιητής  διαπιστώνει πως «χάθηκε οριστικά… το κλειδί». Η μορφή του ποιήματος  και η  τεχνική του αρτιότητα στηρίζουν την αντίστοιχη συναισθηματική διάθεση. Μετά το 1995 η ελληνική κοινωνία ακόμη δεν βρήκε το «κλειδί».

Τελευταίο ποίημα «Το ρόδι μας»:

Το ρόδι μας έσπασε και σχηματίστηκε

ένας τεράστιος γαλαξίας που κλαίει

δακρύζοντας τ’ αστέρια του

για σένα,

έχει σαφή αναφορά στο σεφερικό χαϊκού: Γυμνή γυναίκα / το ρόδι που έσπασε ήταν/ γεμάτο άστρα. Με τον τρόπο αυτό η συλλογή κλείνει συναισθηματικά με το  ποιητικό εγώ στραμμένο  στη μέσα πληγή του.  Παίρνει τη θλίψη από τη γη για να την μεταφέρει στο πέραν. Αυτά είναι πολύ λίγα για να αποδώσουν το ποιητικό εγώ  του Αντωνίου, του οποίου τα ποιητικά βήματα εναλλάσσονται με ανάλογες κλιμακώσεις και μουσικές εναλλαγές.

Βιογραφικό σημείωμα:

Ο Γιάννης  Παπακώστας είναι Ομότιμος καθηγητής της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε (με υποτροφία) στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Τμήμα  Νεοελληνικό) και Αθηνών (Τμήμα Κλασικό). Δίδαξε στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της Γρανάδας. Πραγματοποίησε έρευνα σε βιβλιοθήκες και αρχεία της Κωνσταντινούπολης και του Βουκουρεστίου.  Έχει διατελέσει μέλος (1996-1997) και Πρόεδρος (1998-2000) της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας. Έχει βραβευθεί τρεις φορές  (1985, 2002, 2012) από την Ακαδημία Αθηνών. Από το 2002 έως το 2015 υπήρξε μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Τηλεόρασης.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.